της Μαρίας Εμμανουήλ,

Είναι αναμφισβήτητο ότι η πανδημία του νέου κορωνοϊού, COVID-19, έχει επηρεάσει κάθε πτυχή της καθημερινότητας του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι συνέπειες της μαζικής έξαρσης της νόσου σε οικονομικό επίπεδο είναι πρωτοφανείς, με σημαντικούς χρηματιστηριακούς δείκτες να αγγίζουν ιστορικό χαμηλό και με την τιμή του αργού πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής να σημειώνει πτώση 130% σε αρνητική τιμή, για πρώτη φορά στην ιστορία. Πέραν όμως των περισσότερο τεχνικού χαρακτήρα χαρακτηριστικών της ονομαζόμενης πλέον «κρίσης του κορωνοϊού», η ύφεση επηρεάζει, κατ’ ουσία, την πολιτική οικονομία και την κοινωνία. Το κράτος καλείται, επομένως, να λάβει μέτρα που αφορούν όχι μόνο την επανεκκίνηση της οικονομίας, αλλά και, πρωτίστως, την προστασία της δημόσιας υγείας.

Κύριο ζητούμενο, λοιπόν, της κρατικής πολιτικής είναι η προστασία της υγείας των πολιτών και η πρόληψη των ασθενειών. Σε περίπτωση πανδημίας, οι κρατικοί μηχανισμοί δοκιμάζονται, καθώς η πολιτική προστασία καλείται να επιτελέσει ένα πολύ σημαντικό έργο σε συνεργασία με τους φορείς υγείας, με απώτερο στόχο την ελαχιστοποίηση των θυμάτων και την προστασία της πλειοψηφίας. Συνεπώς, για την υλοποίηση του στόχου αυτού επιστρατεύονται όλα τα διαθέσιμα μέσα, με κυριότερο τη τεχνολογία.

Το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από την αναγωγή του κράτους σε ρόλο επιτηρητή. Ο κρατικός μηχανισμός «παρακολουθεί», κατά κάποιον τρόπο, τις καθημερινές δραστηριότητες των πολιτών για τη συλλογή δεδομένων. Φυσικά, η ίδια η προσωρινή συλλογή κάποιων προσωπικών δεδομένων δεν συνιστά κρατικό έλεγχο.

Η σταδιακή άνοδος του surveillance state, όπως ονομάζεται η συγκεκριμένη εκδοχή του σύγχρονου κράτους, δεν είναι κάτι νέο. Κατά το τέλος της δεκαετίας του 1960, το πρόγραμμα ECHELON παρακολουθούσε τις διπλωματικές και στρατιωτικές σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και ανατολικού μπλοκ. Την αυγή του 21ου αιώνα συνόδευσε η δημιουργία κυβερνητικών μηχανισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (Schengen Information System), αλλά και η νομοθεσία Data Retention Directive (Οδηγία Διατήρησης Δεδομένων). Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν διακρίνεται σε δύο επίπεδα και αφορά, πρώτον, αναζητούμενα πρόσωπα και, δεύτερον, αναζητούμενα οχήματα και αντικείμενα, ενώ η Οδηγία Διατήρησης Δεδομένων αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες εντός της Ε.Ε.. Η επιβολή της καραντίνας παγκοσμίως, ωστόσο, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του νέου ιού, οδήγησε στον πολλαπλασιασμό τέτοιων μηχανισμών επιτήρησης του πληθυσμού.

Από έξυπνες εφαρμογές μέχρι αποστολή μηνυμάτων με ειδικούς κωδικούς που δικαιολογούν και αντιστοιχούν σε είδη μετακινήσεων, η τεχνολογία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοϊού. Είναι αναμφίβολο ότι τα μέτρα περιορισμού δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν αν δεν υπήρχε μαζική πρόσβαση σε εύκολα στη χρήση συστήματα που διευκολύνουν το έργο της κρατικής μηχανής. Ελλείψει τέτοιας τεχνολογίας, οι ελπίδες για αυτοπεριορισμό θα βασίζονταν αποκλειστικά και μόνο στο προσωπικό αίσθημα ευθύνης του εκάστοτε πολίτη και δεν θα υπήρχε η δυνατότητα ελέγχου της συμπεριφοράς της μάζας· δεν θα μπορούσε, επομένως, να καταστεί βέβαιη η τήρηση των μέτρων υπηρετούντων την προάσπιση της δημόσιας υγείας. Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, η επιτήρηση των πολιτών ως κρατικό μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας του νέου κορωνοϊού επαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια του surveillance state.

