Οι κοινωνίες της διακινδύνευσης και οι κοινωνίες του ελέγχου: Πόσο επίκαιροι είναι ο U. Beck και ο G. Deleuze?

από την Αθανασία Τριάντου,

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τη δεδομένη χρονική στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη κατάσταση εξαιτίας της πανδημίας του COVID-19. Η παγκόσμια αυτή κρίση ενέχει πολλών ειδών συνέπειες: κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές. Μια κατάσταση η οποία δύναται να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών, καθώς είναι προφανές πως τα όριά της ξεφεύγουν από το πεδίο της υγείας.

Στο πλαίσιο αυτό, έρχονται στο προσκήνιο πολλές κοινωνικές θεωρίες οι οποίες μπορούν, ως έναν βαθμό φυσικά, να σκιαγραφήσουν τη γενικότερη κατάσταση που αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα. Δύο από αυτές είναι η προσέγγιση περί κοινωνίας της διακινδύνευσης του U. Beck, και εκείνη για τις κοινωνίες του ελέγχου του G. Deleuze. Στο παρόν άρθρο, επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση των βασικών θέσεων αυτών των δύο θεωρητικών, καθώς και η σύνδεσή τους με την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΗΣ

Ο Ulrich Beck (1944-2015) ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος, ο οποίος άφησε το στίγμα του στην κοινωνιολογική σκέψη και την σύγχρονη κοινωνική θεωρία με την ανάπτυξη των θέσεών του σχετικά με την «κοινωνία της διακινδύνευσης» (risk society). Το πιο γνωστό έργο του σχετικά με την κοινωνία της διακινδύνευσης φέρει τον τίτλο «Risk Society: Towards a New Modernity» («Κοινωνία της διακινδύνευσης: Προς μια νέα νεωτερικότητα») το οποίο δημοσιεύθηκε το 1992. Είχε προηγηθεί η γερμανική έκδοση αυτού του έργου, το 1986, με τίτλο «Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne».

Αρχικά, στη σκέψη του Beck ήταν σαφές πως η ανθρωπότητα έχει σχεδόν ξεπεράσει το στάδιο της «κλασσικής» νεωτερικότητας, καθώς πλέον οι άνθρωποι αξιοποιούν την ανάπτυξη της ανθρώπινης και τεχνολογικής παραγωγικότητας (Jarvis, 2007) και κεντρικό ρόλο δεν έχουν οι δομές της πρότερης βιομηχανικής κοινωνίας (Ritzer, 2012). Παράλληλα, ωστόσο, απορρίπτει και την έννοια της μετανεωτερικότητας (Ritzer, 2012). Ο Beck υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στη φάση μιας νέας ή εκκολαπτόμενης νεωτερικότητας (Ritzer, 2012).

Αυτή η νέα ή εκκολαπτόμενη νεωτερικότητα έχει οριστεί από τον Beck ως «αναστοχαστική νεωτερικότητα» (reflexive modernity). Ξεφεύγοντας από τον κεντρικό ρόλο που είχαν οι δομές στις κλασσικές, βιομηχανικές κοινωνίες, στα πλαίσια της αναστοχαστικής νεωτερικότητας δίνεται μεγαλύτερη σημασία στη δράση του υποκειμένου – αναγνωρίζεται η ικανότητα του δρώντος υποκειμένου να δημιουργήσει την ίδια την κοινωνία (Ritzer, 2012). Σε αυτή τη διαπίστωση στηρίζεται και η βασική ιδέα της προσέγγισης των κοινωνιών της διακινδύνευσης: οι κίνδυνοι, τα «ρίσκα» που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες είναι δικά τους δημιουργήματα (Beck, 2006). Οι κίνδυνοι είναι αποτελέσματα ανθρωπίνων αποφάσεων και παρεμβάσεων (Beck, 2006), ενώ η αναστοχαστικότητα επιτρέπει στους ανθρώπους να αξιολογήσουν αυτούς τους κινδύνους (Ritzer, 2012).

