από τον Γιώργο Λάππα,

Στις 28 Φεβρουρίου 2020, 33 Τούρκοι στρατιώτες πέθαναν στο Ιντλίμπ της Συρίας, μετά από αεροπορική επίθεση των δυνάμεων του Άσαντ. Το γεγονός αυτό προκάλεσε προβληματισμό, τόσο στην Τουρκική ηγεσία, όσο και στην κοινή γνώμη, καθώς ήταν οι μεγαλύτερες απώλειες που σημείωσε η Τουρκία μέσα σε μια μέρα, καθ’όλη τη διάρκεια της στρατιωτικής της παρουσίας στη Συρία. Πλέον είχε γίνει φανερό ότι η Τουρκία είχε απέναντι της, όχι ομάδες τζιχαντιστών ή Κούρδων, αλλά έναν οργανωμένο και πλήρως εξοπλισμένο στρατό, αποφασισμένο να ελευθερώσει εδάφη που του ανήκαν μέχρι και πριν το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης, που είχε ως απόρροια τον εμφύλιο πόλεμο (Bethan McKernan, 2020). Σε αντίδραση σε αυτό το γεγονός και σε μια προσπάθεια να πιέσει την Ε.Ε και το ΝΑΤΟ να στηρίξουν τη στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας στο Ιντλίμπ, ο Ερντογάν δήλωσε ότι θα άνοιγε τα σύνορα της χώρας προς την Ευρώπη, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο την υποχρέωση της να περιορίζει τις προσφυγικές ροές. Έτσι, μέσα σε λίγες μέρες, περίπου 13.000 πρόσφυγες και μετανάστες βρέθηκαν στον Έβρο, με την υπόσχεση ότι θα μπορούσαν επιτέλους να εισέλθουν στην Ευρώπη και να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους για μια καλύτερη ζωή (Καθημερινή, 2020). Ωστόσο, οι υποσχέσεις αυτές από το καθεστώς Ερντογάν δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να βρεθούν παγιδευμένοι ανάμεσα στα σύνορα των 2 χώρων, θύματα για μια ακόμη φορά της πολιτικής Ερντογάν που συχνά τους εκλαμβάνει ως εργαλείο και μέσο πίεσης για την επίτευξη πολιτικών στόχων.

Προσφυγικό και Ε.Ε

Για ποιο λόγο προχώρησε ο Ερντογάν σε αυτή την κίνηση και γιατί θεώρησε ότι θα μπορούσε να επιφέρει θετικά για αυτόν αποτελέσματα; Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση είναι χρήσιμο να γίνει μια σύντομη αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν. Το 2015, η προσφυγική κρίση που είχε ξεκινήσει από την αρχή του Συριακού εμφυλίου, κορυφώθηκε. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Frontex, σημειώθηκαν  περίπου 1,8 εκατομμύρια περιπτώσεις παράνομου περάσματος των συνόρων της Ε.Ε, αριθμός σχεδόν επταπλάσιος από την προηγούμενη χρονιά. Η κρίση αυτή δημιούργησε μεγάλες εντάσεις ανάμεσα στα μέλη της Ένωσης. Από την μία, οι χώρες υποδοχής των προσφύγων και μεταναστών, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, απαιτούσαν περισσότερους πόρους για την διαχείριση της κρίσης, καθώς και ένα σύστημα διαμοιρασμού των προσφύγων και στις άλλες χώρες της ένωσης. Από την άλλη, χώρες, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, ήταν ανένδοτες και δεν δέχονταν καμία πρόταση για διαμοιρασμό. Ακόμα και η Γερμανία ή η Σουηδία, οι οποίες στην αρχή της κρίσης είχαν δεχτεί μεγάλους αριθμούς προσφύγων, άλλαξαν στάση και τόνισαν ότι δεν θα δέχονταν περισσότερους σε περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν μια φόρμουλα διαμοιρασμού (BBC, 2016)

