Πετρελαϊκό κραχ εν μέσω παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης

από τον Εμμανουήλ Πανανά,

Πώς καταλαβαίνουμε την ύπαρξη μίας κρίσης; Πώς γίνεται εμφανές, από το πιο προσωπικό σημείο της κοινωνικής μας υπόστασης, μέχρι το πιο μακροσκοπικό επίπεδο του παγκόσμιου γίγνεσθαι, ότι οι ισορροπίες έχουν διαταραχθεί και πως η κανονικότητα έχει μετουσιωθεί, δημιουργώντας αβεβαιότητα και ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση; Μια απάντηση που έχει αναπτυχθεί εκτενώς στα κιτάπια των διανοητών και στις ποικίλες επιστημονικές αναλύσεις είναι πως βασική ένδειξη μη κανονικότητας αποτελεί η μεταβολή της προσφοράς και της ζήτησης σε αγαθά, τα οποία θεωρούνται βασικά για την συνέχεια του τρόπου ζωής, όπως έχει διαμορφωθεί εντός του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τρόπου ζωής. Ένα από αυτά τα αγαθά είναι το πετρέλαιο, το ίδιο το νέκταρ που δίνει ζωή στο σώμα της σύγχρονης κοινωνίας, όπως λέγεται συχνά.

Κατά την διάρκεια έξαρσης της κρίσης του νέου κορονοϊού SARS-CoV-2, υπεύθυνου για την ασθένεια Covid-19, που έχει προκαλέσει πρωτοφανείς καταστάσεις στο σύνολο των πτυχών της ανθρώπινης κοινωνίας σε ολόκληρη την υφήλιο, προκλήθηκε μια έντονη μεταβολή των τιμών του πετρελαίου. Για κάποιους, ήταν μια αιφνιδιαστική παράπλευρη απώλεια που δεν είχε υπολογιστεί από τις κυβερνήσεις των κρατών, ιδίως των ισχυρών κρατών των ανεπτυγμένων οικονομιών και των κρατών μελών του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών, όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν και το Κατάρ. Για κάποιους άλλους, ήταν μια αναμενόμενη επίπτωση της ταραχής, της αμφιβολίας αλλά και του πρωτοφανούς εγκλεισμού και του συντονισμένου περιορισμού των μετακινήσεων που επιβλήθηκε στην συντριπτική πλειοψηφία των χωρών ανά τον κόσμο για την προστασία της κοινωνίας και της δημόσιας υγείας.

Όπως και αν αντιλαμβάνεται και κατανοεί κανείς αυτή την, παρεμπίπτουσα, κρίση στον τομέα των ορυκτών κοιτασμάτων, γεγονός αποτελεί πλέον πως βιώνουμε την έκτη κατά σειρά κρίση πετρελαίου τα τελευταία πενήντα, περίπου, χρόνια. Στην εφιαλτική συνεδρίαση, που έλαβε χώρα στις 20 Απριλίου 2020, όπου η τιμή παράδοσης Μαΐου του αμερικανικού αργού πετρελαίου βυθίστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία σε αρνητικό επίπεδο, κάτω από την μηδενική τιμή δολαρίων ανά βαρέλι. Πιο συγκεκριμένα η τιμή σταθμίστηκε στα -37,63 δολάρια, λόγω της ακινητοποίησης της ζήτησης και της ακατάπαυστης συνέχισης εξόρυξης σε ρυθμούς κανονικότητας. Η τρέχουσα πραγματικότητα στον κόσμο των ορυκτών κοιτασμάτων μπορεί για τις νεότερες γενιές να μην είναι τόσο γνώριμη, αλλά για τους περισσότερους κάθε άλλο παρά άγνωστη δεν είναι.

