Ιταλία-Ρωσία: Η ιστορική βάση της σχέσης και η επικαιρότητα

από την Αθηνά Μπίτσα,

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Ιταλία είναι ένας από τους σημαντικότερους εταίρους της Ρωσίας στην Ευρώπη, έχουν καθιερώσει εκτεταμένη συνεργασία σε σχεδόν όλους τους τομείς, πολιτικό, πολιτισμικό ενεργειακό και οικονομικό.  Η οικονομική συνεργασία βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο και στα περισσότερα θέματα της παγκόσμιας πολιτικής η Ρωσία και οι θέσεις της Ιταλίας είναι κοντά ή συμπίπτουν. Ακόμη, οι πολυάριθμες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια μεταξύ των ηγετών των δύο χωρών έχουν εξελιχθεί σε ειδικές και προνομιακές σχέσεις Ρωσίας-Ιταλίας. Αυτή η σχέση, ωστόσο, δεν παύει να είναι περίπλοκη, διότι περιλαμβάνει ιστορικές ιδεολογικές συμπάθειες, γεωστρατηγικούς υπολογισμούς, εμπορική πίεση, ενεργειακή εξάρτηση και προσωπικές σχέσεις μεταξύ κορυφαίων ηγετών. Αυτή η περίεργη συνεργασία μεταξύ μιας περιφερειακής δύναμης και μιας πρώην υπερδύναμης λειτουργεί με βάση το ότι ούτε η Ρωσία ούτε η Ιταλία παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της άλλης και αναγνωρίζουν τις αντίστοιχες σφαίρες επιρροής τους. Η Ιταλία διατηρεί μια στρατηγική σχέση με τη Ρωσία που βασίζεται στην αλληλεξάρτηση και στα κοινά συμφέροντα.  Αυτό το άρθρο αναλύει την ιδιαιτερότητα αυτής της σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.

Ιστορική σχέση

Η ιστορική σχέση μεταξύ Ρωσίας και Ιταλίας δεν παρουσιάζεται συχνά στις τρέχουσες εξελίξεις. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη ανεπίλυτων αντιπαραθέσεων από το παρελθόν και στη γεωγραφική απόσταση μεταξύ των δύο χωρών που τις οδήγησαν να προσανατολιστούν σε διαφορετικές περιοχές επιρροής σε όλη την πλειονότητα της ιστορίας τους. Ωστόσο, η διακριτική συνεργασία μεταξύ Ιταλίας και Ρωσίας έχει μακρά ιστορία. Το 1909,  υπέγραψαν το Racconigi Bargain, το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Έτσι, η Ιταλία και η Τσαρική Ρωσία υποσχέθηκαν να συνεργαστούν, ώστε κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, οι διπλωμάτες του Μουσολίνι και του Στάλιν διαπραγματεύθηκαν την αμοιβαία αναγνώριση των σφαιρών επιρροής στη Μεσόγειο-Ρώμη και στην Κεντρική Ανατολική Ευρώπη-Μόσχα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η φασιστική Ιταλία και η Σοβιετική Ένωση σχεδόν υπέγραψαν μια ολοκληρωμένη συμμαχία για να αντισταθμίσουν τη γερμανική υπεροχή στην Ευρώπη. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησε μια εποχή καλών εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, που προωθήθηκε από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο αποτέλεσε σημαντικό πολιτικό δεσμό με τη Σοβιετική Ρωσία. Αυτή η σχέση ξεπέρασε την οικονομία και κάλυψε επίσης τις πολιτικές σχέσεις, παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες βρίσκονταν σε αντίθετες πλευρές του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Στην συνέχεια, από την δεκαετία του 1950, οι Χριστιανοδημοκράτες επιχειρηματίες, στην Ιταλία, όπως ο ιδρυτής της ENI, αναζήτησαν μια οικονομική συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση. Έτσι, δύο απτά παραδείγματα της συνεργασίας  τους είναι, η ιταλική εταιρεία ενέργειας ENI το 1969 και η ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία FIAT το 1970 (Association of Accredited Public Policy Advocates to the European Union, 2019).