Μπροστά στην αδυναμία αυτή των κρατών μελών να αντιμετωπίσουν την κρίση με ένα δίκαιο και αναλογικό τρόπο, η Ε.Ε στράφηκε στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την επίλυση της κατάστασης. Τελικά, στις 18 Μαρτίου 2016, τα δύο μέρη εξέδωσαν κοινή δήλωση η οποία λειτούργησε ως ένα είδος συμφωνίας μεταξύ τους. Σύμφωνα με αυτή, η Τουρκία αναλάμβανε την υποχρέωση να περιορίσει τις προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη. Επιπλέον, όπως όριζε η διατύπωση της δήλωσης οι παράτυποι μετανάστες που πέρναγαν στην Ε.Ε θα επιστρέφονταν στην Τουρκία μετά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου τους. Από την πλευρά της, η Ε.Ε θα προχωρούσε σε κατάργηση των υποχρεώσεων θεώρησης για την κίνηση των Τούρκων πολιτών (Visa liberalization), καθώς και σε αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης με την Τουρκία. Πιο σημαντικό όμως, η Ε.Ε δεσμευόταν να παρέχει χρηματοδότηση ύψους 6 δις ευρώ για έργα για την προστασία και διευκόλυνση των προσφύγων που θα παρέμεναν στη Τουρκία (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, 2016).

 Η συμφωνία αυτή, αν και επέφερε αποτελέσματα, αφού μείωσε τις προσφυγικές ροές κατά 97%, δημιούργησε τριβές και εντάσεις ανάμεσα στις 2 πλευρές (European Commission,2019). Μάλιστα, σύχνες ήταν κατά την διάρκεια των ετών οι απειλές του Ερντογάν ότι θα προχωρούσε στη διάλυση της συμφωνίας, προκαλώντας έτσι μια δεύτερη προσφυγική κρίση ανάλογη με αυτή του 2015. Η κίνηση του, λοιπόν, να διακηρύξει ότι τα σύνορα θα ήταν πλέον ανοιχτά και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων στον Έβρο, αποτέλεσε την ουσιαστική πραγματοποίηση της απειλής αυτής. Όπως γίνεται φανερό οι λόγοι πίσω από αυτήν την κίνηση, δεν ήταν ούτε ο σεβασμός της επιθυμίας των προσφύγων να μετακινηθούν στην Ευρώπη, ούτε η αντικειμενική δυσκολία της Τουρκίας να διαχειριστεί τα εκατομμύρια προσφύγων που βρίσκονται στα εδάφη της. Αντιθέτως, ήταν ξεκάθαρη η ολοφάνερη εκμετάλλευση του ανθρώπου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της (Seth J.Frantzman, 2020).

Συγκεκριμένα, μετά την επίθεση του Άσαντ στο Ιντλίμπ, η Τουρκία βρέθηκε σε μειονεκτική θέση, τόσο στρατηγικά, όσο και στο προσφυγικό ζήτημα, αφού μια πιθανή προέλαση του Συριακού στρατού θα προκαλούσε την μετακίνηση πολλών εκτοπισμένων ανθρώπων που βρίσκονται σήμερα στο Ιντλίμπ προς την Τουρκία. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Ερντογάν αποφάσισε να εκβιάσει την Ε.Ε και να απαιτήσει μέσω του προσφυγικού για βοήθεια στη Συρία είτε άμεσα με στρατεύματα είτε έμμεσα με την επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στο Ιντλίμπ. Τα κράτη μέλη όμως της Ένωσης τα οποία είχαν αντιταθεί στις στρατιωτικές επεμβάσεις της Τουρκίας στη Συρία, τόνισαν ότι δεν είχαν καμία πρόθεση να εμπλακούν σε μια διαμάχη που πιθανότατα θα τις έφερνε αντιμέτωπες με την Ρωσία1. Βλέποντας, λοιπόν, ότι το σενάριο της προσφοράς ουσιαστικής βοήθειας από το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. στη Συρία ήταν αδύνατο, ο Ερντογάν αποφάσισε να αλλάξει τις απαιτήσεις του (Jamie Dettmer,2020) . Έτσι, απαίτησε από την Ε.Ε περισσότερους πόρους για τη στήριξη των προσφύγων, οι οποίοι δεν θα διανέμονταν έμμεσα μέσω προγραμμάτων, αλλά θα δίνονταν απευθείας στην Τουρκία. Το αίτημα αυτό προκάλεσε μεγάλη ανησυχία και καχυποψία, καθώς θεωρήθηκε ότι ήταν αρκετά πιθανό το ενδεχόμενο οι πόροι αυτοί να μην αξιοποιηθούν για την περίθαλψη των προσφύγων, αλλά για την χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιντλίμπ. Έτσι, οι χώρες της Ένωσης δεν υπέκυψαν στον εκβιασμό, αφού αρνήθηκαν να ενισχύσουν άμεσα την χρηματοδότηση τους προς την Τουρκία, αποδέχτηκαν όμως να εμπλακούν σε μια διαδικασία ελέγχου εφαρμογής της συμφωνίας και πιθανής αναθεώρησης της, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια μελλοντική αύξηση των πόρων που παρέχονται στην Τουρκία (Εuronews, 2020).