Η έννοια του κινδύνου (risk) σημαίνει την αναμονή μιας καταστροφής: οι κοινωνίες της διακινδύνευσης χαρακτηρίζονται από την αναμονή καταστροφών σε παγκόσμιο επίπεδο (Beck, 2006). Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν ορισμένα γνωρίσματα:

Παγκοσμιότητα (globalization): Οι κίνδυνοι αυτοί, καθώς και οι συνέπειές τους, δεν περιορίζονται γεωγραφικά αλλά εξαπλώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο (Beck, 2006). Επιπλέον, στα πλαίσια των κοινωνιών της διακινδύνευσης, απειλείται η κυριαρχία και ο ρόλος του κράτους (Jarvis, 2007), αφού χάνει την ιδιότητα του «προστάτη» που είχε σε προηγούμενες κοινωνίες. Πλέον μπορούμε να μιλάμε για κοσμοπολιτισμό (cosmopolitanism) – που προτάσσεται ως έννοια αντίθετη στην κρατική πολιτική (nation-state politics). Πλέον, η οικονομία έχει αποκτήσει παγκόσμιο χαρακτήρα και το παγκόσμιο κεφάλαιο θεωρείται «απειλή» στο έθνος-κράτος. Πρόκειται για μια οιονεί συνεργασία μεταξύ κρατικών πολιτικών φορέων (π.χ. κυβερνήσεις, κοινοβούλια) και διεθνικών οικονομικών δρώντων (εκπροσώπους του κεφαλαίου, της οικονομίας και του εμπορίου), που δημιουργούν την «πολιτική οικονομία της αβεβαιότητας και της διακινδύνευσης» ή «political economics of uncertainty and risk» (Jarvis, 2007).

– Ο ανυπολόγιστος χαρακτήρας των συνεπειών τους (incalculableness) [Beck, 2006]

– Η αδυναμία αντιστάθμισής τους (noncompensatibility): Πολλοί από τους κινδύνους των σύγχρονων κοινωνιών είναι μη αναστρέψιμοι, λ.χ. ο κίνδυνος μιας τρομοκρατικής επίθεσης -η αναμονή πραγμάτωσης μιας τρομοκρατικής επίθεσης. Αν και εφόσον μια τρομοκρατική οργάνωση κατέχει ήδη τα όπλα που μπορούν να προκαλέσουν μαζικές καταστροφές, ο κίνδυνος θεωρείται μη ελεγχόμενος, αφού, λόγω της ήδη κατοχής των όπλων, η τρομοκρατική επίθεση είναι αναμενόμενη. Για το λόγο αυτό, η έννοια της αντιστάθμισης έχει αντικατασταθεί από εκείνη της πρόληψης (Beck, 2006). Τη λήψη, δηλαδή, μέτρων πριν την εμφάνιση του κινδύνου

– Η μακρά χρονική τους διάρκεια, υπό την έννοια ότι οι συνέπειές τους δεν μπορούν να προσδιοριστούν χρονικά (Beck, 2006)

– Η αδυναμία απόδοσης ευθυνών για τη γένεση και τις επιπτώσεις τους (Beck, 2006).

Οι κοινωνίες της διακινδύνευσης διακρίνονται από υψηλό βαθμό εξατομίκευσης (individualization). Ο Beck την έχει ορίσει ως την αποσύνθεση των βεβαιοτήτων της βιομηχανικής κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη εύρεσης νέων βεβαιοτήτων για τον καθένα (Jarvis, 2007). Με πιο απλά λόγια, η σιγουριά που παρείχαν οι δομές και η σταθερότητα της κλασσικής νεωτερικότητας των βιομηχανικών κοινωνιών, καταλύεται στα πλαίσια της κοινωνίας της διακινδύνευσης και έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της ατομικής ευθύνης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κράτος χάνει σιγά σιγά τον αυτόνομο ρόλο του, λόγω της παγκοσμιότητας των κινδύνων, και πλέον, σε μεγάλο βαθμό, κυρίαρχο ρόλο έχει η ατομική ευθύνη.

Ωστόσο, αυτή η εξατομίκευση δεν προσφέρει οφέλη σε όλους (Jarvis, 2007). Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχουν άτομα που μπορούν να «προστατεύσουν» τους εαυτούς τους από τους κινδύνους και να εξασφαλίσουν την προσωπική τους ασφάλεια, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα και είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στους διάφορους κινδύνους. Σε αυτή την κατηγορία ίσως ανήκουν, κυρίως, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι και οι ευπαθείς ομάδες.

Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι αυτός ο υψηλός βαθμός εξατομίκευσης προκύπτει από την αδυναμία των αρμοδίων δομών να διαχειριστούν τους κινδύνους (Beck, 2006). Διευκρινίστηκε ήδη ότι, στα πλαίσια της αναστοχαστικής νεωτερικότητας, οι δομές δεν έχουν τον κυρίαρχο ρόλο που είχαν στις βιομηχανικές κοινωνίες, αφού έχουν καταρρεύσει, επομένως το «βάρος» μετατοπίζεται στο κάθε άτομο, τον κάθε κοινωνό, ώστε να προστατεύσει τον εαυτό του από τους κινδύνους. Αυτή η διαπίστωση, όπως και τα βασικότερα σημεία της θεωρίας του Beck, θα ειδωθούν και θα γίνουν πιο κατανοητά στο τελευταίο μέρος, όπου θα γίνει εφαρμογή τους στη σημερινή κατάσταση που βιώνουμε λόγω της πανδημίας.