Ένα τέτοιο καθεστώς παρακολούθησης των πολιτών από το ίδιο το κράτος, αν και φαντάζει δυστοπικό και εμπνευσμένο από κάποιο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, δεν αποτελεί απότοκο της τωρινής υγειονομικής κρίσης. Το 2014 προτάθηκε στην Κίνα – κράτος συμβαλλόμενο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- ένα σύστημα αλγοριθμικής παρατήρησης και παρακολούθησης των πολιτών, εκτεινόμενο σε ολόκληρη τη χώρα. Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας προώθησε τη δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος, με σκοπό την επίρρωση της ασφάλειας στη χώρα μέσω της συλλογής τεράστιου όγκου παντός είδους δεδομένων. Κάθε πολίτης ξεχωριστά αποκτά την προσωπική του βαθμολογία στη βάση δεδομένων, η οποία επηρεάζει τη δυνατότητά του να προβαίνει σε ενέργειες, όπως η δανειοληψία. Εκτός από το προαναφερθέν σχέδιο, η κινεζική κυβέρνηση είχε ως στόχο την κατασκευή ενός «πανταχού παρόντος» δικτύου, το οποίο θα βιντεοσκοπεί κάθε στιγμή της ζωής των Κινέζων πολιτών. Η δηλούσα αιτία για την εφαρμογή τέτοιου είδους συστημάτων από την κινεζική κυβέρνηση είναι η προστασία των πολιτών και η περαιτέρω ενίσχυση της αντιεγκληματικής πολιτικής. Το ερώτημα που εύλογα, όμως, ανακύπτει είναι αν όλα τα παραπάνω είναι, σε τελική ανάλυση, υπέρ ή κατά του ανθρώπου· αν η εν λόγω παρακολούθηση, στο όνομα του κοινού καλού, υπερασπίζεται ή αν εν τέλει καταπατά τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Όσον  αφορά  στα  ανθρώπινα  δικαιώματα,  είναι  αδύνατον  να παραλείψει κανείς το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ένα δικαίωμα κατοχυρωμένο τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό – πολιτειακό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, το Άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (1948) αναφέρει ότι «κανείς δεν επιτρέπεται να υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή, την οικογένεια, την κατοικία ή την αλληλογραφία του, ούτε προσβολές της τιμής και της υπόληψής του». Επιπλέον, «καθένας έχει το δικαίωμα να τον προστατεύουν οι νόμοι από επεμβάσεις και προσβολές αυτού του είδους». Tο άρθρο 9 του ελληνικού Συντάγματος (1975/1986/2001/2008/2019) αναφέρει ρητά πως «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη». Η σημασία της προάσπισης του συγκεκριμένου δικαιώματος γίνεται ακόμη περισσότερο κατανοητή αν λάβει κανείς υπόψη ότι δικαιώματα όπως η ελευθερία της σκέψης και η ελευθερία του λόγου πηγάζουν ακριβώς από το προαναφερθέν δικαίωμα. Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι η οιονεί «παραβίαση» του συγκεκριμένου δικαιώματος για την υλοποίηση σκοπών δημοσίου  συμφέροντος καταδεικνύει την επέκταση της εξουσίας του κρατικού μηχανισμού.