λαππας 1

Εικόνα: Συνάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τους προέδρους της Ευρωπαϊκής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τσάρλς Μισέλ και Ούρσουλα Φον ντε Λάιεν. Μάρτιος 2020

Προσφυγικό και Συρία

Εκτός όμως από την εργαλειοποίηση του προσφυγικού ζητήματος στις σχέσεις με την Ε.Ε, η Τουρκία αξιοποιεί τους πρόσφυγες και την πολυπληθή τους παρουσία στη χώρα για να αποκομίσει οφέλη, στο κυριότερο θέατρο πολέμου που εμπλέκεται, αυτό της Συρίας. Προτού όμως αναλυθεί πως η Τουρκία προχωρά σε αυτή την εργαλειοποίηση, είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην ανάμειξη και στη δραστηριότητα της στη Συρία. Ήδη από την αρχή του Συριακού Εμφυλίου πολέμου, η Τουρκία στράφηκε εναντίον του καθεστώτος Άσαντ και απαίτησε την παραίτηση του (Jonathon Burch, 2011).

Στην κατεύθυνση αυτή στήριξε ενεργά τις ομάδες της αντιπολίτευσης και κυρίως τον επονομαζόμενο Ελεύθερο Συριακό Στρατό, προσφέροντας του το πρώτο κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων και παρέχοντας του στρατιωτική εκπαίδευση καθώς και οπλισμό σε μια προσπάθεια να ανατρέψει το καθεστώς Ασάντ και να επεκτείνει την σφαίρα επιρροής της στη γειτονική χώρα. Αν και η εμπλοκή της Ρωσίας και η ενεργή στήριξη της προς τον Άσαντ ανέτρεψαν αυτά τα σχέδια, η Τουρκική παρουσία στη χώρα όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλα αυξήθηκε σημαντικά. Βλέποντας ομάδες Τζιχαντιστών και Κούρδων να ενισχύουν τον έλεγχο τους σε εδάφη κοντά στα τουρκικά σύνορα, η νέα στρατηγική που ακολουθήθηκε ήταν αυτή της δημιουργίας ουδέτερων ζωνών (buffer zones) στις περιοχές αυτές (Engin Yüksel,2019). Έτσι, το 2016, η Τουρκία προχώρησε στην πρώτη της στρατιωτική επιχείρηση, με κωδικό όνομα «Ασπίδα του Ευφράτη». Επίσημος στόχος της επιχείρησης αυτής ήταν η εξάλειψη των δυνάμεων του Ισλαμικού κράτους από την περιοχή, αλλά πίσω από αυτόν βρισκόταν η επιδίωξη του να στερηθεί από τις Συριακές Κουρδικές δυνάμεις η ευκαιρία να καταλάβουν τα εδάφη αυτά. Eνώ η μάχη ενάντια στις δυνάμεις του ISIS συγκέντρωσε τη θετική ανταπόκριση της διεθνούς κοινότητας, οι μετέπειτα συγκρούσεις με Κουρδικές ομάδες προκάλεσε την αντίδραση τόσο των ΗΠΑ όσο και χωρών της Ε.Ε., αφού θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε σύνδεση τους με το PKK και ότι αποτελούσαν αποτελεσματικές μονάδες στη μάχη κατά του Ισλαμικού κράτους (BBC,2016). Οι ΗΠΑ, ειδικά, παρείχαν χρηματοδότηση αλλά και οπλισμό στις ομάδες αυτές, αφού στην πορεία του πολέμου στην Συρία, απέδειξαν την χρησιμότητα τους, περιορίζοντας σημαντικά την ισχύ και τα εδάφη που κατείχε ο ISIS. Η στάση αυτή πρόκαλεσε την ενόχληση της Τουρκίας, η οποία κατηγόρησε τις ΗΠΑ τόσο για υποστήριξη της τρομοκρατίας, όσο και για μη σεβασμό των ανησύχιων της σχετικά με την εδαφική της ασφάλεια, μη διστάζοντας να χαρακτηρίσει την πολιτική των Η.Π.Α ως μη συμβατή με τις αρχές του ΝΑΤΟ (Patrick Wintour, 2018).

