της Ασημίνας Αντωνίου,

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, εν συντομία «ΟΝΕ», αποτελεί ένα προηγμένο στάδιο «πολυεθνικής ολοκλήρωσης» στο πλαίσιο της ΕΕ, το οποίο προϋποθέτει μία κοινή νομισματική πολιτική, ως απόρροια στενά συντονισμένων οικονομιών. Η προσπάθεια υλοποίησής της, ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας του ’60 – αρχές του ’70 στη Σύνοδο της Χάγης, όπου οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των τότε κρατών-μελών προσδιόρισαν την ΟΝΕ ως τον επόμενο στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παρ’ όλα αυτά, το εγχείρημα διακόπηκε βίαια λόγω της κατάρρευσης του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών «Bretton Woods», δημιουργώντας ένα κύμα αστάθειας στις αγορές συναλλάγματος. Παράλληλα, οι ισοτιμίες των ευρωπαϊκών νομισμάτων τέθηκαν σε ισχυρή δοκιμασία, με την ενιαία αγορά να μην έχει θεσπιστεί ακόμη ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΟΚ. Εξάλλου, για την ευρυθμία της κοινής αγοράς, η σύγκλιση των οικονομικών πολιτικών και το κοινό νόμισμα μεταξύ των κρατών μελών καθίστανται απαραίτητα.

 Με μία γρήγορη ματιά στο σήμερα, πριν αναφερθούμε στο πως υλοποιήθηκε η ΟΝΕ, παρατηρούμε ότι το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης παρουσιάζει κάποιους δομικούς περιορισμούς που δυσκολεύουν την περαιτέρω οικονομική σύγκλιση. Άραγε η προοπτική για στενά συνδεδεμένα κράτη μέσω ενός κοινού νομίσματος μπορεί να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια ή μήπως οι αρχικοί στόχοι ήταν αρκετά φιλόδοξοι;

Δημιουργία της ΟΝΕ

Μετά την κατάρρευση του συστήματος του «Bretton Woods», βλέπουμε μία εκ νέου προσπάθεια θέσπισης ενός συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, το αποκαλούμενο «φίδι στην σήραγγα», το οποίο αποφασίστηκε στην Σύνοδο του Παρισιού το 1972. Συγκεκριμένα, «το φίδι» αναπαριστούσε τα εθνικά νομίσματα, που μέσω ενός μηχανισμού, προσπαθούσε να βγει αλώβητο μέσα στα στενά όρια διακύμανσης του δολαρίου (η «σήραγγα»). Ωστόσο, λόγω του πλήγματος της πετρελαϊκής κρίσης, των αποκλινουσών οικονομικών πολιτικών και της αδυναμίας του δολαρίου, το «φίδι» απέτυχε σε λιγότερο από δύο χρόνια και τελικά, περιορίστηκε σε μια «ζώνη του γερμανικού μάρκου» που περιλάμβανε τη Γερμανία, τη Δανία και τις χώρες BENELUX (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο).

Στη συνέχεια, το 1979, μετά την Σύνοδο των Βρυξελλών του ’78, δημιουργείται το «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ)», με βάση μια ιδέα σταθερών αλλά ευέλικτων συναλλαγματικών ισοτιμιών. Τα νομίσματα όλων των κρατών μελών συμμετείχαν στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών που έγινε γνωστός ως ΜΣΙ Ι, με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες να βασίζονταν στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (ECU). Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ΕΝΣ, μέσα σε μία δεκαετία, συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της μεταβλητότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Παρά ταύτα, εξαιτίας κάποιων κερδοσκοπικών επιθέσεων κατά πληθώρας νομισμάτων, τα περιθώρια διακύμανσης διευρύνθηκαν στο 15%, ποσοστό που κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας του μηχανισμού αυτού.