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ο Gilles Deleuze (1925-1995) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, που ασχολήθηκε αρκετά και κατάφερε να εξελίξει τη θεωρία του αναρχισμού, ενώ έχει αφήσει πλούσιο συγγραφικό έργο. Μια από τις πιο σπουδαίες συμβολές του, υπήρξε η ανάπτυξη της οπτικής του για τις λεγόμενες κοινωνίες του ελέγχου.

Προτού εξηγηθεί τι είναι οι κοινωνίες του ελέγχου, πρέπει να γίνει μια σύντομη αναδρομή στον M. Foucault και τις κοινωνίες της πειθάρχησης, οι οποίες προηγούνται χρονικά. O Foucault, ειδικά στο έργο του «Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής», μιλά για τις κοινωνίες της πειθάρχησης και συνδέει την έννοια της πειθαρχίας με 3 παραμέτρους: το σώμα, τη δύναμη και τη γνώση (Λάζος, 2007). Αναφορικά με το σώμα, αυτό δεν έχει αυτόνομο, αλλά αντίθετα πειθήνιο χαρακτήρα, αφού ετεροκαθορίζεται στα πλαίσια της εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι σωματικές ποινές, αλλά και το παράδειγμα της φυλακής, όπου το άτομο είναι περιορισμένο εκεί. Η δύναμη λειτουργεί ως στρατηγική κυριαρχίας, ενώ εκδηλώνεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο συνθηκών, δομών και σχέσεων. Τέλος, η γνώση θεωρείται ως προϋπόθεση για τον έλεγχο και την εξουσία πάνω σε οποιοδήποτε υποκείμενο ή αντικείμενο -όσο πιο πολλές πληροφορίες έχουμε για κάποιον ή κάτι, τόσο πιο εύκολος είναι ο έλεγχος επ’ αυτού.

Πλέον, όλα τα περιβάλλοντα εγκλεισμού περνούν κρίση και βρίσκονται στη φάση πλήρους αποδόμησής τους (Deleuze, 1992). Η κυριότερη διαφορά των κοινωνιών της πειθάρχησης από τις κοινωνίες του ελέγχου, είναι ότι αυτός ο έλεγχος πλέον δεν περιορίζεται σε κλειστά περιβάλλοντα, αλλά αφορά και τα ανοιχτά περιβάλλοντα (Deleuze, 1992). Ο έλεγχος και η επιτήρηση περνούν πλέον και στο ανοιχτό περιβάλλον και ενσωματώνουν τις τεχνολογικές εξελίξεις των μετανεωτερικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο έλεγχος συνιστά ένα συνεχές (Deleuze, 1992). Είναι μια αέναη διαδικασία, που αφορά όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και χαρακτηρίζεται από τον «αόρατο» χαρακτήρα της τεχνολογίας.

Στις κοινωνίες του ελέγχου κυριαρχούν οι κώδικες. Οι κώδικες είναι μια ψηφιακή γλώσσα που εξασφαλίζει -ή όχι- την πρόσβαση σε πληροφορίες (Deleuze, 1992). Προκείμενου το υποκείμενο να έχει πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες της καθημερινής ζωής, πρέπει να «πιστοποιεί» την ταυτότητά του, άρα την ύπαρξή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πιστωτικές κάρτες, οι αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης, οι διάφοροι κωδικοί πρόσβασης σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες κ.ά. .

Η ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ

Παραπάνω, παρουσιάστηκαν ορισμένα βασικά στοιχεία της κοινωνίας της διακινδύνευσης και της κοινωνίας του ελέγχου, τα οποία βρίσκουν άμεση εφαρμογή στην παρούσα κατάσταση.

Αρχικά, όσον αφορά τη διακινδύνευση, η περίοδος που όλοι βιώνουμε χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αστάθειας και αίσθημα ευθύνης των πολιτών, τόσο απέναντι στο κοινωνικό σύνολο όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Παρά την ύπαρξη αρμοδίων φορέων που λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της κοινωνίας, δεν παύει να τονίζεται από εκείνους ότι ο ρόλος του πολίτη στην εξομάλυνση της κατάστασης, είναι ο πιο καίριος: είναι, λοιπόν, φανερό το στοιχείο της εξατομίκευσης (individualization). Από αυτήν ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ωφελούνται όλοι. Υπάρχουν κοινωνοί που αδυνατούν να προστατεύσουν μόνοι τους τους εαυτούς τους από τον κίνδυνο, όπως λ.χ. είναι οι ευπαθείς ομάδες.