Ωστόσο, με την έλευση της εποχής του Πούτιν πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα,  βελτίωση των πολιτικών σχέσεων και  σταθερή αύξηση του διμερούς εμπορίου Αποτέλεσμα αυτού ήταν η πολιτική σταθεροποίηση και η γρήγορη ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας, οι οποίες προσέλκυσαν τους Ιταλούς επενδυτές. Ταυτόχρονα, τα τελευταία 15 χρόνια, κάνει την εμφάνιση της μια νέα ειδική σχέση, αφού οι πολιτικές διαφορές πλέον, δεν ήταν εμπόδιο για τη δημιουργία φιλικών σχέσεων. Έτσι, η ανάπτυξη αυτής της σχέσης αποδίδεται στην προσωπική φιλία μεταξύ του πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος έγινε ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της συνεργασίας με τη Ρωσία τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στο ΝΑΤΟ. Η ιταλική πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ελίτ ήταν πάντα προσανατολισμένη προς τη Ρωσία, αφού πάντα υπήρχαν οι υποστηρικτές της Ρωσίας στην εγχώρια πολιτική της Ιταλίας. Έτσι, η ​​Ιταλία διευκόλυνε την προσέγγιση της Ρωσίας με τις δομές ασφαλείας του ΝΑΤΟ. Σε σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε στην Pratica di Mare, τον Μάιο του 2002, το ΝΑΤΟ και η Ρωσία ίδρυσαν το Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας (NRC), το οποίο παρέχει ένα φόρουμ για διαβούλευση, οικοδόμηση συναίνεσης, κοινές αποφάσεις και δράσεις, όπου μεμονωμένα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ και η Ρωσία συνεργάζονται ως ίσοι εταίροι σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων ασφάλειας.  Η σύνοδος κορυφής στην Pratica di Mare δημιούργησε μια ατμόσφαιρα συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, την οποία οι Ιταλοί ηγέτες ονόμασαν αργότερα ως «πνεύμα Pratica di Mare».    (Sputniknews, 2017; De Maio, 2019).

Αναφορικά με την Ιταλία, η καριέρα του Μπερλουσκόνι ως πρωθυπουργού της χώρας έληξε τον Νοέμβριο του 2011, αλλά οι σχέσεις με τη Ρωσία διατηρήθηκαν αρμονικές. Η τότε αφυπηρετούσα κυβέρνησή αντικαταστάθηκε από ένα υπουργικό συμβούλιο τεχνοκρατών με επικεφαλής τον πρώην Επίτροπο της ΕΕ, Μάριο Μόντι. Ο καινούργιος πρωθυπουργός συνειδητά δεν άλλαξε την ουσία της συνεργασίας μεταξύ Ρώμης και Μόσχας, με αποτέλεσμα να φαίνεται ξεκάθαρα πως  η σχέση αυτή δεν στηρίζεται μόνο σε προσωπικότητες και προσωπικές φίλιες αλλά σε κοινά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Η πιθανότητα είτε της Ιταλίας είτε της Ρωσίας να έρθουν σε ρήξη συμφερόντων και κατά επέκταση των σχέσεων της από τώρα έως το 2030 είναι ελάχιστη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι δύο αυτές χώρες λειτουργούν σε διαφορετικές γεωπολιτικές διαστάσεις, η Ιταλία στη Μεσόγειο και η Ρωσία στην Ευρασία. Επομένως, η Ιταλία και η Ρωσία πιθανότατα θα παραμείνουν αλληλεξαρτώμενες κατά τα έτη έως το 2030 και μετά.  Τον Σεπτέμβριο του 2012, η ​​Ρώμη και η Μόσχα προχώρησαν στο να οργανώσουν μια 10ήμερη κοινή στρατιωτική άσκηση, ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα συνεργασίας ασφάλειας μεταξύ Ρωσίας και κράτους μέλους του ΝΑΤΟ (Ministri of Foreign Affairs)