Παρά τις αντιδράσεις αυτές, το 2018 η Τουρκία, εμμένοντας στην άποψη ότι οι διάφορες Κουρδικές ένοπλες δυνάμεις αποτελούν τμήματα του PKK, εξαπέλυσε και δεύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην περιοχή του Αφρίν, με το κωδικό όνομα «Κλάδος Ελαίας». Αυτή τη φορά ο διακηρυγμένος στόχος ήταν ξεκάθαρος, δηλαδή η απομάκρυνση με κάθε τρόπο των κουρδικών ένοπλων δυνάμεων από τα σύνορα της, αφού θεωρήθηκε ότι συνιστούσαν άμεση απειλή για την ασφάλεια της χώρας καθώς και για την εδαφική της ακεραιότητα. Ανάλογο σκοπό είχε και η Τρίτη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στη Συρία, τον Οκτώβριο του 2019, υπό την ονομασία «Πηγή Ειρήνης». Οι φόβοι όμως της Τουρκίας για ένοπλες Κουρδικές ομάδες που σχεδίαζαν τρομοκρατικά χτυπήματα (συμφώνα με αυτή) και επιβουλεύονταν τα εδάφη της, δεν βρήκαν ανταπόκριση από τους συμμάχους της. Αντιθέτως, οι αντιδράσεις ήταν έντονες, αφού τα κράτη μέλη της Ε.Ε καταδίκασαν την Τουρκική επίθεση και σταμάτησαν τις πωλήσεις όπλων προς αυτήν, ενώ και οι Η.Π.Α επέβαλαν προσωρινώς κυρώσεις σε 3 Τούρκους Υπουργούς και στα αντίστοιχα Υπουργεία τους (Caleb Mills, 2019).

 Βλέποντας, λοιπόν, τους συμμάχους του αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη να στρέφονται εναντίον του, αφού δεν ασπάζονται τις απόψεις του για τη σύνδεση των Κούρδων στη Συρία με τη τρομοκρατία, ο Ερντογάν επέλεξε να αξιοποιήσει το προσφυγικό ζήτημα ως δικαιολογητική βάση για την επέμβαση του στη Συρία. Συγκεκριμένα, πριν την έναρξη της επιχείρησης «Πηγή Ειρήνης», σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, το Σεπτέμβριο του 2019, παρουσίασε το σχέδιο του για μια «ασφαλή ζώνη» στο Βόρειο τμήμα της Συρίας, στην οποία θα μπορούσαν να μετοικήσουν ένα με δύο εκατομμύρια Σύριοους πρόσφυγες. Η ανταπόκριση στην ιδέα αυτή ήταν θετική, καθώς μετά την έναρξη της επιχείρησης η Ρωσία προχώρησε σε συμφωνία με την Τουρκία για τη στρατιωτική επιτήρηση της περιοχής και την παύση των εχθροπραξιών, γεγονός που χαιρετήθηκε και από τον Ντόναλντ Τράμπ, ενώ και η Γερμανία υποστήριξε την ιδέα μιας ασφαλούς ζώνης, η οποία όμως θα φυλάσσεται από δυνάμεις του Ο.Η.Ε (Joshua Nevett, 2019)