Η αρχή των κρίσεων πετρελαίου καταγράφεται στις 17 Οκτωβρίου 1973, με την λεγόμενη «Πρώτη πετρελαϊκή κρίση». Σταθμίζοντας την οικονομική και κοινωνική άνθιση που γεύτηκαν οι φιλελεύθερες κοινωνίες του δυτικού καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς την εικοσαετία μετά το πέρας του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου (1950-1970), η κατάσταση που διαμορφώθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1970, για τους σύγχρονους της περιόδου εκείνης φάνταζε κατά πάσα πιθανότητα όνειρο απατηλό. Παρόλα αυτά, αποτέλεσε μία πρωτοφανή πραγματικότητα. Εκείνη την φθινοπωρινή μέρα, τα κράτη μέλη του OAPEC (Οργανισμός Αραβικών Χωρών – Εξαγωγέων Πετρελαίου), υποστηρίζοντας την Συρία και την Αίγυπτο στον πόλεμο του Yom Kippur, δήλωσαν πως δεν θα προμήθευαν πλέον τα κράτη που υποστήριζαν στην συγκεκριμένη διαμάχη το κράτος του Ισραήλ. Αποτέλεσμα ήταν η συνεχόμενη αύξηση των τιμών στις ΗΠΑ, την Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, φτάνοντας σε διάστημα μικρότερο των έξι μηνών από τρία σε είκοσι δολάρια το βαρέλι.

Το 1979, έξι μόλις χρόνια μετά, έρχεται η «Δεύτερη πετρελαϊκή κρίση», απότοκος της ιρανικής επανάστασης, της ανατροπής του Σάχη και την μετατροπή του Ιράν σε ισλαμική δημοκρατία. Με την τιμή του πετρελαίου να εκτοξεύεται στα 40 περίπου δολάρια το βαρέλι, λόγω της ασυνέπειας εξαγωγών της νέας ιρανικής ηγεσίας, υπήρξε σημαντική ύφεση στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Αξίζει να σημειωθεί, όμως, πως μετέπειτα, την περίοδο 1980-1986, υπήρξε συνεχόμενη πτώση των τιμών, με κορύφωση το 1986, όπου ακούμπησε το 46%. Η τάση αυτή εξομαλύνθηκε με την απελευθέρωση των εξαγωγών από την Σαουδική Αραβία, η οποία απεμπόλησε την πολιτική περιορισμού της παραγωγής της, οδηγώντας τα επόμενα χρόνια σε αδιάκοπο ρυθμό αύξησης της ζήτησης.

Το 1989, πλησιάζοντας στο τέλος της ψυχροπολεμικής πραγματικότητας και ανυπομονώντας για τον ερχομό της δεκαετίας του 1990,  η ανθρωπότητα αντίκρισε μία από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές που αντιμετώπισε ποτέ ο πλανήτης. Η πρόσκρουση του βυτιοφόρου Exxon Valdez, στις 24 Μαΐου 1989, στο ύφαλο Bligh, στα ανοικτά του Prince William Sound, είχε σαν αποτέλεσμα την διαρροή μιας κατά προσέγγιση υπολογίσιμης ποσότητας περίπου έντεκα με τριάντα εκατομμυρίων γαλονιών ακατέργαστου πετρελαίου (διακόσιες εξήντα με επτακόσιες πενήντα χιλιάδες βαρέλια) και την ρύπανση ενός σημαντικού κομματιού του οικοσυστήματος της Αλάσκα, σε ένα σημείο με ιδιαίτερα πλούσια βιοποικιλότητα. Μεγάλη μερίδα των πιο καταξιωμένων θεωρητικών των πετρελαϊκών κρίσεων εντάσσουν το ατύχημα του Exxon Valdez μεταξύ των σημαντικότερων σχετικών γεγονότων. Οι διαδικασίες καθαρισμού της πετρελαϊκής κηλίδας τελείωσαν το 1992, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε μια νέα δυναμική βιομηχανία με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος εμπνεόμενη από το συμβάν.