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η πανδημία Covid 19 είναι μια παγκόσμια κρίση που ταλανίζει όλες τις χώρες αυτήν την περίοδο και ως εκ τούτου τροποποιεί τις σχέσεις μεταξύ κρατών, προκαλώντας απροσδόκητες εξελίξεις και δυναμικές. Συγκεκριμένα, η Ιταλία, έχει υποστεί ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα λόγω του ίου με αμέτρητους θανάτους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να προβεί σε μια γενικότερη έκκληση για βοήθεια. Ωστόσο, η ΕΕ έχει αφήσει αβοήθητη την χώρα, με την Γερμανία ακόμα και την στιγμή που πεθαίνουν δεκάδες Ιταλοί, να συνεχίζει να προκαλεί και να μην δίνει βοήθεια στον Κόντε. Μετά από μια μακρά τηλεφωνική κλήση μεταξύ του πρωθυπουργού, Giuseppe Conte και του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Ρώσος Πρόεδρος δεσμεύτηκε να βοηθήσει την Ιταλία στη μάχη εναντίον της πανδημίας. Απότοκο της παροχή βοήθειας της Ρωσίας στην Ιταλία για την καταπολέμηση της εξάπλωσης του Κορωνοϊού ήταν η φανέρωση της αποτυχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παράσχει άμεση βοήθεια σε ένα μέλος που βρίσκεται σε κρίση, ενώ ενίσχυσε και διαφήμισε την Ρωσία τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Έτσι, η Ιταλία είναι ευγνώμων για τις μονάδες απολύμανσης και το στρατιωτικό υγειονομικό προσωπικό που έστειλε η Ρωσία, σε αντίθεση με την φειδωλή ανταπόκριση από τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. (Poggioli, 2020).

Ωστόσο, αυτή η παροχή βοήθειας από την Ρωσία έχει ως στόχο την ελπίδα για βοήθεια της Ιταλίας, ώστε να γίνουν άρση των διεθνών κυρώσεων που επιβλήθηκαν το 2014 μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και της ΕΕ βλέπουν στην πράξη αρωγής περισσότερο μία γεωπολιτική κίνηση, που ενισχύει τη ρωσική εξουσία και  την επιρροή της Μόσχας, συνεπώς δεν την εκλαμβάνουν ως γενναιοδωρία. Επομένως, οι σχέσεις Ρωσίας Ιταλίας δεν είναι μόνο σημαντικές αλλά και στρατηγικές ώστε οι χώρες στην ΕΕ να αναπτύξουν θεμέλια για μια ισχυρή σχέση με την Ρωσία, η οποία δείχνει απαραίτητη με το δεδομένο της παγκόσμιας ηγεσίας Κίνας και ΗΠΑ. Επιπροσθέτως, υπάρχει ιδιαίτερη υποστήριξη από την Ιταλία σχετικά με την πολιτική κυρώσεων στην Ρωσία.  Αυτό οφείλεται, στο γεγονός πως η κατάσταση αυτή  προκαλεί μεγάλη ανησυχία στους Ιταλούς επενδυτές, που προτίθενται να συνεχίσουν τη δουλειά τους στη Ρωσία. Η Ρωσία από την πλευρά της, είναι διαθέσιμη να προσφέρει οποιαδήποτε υποστήριξη στις εταιρείες της Ιταλίας (Sorace, 2020).