Οι άνθρωποι αυτοί καταφεύγουν στην αναζήτηση συνδρομής από τις γνώριμες σε αυτούς δομές, όπως είναι τα νοσοκομεία ή γενικότερα το εθνικό σύστημα υγείας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι δομές δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο, καθώς βρίσκονται οι ίδιες σε κατάσταση αποδόμησης και αποσύνθεσης, όπως γράφει και ο ίδιος ο Beck. Σε περιόδους διακινδύνευσης και διαχείρισης κινδύνων, είναι χαρακτηριστική και συνηθισμένη η αναζήτηση ασφάλειας των πολιτών στο πρόσωπο του Κράτους (Ritzer, 2012). Σιγά σιγά όμως, το αίσθημα ασφάλειας που προσφέρει το Κράτος χάνεται, ενώ και το ίδιο παροτρύνει τους πολίτες του να δείξουν υπευθυνότητα και να «σώσουν» τους εαυτούς τους. Όπως έχει επισημανθεί, οι κίνδυνοι έχουν πλέον παγκόσμια διάσταση, και ο ρόλος του Κράτους ως προστάτη καταλύεται, ενώ η διάρκειά τους είναι μακρά, οι συνέπειές τους αναρίθμητες και η απόδοση ευθυνών αδύνατη.

Από την σκοπιά του ελέγχου, φαίνεται πως έχουμε περάσει σε μια κατάσταση όπου η επιτήρηση έχει ξεπεράσει τα όρια του οποιουδήποτε κλειστού περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παρούσας κατάστασης είναι η αποστολή SMS που ίσχυε μέχρι πρότινος, προκειμένου να έχουμε τη δυνατότητα να μετακινηθούμε εκτός οικίας. Χρησιμοποιώντας όρους του Deleuze, αυτό το μέτρο -όπως και άλλα παρόμοιας φύσης- εξασφαλίζει την πρόσβαση σε πτυχές της καθημερινότητας: συνιστά έναν «κωδικό». Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτός ο τύπος επιτήρησης συνιστά ένα «πανοπτικό», έναν τρόπο παρακολούθησης και ελέγχου που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός από το άτομο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συνεπώς, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η πανδημία του COVID-19, όπως και άλλες παρόμοιες καταστάσεις, δεν αφορά αποκλειστικά τον τομέα της υγείας, αλλά εγείρει και άλλα ζητήματα που εμπίπτουν σε άλλα πεδία.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ιός αποτελεί κίνδυνο. Έναν κίνδυνο που πρέπει να κατασταλεί και να αντιμετωπιστεί/διαχειριστεί. Έναν κίνδυνο που έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, με φανερή την αδυναμία πολλών κρατών να τον καταστείλουν πλήρως, μεταθέτοντας την ευθύνη για προστασία στους κοινωνούς. Ένα φαινόμενο με συνέπειες που θα φανερωθούν κυρίως μελλοντικά, σε πολλούς τομείς (λ.χ. υγεία, εργασία, εκπαίδευση).

Παρά όμως αυτή την κρατική αδυναμία και αποδόμηση, η επιτήρηση και ο έλεγχος δεν έχουν εκλείψει. Εδώ υπάρχει το εξής οξύμωρο: από τη μία, η πρακτική αδυναμία των κρατών να «τιθασεύσουν» τον κίνδυνο και τις επιπτώσεις του, με αποτέλεσμα να θίγουν το ζήτημα της ατομικής ευθύνης, και από την άλλη η τάση για έλεγχο των πολιτών. Φαίνεται, λοιπόν, ότι, εκτός από την υγεία, πρέπει να υπάρξει μέριμνα και για τους τομείς των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που εύκολα μπορούν να πληγούν στα πλαίσια αυτά.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Beck, U. (2006). «Living in the world risk society». Economy and Society, 35(3), pp. 329-345.

Beck, U. (2009). «Critical Theory of World Risk Society: A Cosmopolitan Vision». Constellations, 16(1), pp. 3-22.

Deleuze, G. (1992). «Postscript on the societies of control». October, vol. 59, pp. 3-7.

Jarvis, D. (2007). «Risk, Globalisation and the State: A Critical Appraisal of Ulrich Beck and the World Risk Society Thesis». Global Society, 21(1), pp. 23-46.

Ritzer, G. (2012). Σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία. Επιστημονική επιμέλεια: Ιωάννα Καυτανζόγλου. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Rose, N. (2000). «Government and Control». British Journal of Criminology, vol. 40, pp. 321-339.

Λάζος, Γ. (2007). Κριτική Εγκληματολογία. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Απάντηση