Έτσι, το 1988, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ανόβερου τοποθέτησε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την εκ νέου προσπάθεια υλοποίησης της ΟΝΕ. Στο πλαίσιο αυτό αποφάσισε τη σύσταση μίας επιτροπής, υπό την προεδρία του Jacques Delors (Πρόεδρο της τότε Ευρωπαϊκής Επιτροπής) με σκοπό να εξετάσει το εγχείρημα αυτό. Ως αποτέλεσμα της επιτροπής παρουσιάστηκε η «Έκθεση Delors», όπου αφορούσε σαφή μέτρα για την δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης σε τρία (3) στάδια. Ταυτόχρονα, τονίστηκε η ανάγκη για συντονισμό των οικονομικών πολιτικών μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και η δημιουργία ενός οργάνου για τον συντονισμό της νομισματικής πολιτικής, δηλαδή η θέσπιση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ειδικότερα, η πραγμάτωση του εγχειρήματος είχε ως εξής:

Το πρώτο στάδιο, θα έμπαινε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου του 1990 και αποτελούσε το εναρκτήριο σήμα της όλης διαδικασίας. Περιλάμβανε μεταξύ άλλων: α) την όλο ένα και μεγαλύτερη σύγκλιση των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών της ΕΚ, β) την στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών και γ) την ελεύθερη χρήση της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Μονάδας (ECU) ως νόμισμα μετάβασης για την επικείμενη νομισματική ένωση.

Στο δεύτερο στάδιο, που τέθηκε σε λειτουργία από την 1η Ιανουαρίου του 1994, στόχος ήταν η μείωση των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, καθώς αργότερα, όταν θα λάμβανε χώρα η Τραπεζική Ένωση, θα ήταν αδήριτη η ανάγκη σύγκλισης οικονομιών με υγιή δημοσιονομικά, προκειμένου να επιτευχθεί σταθερότητα της ένωσης.

Το τελευταίο στάδιο, έφερε στο προσκήνιο την επιτομή της νομισματικής ένωσης, δηλαδή την εισαγωγή του Ευρώ () από την 1/1/1999 ως αντικατάσταση των εθνικών νομισμάτων ενώ, πλέον, είχε επιτευχθεί ο πλήρης συντονισμός των Κεντρικών Τραπεζών.

Εδώ έγκειται και η ειδοποιός διαφορά της ΟΝΕ με τα υπόλοιπα αποτυχημένα εγχειρήματα του παρελθόντος. Παρά τις οικονομικές αστοχίες, την έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και την διαρκή υποτίμηση των ευρωπαϊκών νομισμάτων, η ΟΝΕ προωθήθηκε σαν εγχείρημα προκειμένου να υπερκεράσει αυτά τα εμπόδια, αλλά και να φέρει λύσεις στην πληθώρα των προβλημάτων που έφεραν στο προσκήνιο οι οικονομικές ενώσεις του παρελθόντος. Ειδικότερα, διευκόλυνε το εμπόριο, τις συναλλαγές και την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, καθώς μια τέτοια αγορά, αφενός για να είναι ενιαία και αφετέρου για να έχει τα οφέλη που έχει μια ενιαία αγορά η ύπαρξη ενός κοινού νομίσματος αποτελεί μονόδρομο. (europarl.europa.eu, n.d.)

Οφέλη της ΟΝΕ για την ανάπτυξη των κρατών

Έχοντας σαν αφετηρία το έτος 1968 με την Τελωνειακή Ένωση, βασικό έργο της τότε ΕΟΚ, ήταν η ίδρυση ενός κοινού εξωτερικού δασμολογίου, όπου τα κράτη θα έχουν πρόσβαση σε προϊόντα υψηλότερης ποιότητας σε χαμηλότερη τιμή, έχοντας πλέον καταργηθεί οι δασμοί από το εμπόριο μεταξύ των χωρών. Στην συνέχεια, την σκυτάλη παίρνει η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986, η οποία χαρακτηρίζεται ως ένα μεγάλο βήμα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μιας και πλέον υπήρχε ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών ανάμεσα στα κράτη. Η ενιαία αγορά αποτελεί τον συνδετικό κρίκο για την αποτελεσματικότητα της ΟΝΕ, η οποία και προβλέφθηκε στην Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΟΝΕ είναι το αποτέλεσμα της βαθμιαίας οικονομικής ολοκλήρωσης και όχι αυτοσκοπός για την ένωση (ecb.europa.eu, n.d.)