Ένα πρόβλημα που προέκυψε στην ειδική σχέση μεταξύ Ρωσίας Ιταλίας είναι το διπλωματικό επεισόδιο που συνέβη εν μέσω της κρίσης του COVID-19. Συγκεκριμένα, παρά τη δωρεάν βοήθεια της Ρωσίας στον ιταλικό στρατό, σε σχέση με την ενεργό εξάπλωση του ιού COVID-19, η Ιταλία συνέχισε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στα ρωσικά θαλάσσια σύνορα. Έστειλε, δηλαδή ένα Αμερικανικό στρατιωτικό αεροσκάφος Boeing P-8A Poseidon, το οποίο απογειώθηκε από ιταλικό αεροδρόμιο και πέταξε κοντά στην Κριμαία, και ένα ιταλικό πολεμικό πλοίο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, καθώς διενεργεί ναυτικές ασκήσεις κοντά στα θαλάσσια ρωσικά σύνορα. Η Ρωσία, θέλοντας να μην δώσει μεγάλη βάση στο περιστατικό ενεργεί ουδέτερα και πιστεύει πως η Ιταλία αντί να καταπολεμά τα εσωτερικά της προβλήματα δείχνει μια στρατιωτική δύναμη που δεν έχει. Έτσι, η Ρωσία δίνει προτεραιότητα στην χώρα της, που πλήττεται εξίσου από τον COVID-19. Ωστόσο, το χειρότερο σενάριο που μπορεί να πραγματοποιηθεί είναι μια ρήξη ανάμεσα σε Ρωσία-ΝΑΤΟ, κάτι πολύ επικίνδυνο σε μια περίοδο που ολόκληρη η Ευρώπη έχει βρεθεί σε δυσμενή κατάσταση λόγω του COVID-19 και δεν είναι πλέον σε θέση να στηρίξει την ανατολική πλευρά της Ευρώπης ενάντια στη ρωσική επιρροή, με αποτέλεσμα, ειδικά οι  Βρυξέλλες αλλά και η Ουάσιγκτον να έχουν έρθει σε μια αρκετά δύσκολη θέση (ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ 2020).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Ιταλίας μπορούν πράγματι να συνοψιστούν ως προνομιακή συνεργασία, η βάση της οποίας βρίσκεται τόσο στους λογικούς όσο και στους συναισθηματικούς παράγοντες. Ο άξονας της Μόσχας υφαίνει ρεαλιστικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, πολιτιστικές και ιστορικές παραδόσεις, την αμοιβαία διάθεση των δύο ηγετών και, τέλος, την προσωπική φιλία των υψηλού επιπέδου πολιτικών. Ωστόσο, στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων είναι τα πρακτικά μακροπρόθεσμα συμφέροντα, όπως φαίνεται και στα τελευταία 20 χρόνια, δεν υπόκεινται σε απότομες αλλαγές σκοπιμότητας. Αν και μπορεί να αλλάξει το στυλ της διπλωματίας σύμφωνα με ορισμένες προτιμήσεις των πολιτικών, αυτές οι αλλαγές εξακολουθούν να εμφανίζονται μέσα στο ίδιο σύστημα χάραξης εξωτερικής πολιτικής. Επομένως, στην σχέση της Ιταλίας με τη Ρωσία, η ενέργεια είναι το πιο σημαντικό διμερές ζήτημα και η αναζήτηση σταθερού ενεργειακού εφοδιασμού από τη Ρωσία αναγκάζει συχνά την Ιταλία να συμβιβαστεί σε θέματα ασφάλειας και πολίτικης. Τέλος, η συνεργασία της Ιταλίας με την Ρωσία παρά τις τρέχουσες εξελίξεις θα συνεχίσει, διότι οι δυο αυτές χώρες είναι  αλληλεξαρτώμενες και θα παραμείνουν έτσι πιθανόν έως το 2030 αλλά και αργότερα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αggarwal, Μ. “The International Relations Between (1871-1914).” History Discussion. Διαθέσιμο εδώ.

Vergine, S. (2019) “Conte to Putin: EU sanctions on Russia make Italy ‘sad'”. EUObserver. Διαθέσιμο εδώ.

Iacoboni, J. (2020) “Di Maio sul caso degli aiuti da Mosca: “Mi riservo di approfondire chi faccia parte del team russo.” La stampa. Διαθέσιμο εδώ.

Prothero, M. (2020) “Russia sent Italy a military convoy of medical supplies to help with the coronavirus outbreak. Italy said it was useless and accused them of a PR stunt.” Businessinsider. Διαθέσιμο εδώ.

Φορτί, Α. (2009) “Ιταλία-Ρωσία. Δεν αφορά μόνο το αέριο.” inosmi.ru. Διαθέσιμο εδώ.

Poggioli, S. (2020). “THE CORONAVIRUS CRISIS For Help On Coronavirus, Italy Turns To China, Russia And Cuba” NPR. Διαθέσιμο εδώ.

Sorace, S. (2020). “Russian Army sending hard-hit Italy coronavirus aid after Putin phone call.” Foxnews. Διαθέσιμο εδώ.

Association of Accredited Public Policy Advocates to the European Union. (2019) “Italy Russia Relations.” Διαθέσιμο εδώ.

ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ (2020). “Διπλωματικό επεισόδιο Μόσχας-Ρώμης – Ιταλικά ΜΜΕ: “Οι Ρώσοι στείλανε πράκτορες της GRU μαζί με την ιατρική βοήθεια”. Διαθέσιμο εδώ.

Sputniknews (2017). “Main Facts About Russian-Italian Relations”. Διαθέσιμο εδώ.

De Maio, G. (2019).  “Italy and Russia, the link is increasingly close.” Reset dialogues. Διαθέσιμο εδώ.

Rosato, Α. (2016),  “A marriage of convenience: The future of Italy–Russia relations.” European Council on Foreign Affairs. Διαθέσιμο εδώ.

Ministri of Foreign Affairs, Relations between Italy and Russia. Διαθέσιμο εδώ.

Απάντηση