Ποιος όμως ορίζει την έκταση της κρατικής εξουσίας σε μια περίοδο κρίσης; Η παρομοίωση της πανδημίας του κορωνοϊού με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αφορά αποκλειστικά το οικονομικό επίπεδο, καθώς ο Β΄Π.Π. σηματοδοτεί και την τελευταία χρονολογικά φορά που το κράτος απέκτησε τόση ισχύ σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Η εξήγηση για αυτό το φαινόμενο είναι απλή: μια περιορισμένη κυβερνητική δύναμη δεν δύναται, πρώτον, να λάβει τις απαραίτητες αποφάσεις και, δεύτερον, να συγκεντρώσει τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση μιας κρίσης. Επί παραδείγματι, όταν η βρετανική κυβέρνηση δεν έδρασε αποφασιστικά για λήψη περιοριστικών μέτρων εν μέσω της έξαρσης του ιού στη χώρα, ώστε να μην θεωρηθεί ότι δρα εκτός των αρμοδιοτήτων της, κατηγορήθηκε για αμέλεια της σοβαρότητας της κατάστασης. Γίνεται, επομένως, κατανοητό, ότι πλέον αναφερόμαστε σε μια κατάσταση εκτός του κανονικού, εκτός του κατεστημένου, όπου κάποιες νομικά απαγορευτικές συμπεριφορές, όπως η διακύβευση της ιδιωτικής ζωής, καθίστανται απαραίτητες για την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου. Ανησυχία, επομένως, δε θα έπρεπε να υπάρχει για τα ίδια τα μέτρα καταπολέμησης του ιού, αλλά για την επόμενη μέρα, αναφορικά με το state surveillance. Εξάλλου, η κατάχρηση εξουσίας και η υπέρμετρη διεύρυνση της χρήσης της τεχνολογίας είναι εκείνες που οδηγούν την απλή συλλογή δεδομένων σε επιτήρηση και, τέλος, έλεγχο των πολιτών.

Θυσιάζεται, επομένως, η ιδιωτικότητα στο βωμό του κοινού καλού; Η ιατρική κοινότητα επισημαίνει καθημερινά τη σημασία της κοινωνικής απομάκρυνσης (social distancing). Σημαντικό, όμως, είναι να σημειωθεί ότι συγκεκριμένα για τη περίπτωση του κορωνοϊού – η οποία δύναται να χαρακτηριστεί ως ανωτέρα βία, καθώς πρόκειται για ένα διεθνώς ακραίο και απρόβλεπτο γεγονός – το ελληνικό κράτος οφείλει να ανταποκριθεί σε μια ακόμη, προβλεπόμενη από το Σύνταγμα, υποχρέωσή του απέναντι στους πολίτες.

Το Άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος ρητά αναφέρει ότι «το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δικαίωμα στην υγεία κατοχυρώνεται ως ατομικό, αλλά και ως κοινωνικό, erga omnes. Ο ανώτατος νόμος του κράτους αναφέρεται, ωστόσο, στη δημόσια υγεία ως στόχο και σκοπό. Ο τρόπος επίτευξης αυτού, επομένως, βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του κράτους. Το κράτος, λοιπόν, έχει αναλάβει έννομα την ευθύνη της προστασίας της δημόσιας υγείας. Αποτέλεσμα της θεσμοθέτησης αυτής της ευθύνης είναι, εκτός της ηθικής ευθύνης έναντι των πολιτών, η υποχρέωση του κράτους για τη λήψη των βέλτιστων ανά περίπτωση μέτρων για την προάσπιση της υγείας, η οποία γεννά το αντίστοιχο δικαίωμα στους πολίτες να προσφύγουν στη δικαιοσύνη σε περίπτωση αθέτησης – μη επαρκούς δράσης στον τομέα της υγείας (Συμβούλιο της Επικρατείας, 400/86). Τα μέτρα αυτοπεριορισμού και επιτήρησης του κοινωνικού συνόλου εμπίπτουν στην απορρέουσα υποχρέωση του κρατικού μηχανισμού να προστατεύει το κάθε άτομο από επιθετικές ενέργειες των συνανθρώπων του. Στην περίπτωση του COVID-19, ως επιθετική προς το κοινωνικό σύνολο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η – επίσης ονομαζόμενη ως αντικοινωνική – συμπεριφορά της εξόδου από το σπίτι, το «σπάσιμο» της ατομικής καραντίνας του καθενός ατόμου ξεχωριστά.

Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι όσον αφορά τα μέτρα αντιμετώπισης της νόσου δεν είναι συνετό να γίνεται λόγος για κατάφωρη παραβίαση ενός θεμελιώδους δικαιώματος,  αλλά για μια προσωρινή σύγκρουση μεταξύ δύο αναφαίρετων αναγκαιοτήτων. Εκ πρώτης όψεως, παρατηρείται στέρηση κάποιων βασικών ελευθεριών, όπως της ιδιωτικής ζωής. Μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, φανερώνει ότι στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε μια προσωρινή και κατά βάση μη αντισυνταγματική και μερική παύση ενός δικαιώματος για χάρη ενός άλλου. Τα παραδεδεγμένα από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συνθήκες δικαιώματα του ανθρώπου έχουν ίση ισχύ και, όπως είναι φυσικό, δεν αλληλοαναιρούνται. Το τωρινό status quo καταδεικνύει όχι μόνο τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και την ιδιαίτερη αντιμετώπιση της οποίας χρήζει.