Τα 19 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σταδιακά αποφάσισαν να υιοθετήσουν το Ευρώ σαν το εθνικό τους νόμισμα, τείνουν να έχουν μία σειρά από οφέλη, μεταξύ άλλων τα εξής: Αρχικά, το κοινό νόμισμα διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς, μιας και το εύρος της αγοράς αυξάνεται, εφόσον υπάρχει μεγαλύτερη εσωτερική αποδοτικότητα και ευρωστία, τόσο συνολικά στην ένωση αλλά και μεμονωμένα στα κράτη μέλη. Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα το ευρώ να γίνει ένα «σκληρό νόμισμα» στη διεθνή οικονομική σκηνή, με συνεπαγόμενα οφέλη στα κράτη μέσω του εμπορίου. Παράλληλα, υπάρχει μείωση του συναλλαγματικού κινδύνου, εφόσον το νόμισμα είναι κοινό και αυτό συμβάλλει στις ασφαλείς και σταθερά επικερδείς συναλλαγές. Ακόμα, μέσω της ΟΝΕ, τα κράτη μέλη ωφελούνται από την αποφυγή ανταγωνιστικών υποτιμήσεων και κερδοσκοπίας, αλλά και από έναν υψηλό δείκτη πληθωρισμού, ο οποίος θα ήταν επιζήμιος για τις οικονομίες των κρατών.  Συγχρόνως, η συμμετοχή στην ΟΝΕ επιφέρει μείωση του κόστους των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και διαφάνεια των τιμών μεταξύ των κρατών-μελών,  γεγονότα που οδηγούν συνολικά στη βελτίωση των όρων του εμπορίου (European Commission, n.d.).

Θεωρία των Άριστων Οικονομικών Περιοχών και Νομισματικό Τρίλημμα

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, κατά την δημιουργία της, βασίστηκε στην «Θεωρία των Άριστων Οικονομικών Περιοχών – Optimal Currency Area (OCA)» του Robert Mundell (1961), η οποία υποστηρίζει πως σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή η υιοθέτηση ενός μοναδικού νομίσματος μπορεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό πλεονέκτημα για τις χώρες που το χρησιμοποιούν έναντι των εθνικών τους νομισμάτων. Λαμβάνοντας ως παράδειγμα την Ευρώπη, εννοούμε πως δύο χώρες- κράτη μέλη της ΕΕ έχουν εγκαταλείψει τα εθνικά τους νομίσματα και έχουν στραφεί στην χρήση ενός κοινού νομίσματος, δηλαδή του Ευρώ (euro). Ταυτόχρονα, το Ευρώ διαχειρίζεται εξ’ ολοκλήρου από την μία κοινή κεντρική τράπεζα, ήτοι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (European Central Bank), η οποία είναι ανεξάρτητη και καθορίζει την ποσότητα χρήματος που θα κυκλοφορεί στην αγορά. Συνολικά, η θεωρία αυτή προβλέπει ότι τα κράτη που συμμετέχουν στην OCA επωφελούνται από μια στενότερη συνεργασία και διευκολύνεται το εμπόριο παραγωγικών συντελεστών, αγαθών και υπηρεσιών (Chappelow, 2019).

Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες της αγοράς, ένα κράτος, προκειμένου να αποφασίσει τον τρόπο χάραξης της εθνικής οικονομικής πολιτικής του, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα «Νομισματικό Τρίλημμα». Βάσει της συγκεκριμένης θεωρίας, σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, μια οικονομία πρέπει να θυσιάσει ένα από τα ακόλουθα: (1) Σύστημα Σταθερών Ισοτιμιών, (2) Ανεξάρτητη Νομισματική Πολιτική και (3) Ελεύθερη Κίνηση Κεφαλαίων, με σκοπό την ευρυθμία των δημοσιονομικών δεικτών και την συνακόλουθη αναχαίτιση πιθανών αρνητικών επιπτώσεων λόγω μη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών. Στην περίπτωση της ΟΝΕ υφίσταται το σύστημα σταθερών ισοτιμιών ανάμεσα στα εθνικά νομίσματα, εφόσον το νόμισμα είναι κοινό, ενώ κράτη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ άτυπα ή τυπικά έχουν συνδέσει τη συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού τους νομίσματος με το ευρώ (βλ Δανία +/- 7,5%). Δεύτερον, υπάρχει ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων ως απόρροια της θέσπισης της ενιαίας αγοράς. Αντιθέτως, η ανεξάρτητη νομισματική πολιτική έχει παραγκωνιστεί, αφού κύριος δρώντας είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που ρυθμίζει την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά, ενώ είναι υπεύθυνη για την χάραξη μίας ενιαίας νομισματικής πολιτικής μεταξύ των κρατών-μελών που αποτελούν μέρος της Ευρωζώνης (De Grauwe, 2014).

Δομικοί Περιορισμοί της ΟΝΕ

Η ΟΝΕ κατά την δημιουργία της από τους διαμορφωτές πολιτικής της ΕΕ παρουσίασε κάποιους δομικούς περιορισμούς όπως:

  1. Το πρωταρχικό δομικό πρόβλημα της ΟΝΕ είναι ότι αποτελεί περισσότερο νομισματική παρά οικονομική ένωση. Η απουσία μίας κοινής οικονομικής πολιτικής δημιουργεί αστάθεια στην ένωση, καθώς την κάνει ευάλωτη σε ασύμμετρες οικονομικές κρίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κρίση του ’08-’09, που κατέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο την δυσκολία άμεσης ανταπόκρισης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Ειδικότερα, κράτη όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιταλία – γνωστές με το όνομα «PΙIGS» -, θεωρήθηκαν υπαίτιες για την εξάπλωση της κρίσης στον ευρωπαϊκό νότο, θέτοντας σε κίνδυνο τα θεμέλια της ΟΝΕ. Ωστόσο, τα κράτη αυτά είχαν εισέλθει στην ΕΕ με ένα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα ενώ, η ταυτόχρονη έλλειψη οικονομικής σύγκλισης ανάμεσα στα κράτη-μέλη αδυνατούσε να τα προφυλάξει από την διόγκωση του εθνικού δημοσίου χρέους τους. Βέβαια, για να υπάρξει μια ενιαία οικονομική πολιτική απαιτείται αναθεώρηση των ήδη υπαρχόντων συνθηκών, κάτι που θα έφερνε ριζικές αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της Ένωσης – κάτι που αρκετά κράτη δεν το δέχονται (Hafner and Jager, 2013).
  2. Η αναποτελεσματικότητα των ήδη υπαρχόντων δημοσιονομικών κανόνων καταδεικνύει την αδυναμία της ένωσης να πειθαρχήσει τα κράτη μέλη της ΟΝΕ που τείνουν να παρεκκλίνουν. Για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός αποτελεί ένα απαραίτητο στοιχείο για την άσκηση μιας ορθά δομημένης μακροοικονομικής πολιτικής και στην παρούσα περίπτωση, η Ένωση εκδίδει αρκετά περιορισμένους προϋπολογισμούς που αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες των κρατών. Ειδικότερα φαίνεται να καλύπτει μόνο το 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, το οποίο υπολογίζεται σε 15,3 τρις €.
  3. Παρουσιάζεται έλλειψη ενός συστήματος μεταβιβαστικών πληρωμών με σκοπό την αναδιανομή του πλούτου, καθώς η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού θα βοηθούσε την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των κρατών.
  4. Τα κράτη με την είσοδό τους στην ΟΝΕ χάνουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν την εθνική τους ισοτιμία, γεγονός που είναι καίριο ενόψει οικονομικών κρίσεων. Συνεπώς, βάσει του νομισματικού τριλήμματος, δεν διαθέτουν πλέον αυτόνομη εθνική νομισματική πολιτική, εφόσον είναι δεσμευμένα στο ευρώ, το οποίο με την σειρά του ελέγχεται από την ΕΚΤ.
  5. Τέλος, προκύπτει ότι είναι αρκετά δύσκολο κράτη μια διαφορετικές παραγωγικές βάσεις (βιομηχανίες) και διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης να επιτυγχάνουν κοινούς δημοσιονομικούς στόχους και αυτή μάλλον είναι “η τραγωδία της ΟΝΕ”.