Το τέταρτο, πολιτικών διαστάσεων, πετρελαϊκό σοκ που κλόνισε τον κόσμο υπήρξε ο Πόλεμος του Κόλπου, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Οι εκτεταμένοι φόβοι που εμφανίστηκαν στην αρχή, σχετικά με την πιθανή δυσκολία διατήρησης των απαιτούμενων παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου, δεν ευδοκίμησαν και σύντομα, οι αρχικά ταραγμένες τιμές επανήλθαν σε φυσιολογική διακύμανση. Μετά την λήξη του Πολέμου, ακολούθησε μια σχετική ηρεμία στο πεδίο των υδρογονανθράκων για παραπάνω από μία δεκαπενταετία. Αυτό άλλαξε τον Ιούλιο του 2008, όταν στις ηλεκτρονικές συναλλαγές πετρελαίου της Ασίας, για πρώτη φορά στην ιστορία, η τιμή του βαρελιού εκτοξεύθηκε, ξεπερνώντας τα 147,27 δολάρια το βαρέλι. Μεταγενέστερες μελέτες της κρίσεως αυτής, άφησαν να εννοηθεί πως η εκτόξευση των τιμών, πιθανότατα, επηρεάστηκε από κινήσεις συγκεκριμένων κερδοσκόπων που είχαν ενεργή συμμετοχή και σημαντικά μερίδια αγοράς στις ασιατικές ηλεκτρονικές αγορές πετρελαίου.

Κάπως έτσι, και ενώ η διαφοροποίηση παραγόμενης και ζητούμενης ποσότητας συνέκλιναν όλο και περισσότερο σε ένα εξαιρετικά οριακό σημείο, φαινόταν πως ένα αναπάντεχο και καθολικό γεγονός θα ήταν πιθανό να διαταράξει την εύθραυστη αυτή ισορροπία σε σημαντικό βαθμό. Αυτό ακριβώς συνέβη, λοιπόν, στα μέσα Απριλίου του 2020 ως επακόλουθο της παγκόσμιας κρίσης δημόσιας υγείας, εξαιτίας του νέου κορονοϊού. Παράλληλα, το γεγονός πως πλέον οι αποθηκευτικοί χώροι μειώνονται σε σημαντικό βαθμό, ενώ η παραγωγή συνεχίζει απτόητη, φανερώνει μια απουσία της ίδιας της αξίας του εμπορεύματος, το οποίο συνδυαζόμενο με την, σχεδόν ταυτόχρονη, ακινητοποίηση ενός τεράστιου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού ακινητοποίησε και την κινητικότητα στην αλυσίδα αγοράς του πετρελαίου. Άρα, οι εξαγγελίες των κρατών «διαχειριστών» των μεγάλων παγκόσμιων κοιτασμάτων, όπως η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία, για σχετικό περιορισμό της παραγωγής, προκειμένου να επέλθει αποσυμφόρηση και να υπάρξει μια σχετική επανεκκίνηση της μαζικής ζήτησης, κρίνονται απόλυτα συνετές και λελογισμένες.

Παρά την όποια στασιμότητα που εμφανίστηκε στην αγοραστική κίνηση του πετρελαίου, εξαιτίας των ιδιόμορφων παραμέτρων της κρίσης δημόσιας υγείας, φαίνεται να εμφανίζεται ένα επιπλέον συμπέρασμα. Φαίνεται πως το πετρέλαιο διαθέτει, ακόμα, πολύ σημαντικό βαθμό επιρροής της παγκόσμιας οικονομικής αγοράς. Και σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις, η επιρροή αυτή θα διαρκέσει, εκτός σημαντικού απροόπτου για τα επόμενα τριάντα με πενήντα χρόνια, παρ’ όλη την προσπάθεια ευαισθητοποίησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα έχει στον πλανήτη η εξάντληση του πετρελαίου.

Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε πως, αν και η ανθρωπότητα έχει κάνει πολλές κινήσεις για να αποσυνδεθεί από την εξάρτηση του πετρελαίου και των παραγόμενων προϊόντων του μέσω των εναλλακτικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή κυριαρχίας των υδρογονανθράκων, οι οποίοι είναι ακόμα πολύ στενά συνδεδεμένοι με την ανθρώπινη δραστηριότητα, την παγκόσμια οικονομία και ποικίλες πτυχές της ζωής μας γενικότερα.

Απάντηση