Έτσι με αυτή τη κίνηση, ο Ερντογάν μετέστρεψε μερικώς την εικόνα της χώρας στη διεθνή σκηνή, αφού πλέον η δραστηριότητα του στη Συρία δεν είχε μόνο επιθετικό χαρακτήρα αλλά και ανθρωπιστικό. Επιπλέον, η ιδέα της ασφαλούς ζώνης ενίσχυσε και πάλι την δημοφιλία του στο εσωτερικό του ακροατήριο, το οποίο είχε αρχίσει να στρέφεται εναντίον της προσφυγικής του πολιτικής, καθώς φάνταζε όλο και πιο έντονη η προοπτική της μόνιμης παραμονής των προσφύγων στη χώρα. Μάλιστα, σημαντικό είναι να τονιστεί ότι η ζώνη αυτή δεν θα είχε ένα προσωρινό χαρακτήρα. Πιο αναλυτικά, το σχέδιο το οποίο παρουσίασε ο Ερντογάν, προβλέπει τη δημιουργία πλήρως ανεξαρτήτων πόλεων με υποδομές που θα υποστήριζαν τη μόνιμη διαβίωση του πληθυσμού εκεί, όπως σχολεία, νοσοκομειακές εγκαταστάσεις και κατοικίες. Το κόστος του σχεδίου αυτού υπολογίστηκε περίπου σε 24 δις ευρώ, ενώ εκτός από τη συνεισφορά της Τουρκίας, ο Ερντογάν τόνισε ότι θα πρέπει να λάβει χώρα ένα διεθνές συνέδριο για δωρεές υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε (Sinem Adar, 2020).

Ο μόνιμος χαρακτήρας  της ασφαλούς ζώνης είναι αυτός που αναδεικνύει τις πραγματικές προθέσεις του Ερντογάν και της Τουρκίας. Πίσω από τη δημιουργία της δεν βρίσκεται ένα ανθρωπιστικό σκεπτικό, βασισμένο στην αντίληψη ότι οι πρόσφυγες έχουν το δικαίωμα να μπορέσουν να γυρίσουν στην πατρίδα τους, σε ένα περιβάλλον ειρήνης και ευημερίας. Αντιθέτως, η ασφαλής ζώνη έχει ένα διπλό σκοπό. Από την μία, την αύξηση της επιρροής της Τουρκίας στη Συρία μέσω της μετακίνησης στην περιοχή ενός πληθυσμού με παρόμοια θρησκευτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά με αυτόν της Τουρκίας, ο οποίος θα αισθάνεται φιλικά διακείμενος προς αυτήν και θα της επιτρέψει να έχει λόγο στο πολιτικό μέλλον της Συρίας. Από την άλλη, μέσω της μετακίνησης του πληθυσμού αυτού, θα επιτευχθεί ένας μακροχρόνιος στόχος της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, αυτός της απομάκρυνσης του Κουρδικού πληθυσμού από τα σύνορα της. Συγκεκριμένα, η μετακίνηση αυτή θα αναγκάσει τόσο τους άμαχους όσο και τις Κουρδικές ένοπλες ομάδες να απομακρυνθούν από τα σύνορα της Τουρκίας, γεγονός που ήδη επιβεβαιώνεται από αναφορές για βίαιη συμπεριφορά Τουρκικών παραστρατιωτικών ομάδων έναντι του τοπικού πληθυσμού. Με αυτό τον τρόπο, η Τουρκία θα επιτύχει τόσο στο να απομακρύνει από τα σύνορα ένα πληθυσμιακό κομμάτι που εκλαμβάνει ως επικίνδυνο για την εθνική της ασφάλεια, όσο και στο να εξαλείψει κάθε πιθανότητα μιας Κουρδικής αυτονομίας στη Βόρεια Συρία. (Sinem Adar,2020)

λαππασ 2

Εικόνα: Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παρουσιάζει στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε, το σχέδιο του για την «ασφαλή ζώνη» στη Συρία. Σεπτέμβριος 2019