Συνεπώς, καταλήγοντας, η εστίαση θα πρέπει να γίνει σε μια ισόρροπη ανάπτυξη, όπου δεν θα παραγκωνίζεται καμία εθνική οικονομία με τις συνεπακόλουθες οικονομικές της δυνατότητες, ένεκα των κοινών στόχων (Παπούλιας, 2017).

Προοπτικές – Επίλογος

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση χαρακτηρίζεται ως μία πορεία προς την περαιτέρω Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, ένα μέσο για κάνει η Ευρώπη ένα βήμα μπροστά απέναντι στην ανταγωνιστικότητα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Για αυτό, δικαιολογημένα αποτελεί την κορωνίδα της όλης διαδικασίας, όντας ένα προηγμένο στάδιο πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, στα θεμέλια της κατασκευής της παρατηρούνται κάποιοι σαφείς δομικοί περιορισμοί, που την κάνουν εύθραυστη στις κρίσεις με άμεσες συνέπειες τόσο στα μεμονωμένα κράτη μέλη, αλλά και ευρύτερα στην ένωση. Αδήριτη ανάγκη καθίσταται η ύπαρξη δημοσιονομικής πειθαρχίας και εποπτείας, ενώ η προσπάθεια οικονομικής σύγκλισης μέσω στενά συντονισμένων οικονομικών πολιτικών ανάμεσα στα κράτη θα συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της ένωσης. Παράλληλα, η  χρηματοοικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών κρίνεται επίσης αναγκαία, με σκοπό την αποτροπή των κρίσεων, αλλά και την μείωση του οικονομικού χάσματος μεταξύ βορρά και νότου. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η ΟΝΕ αποτελεί ένα μέσο  για την προώθηση των κοινών στόχων των κρατών-μελών της ΕΕ και την ταυτόχρονη αύξηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της. Εντούτοις, καθίσταται φανερό ότι για να έχουν όλοι οι συμμετέχοντες οφέλη θα πρέπει να γίνουν αντιστοίχως ανταγωνιστικοί ή να προωθηθεί κεντρικά μια ισόρροπη ανάπτυξη η οποία θα συμβάλλει στην οικονομική σύγκλιση.

 

 

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Chappelow, J., (2019). «Optimal Currency Area Definition». Investopedia. Available here [Accessed 11 June 2020].

De Grauwe, P., (2014). Οικονομική Της Νομισματικής Ένωσης. 10th ed. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. «Ιστορία Της Οικονομικής Και Νομισματικής Ένωσης | Θεματολογικά Δελτία Για Την Ευρωπαϊκή Ένωση».  Europarl.europa.eu. Available here [Accessed 11 June 2020].

European Bank, n.d. «Οικονομική Και Νομισματική Ένωση». European Central Bank. Available here [Accessed 11 June 2020].

European Commission, n.d. «Η ΕΕ Και η Οικονομική και Νομισματική Ένωση». Op.europa.eu. Available here [Accessed 11 June 2020].

Hafner, K. and Jager, J., (2013). «The Optimum Currency Area Theory And The EMU».  Intereconomics. Available here [Accessed 12 June 2020].

Μούσης, Ν., n.d. Europedia.Moussis.Eu. 1st ed. [ebook] Europedia.moussis.eu, pp.1-27. Available here [Accessed 10 June 2020].

Παπούλιας, Ν., (2017). «Το Δομικό Πρόβλημα Της Οικονομικής Και Νομισματικής Ένωσης.»  Power Politics. Available here [Accessed 12 June 2020].