Τι όμως μέλλει γενέσθαι; Ενώ ολόκληρος ο πλανήτης τηρεί μέτρα αυτοπεριορισμού και αναμένει την επιστροφή στη κανονικότητα, οι απορίες για την επόμενη μέρα πολλαπλασιάζονται. Η «μετά – κορωνοϊού» εποχή φαίνεται ότι πρόκειται να αποτελέσει μια νέα πραγματικότητα οικονομικά και κοινωνικά. Η συγκεκριμένη κρίση, η οποία απειλεί την ίδια την σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θέτει σε αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα της Ευρωζώνης, αναμένεται να έχει αρνητικές συνέπειες στις οικονομίες όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη, με τις ήδη ασθενέστερες χώρες να πλήττονται περισσότερο. Όπως ακριβώς και κατά τη περίοδο της κρίσης του 2008, με την οποία έχει παρομοιαστεί πολλάκις η πανδημία, η οικονομική δυσχέρεια αναμένεται να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή. Το πραγματικό στοίχημα έγκειται στην περίοδο η οποία έπεται της σταδιακής άρσης των μέτρων, όσον αφορά το ζήτημα του state surveillance. Η άρση των μέτρων συνεπάγεται την άρση όλων των συστημάτων «παρακολούθησης» των πολιτών ή η πανδημία αποτελεί μια ευκαιρία – αφορμή για τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να ασκούν ένα καθεστώς επιτήρησης, ενταγμένο στο πλαίσιο της νόμιμης εξουσίας και της δοθείσας λαϊκής νομιμοποίησης;

Η σημασία της ουσιαστικής προστασίας της ιδιωτικότητας ήλθε στο προσκήνιο στο 2016, με την έκδοση του κανονισμού GDPR (General Data Protection Regulation) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με  τον εν προκειμένω κανονισμό, η κράτηση προσωπικών δεδομένων από τον οποιοδήποτε πάροχο δεν επιτρέπεται, καθώς η συλλογή τέτοιου είδους πληροφοριών θα έθετε σε κίνδυνο τους πολίτες. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια εκ των σημαντικότερων νομοθεσιών της Ένωσης, το πεδίο δράσης της είναι περιορισμένο· ναι μεν προστατεύει μια πολύ σημαντική πτυχή της, αλλά δεν καλύπτει όλο το εύρος της ιδιωτικής ζωής. Η εφαρμογή, δηλαδή, του GDPR αποτρέπει την κράτηση, αλλά όχι τη συλλογή δεδομένων. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της Ε.Ε. ο κανονισμός τηρείται ακόμη κι όταν εφαρμόζονται μέτρα επιτήρησης – παρακολούθησης για τον κορωνοϊό και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα μη νομιμότητας.

Είναι αναντίρρητο ότι το ζήτημα του state surveillance είναι πολυδιάστατο. Εκ πρώτης όψεως, ενός είδους κρατική επιτήρηση κρίνεται απαραίτητη σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, όπως, λόγου χάριν, μια πανδημία, καθώς η αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης χρήζει την ισχύ και τον συντονισμό που μόνο το κράτος θα μπορούσε να διαθέσει, ούτως ώστε να διασφαλιστεί το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα και να υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Αν όμως λάβουμε υπόψη το παράδειγμα της απόπειρας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 2014, γίνεται σαφές ότι η τωρινή προσωρινή «επίβλεψη» θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο συμπεριφοράς του ανθρώπου, αλλά και να αποτελέσει απειλή για τα βασικά και κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αποτελεί, λοιπόν, υποχρέωση κάθε δημοκρατικής κυβέρνησης και κάθε πολίτη ξεχωριστά να συνδράμει στην επίτευξη ρεαλιστικών ορίων δράσης της τεχνολογίας στο πλαίσιο του state surveillance, με ταυτόχρονη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός μοντέρνου κράτους, με υποδομές αντιμετώπισης παγκόσμιων κρίσεων και με πολίτες ενεργούς, συνειδητοποιημένους, με ατομική ηθική ευθύνη.