Επίλογος

Συνοπτικά, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Τουρκία έχει σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος αναφορικά με την διαχείριση της προσφυγικής κρίσης που προέκυψε από τον πόλεμο στη Συρία, αφού σήμερα φιλοξενεί στην επικράτεια της περίπου 4 εκατομμύρια πρόσφυγες. Βέβαια, πίσω από αυτή την πολιτική δεν βρίσκεται απλά ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και μια προσπάθεια να αποκομισθούν όσο το δυνατόν περισσότερα πολιτικά οφέλη. Για αυτό το λόγο, τόσο η διεθνής κοινότητα, αλλά κυρίως η Ε.Ε, οφείλουν να δραστηριοποιηθούν και να θέσουν τέλος σε αυτή την εκμετάλλευση. Είναι αναγκαίο λοιπόν, η Ε.Ε να δημιουργήσει μια συμπαγή πολιτική για την αντιμετώπιση του προσφυγικού, οπού από την μία θα δεχτεί μεγαλύτερους αριθμούς προσφύγων στα εδάφη της, ενώ από την άλλη θα εμπλακεί ενεργά στην εύρεση μιας ειρηνικής και βιώσιμης λύσης για το μέλλον της Συρίας η οποία θα επιτρέψει στους εκατομμύρια εκτοπισμένους που δεν θα μετακινηθούν στην Ευρώπη να επιστρέψουν με ασφάλεια στην πατρίδα τους (Julien Barnes-Dacey, 2020)

Υποσημείωση

  1. Από το Σεπτέμβριο του 2015, η Ρωσία προχώρησε στην ενεργή στήριξη του καθεστώτος Άσαντ, παρέχοντας αεροπορική στήριξη στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις, βοηθώντας το έτσι να ανακτήσει την πλειοψήφια των εδαφών που έχασε στην πορεία του Συριακού εμφυλίου (Malak Chabkoun, 2017)

 

Βιβλιογραφία

  1. Bethan McKernan (2020), «Dozens of Turkish soldiers killed in strike in Idlib in Syria», The Guardian. Διαθέσιμο εδώ
  2. Καθημερινή (2020), «ΟΗΕ: 13.000 πρόσφυγες και μετανάστες στα ελληνοτουρκικά σύνορα». Διαθέσιμο εδώ
  3. Frontex (2016), «  Risk Analysis for 2016». Διαθέσιμο εδώ
  4. BBC (2016), «How is the migrant crisis dividing EU countries?¨». Διαθέσιμο εδώ
  5. DW (2018), «Where do EU countries stand on migration?». Διαθέσιμο εδώ
  6. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (2016), «Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, 18 Μαρτίου 2016». Διαθέσιμο εδώ
  7. European Commission (2019), «EU-TURKEY STATEMENT Three years on». Διαθέσιμο εδώ
  8. Jonathon Burch (2011), «Turkish PM calls on Syria’s Assad to quit», Reuters. Διαθέσιμο εδώ
  9. BBC (2017), « Turkey ‘ends’ Euphrates Shield campaign in Syria». Διαθέσιμο εδώ
  10. BBC (2016), «Syria war: US warns over Turkish-Kurdish violence». Διαθέσιμο εδώ
  11. Loaa Adel (2016), «Germany warns Turkey from attacking Kurds in Syria», Iraqi news Διαθέσιμο εδώ
  12. Caleb Mills (2019), «Operation Peace Spring: A Timeline», Geopolitical Monitor. Διαθέσιμο εδώ
  13. Joshua Nevett (2019), «Turkey-Syria offensive: What are ‘safe zones’ and do they work?», BBC. Διαθέσιμο εδώ
  14. Sinem Adar (2020), «Repatriation to Turkey’s “Safe Zone” in Northeast Syria», SWP. Διαθέσιμο εδώ
  15. Patrick Wintour (2019), «Recep Tayyip Erdoğan proposes ‘safe zone’ for refugees in Syria», The Guardian. Διαθέσιμο εδώ
  16.  Bethan McKernan (2019), «Turkey’s ‘safe zone’ in northern Syria unsafe for civilians, says report», The Guardian. Διαθέσιμο εδώ
  17. Jamie Dettmer (2020), «What Does Turkey’s President Want?», VOA.  Διαθέσιμο εδώ
  18. Euronews (2020), «EU and Turkey agree to review 2016 migration deal». Διαθέσιμο εδώ
  19. Julien Barnes-Dacey (2020), «How Europe can help Syrians survive Assad and coronavirus»,  ECFR. Διαθέσιμο εδώ
  20. Malak Chabkoun (2017), «How Assad ‘won the war’». Al Jazeera. Διαθέσιμο εδώ
  21. Patrick Wintour (2018), «  Erdoğan accuses US of planning to form ‘terror army’ in Syria», The Guardian. Διαθέσιμο εδώ