Η υπόθεση Floyd υπό το πρίσμα της Εγκληματολογίας: Η ακραία έκφραση της πολιτικής μηδενικής ανοχής

της Αθανασίας Τριάντου,

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η δολοφονία του George Floyd, στις 25 Μαΐου 2020, από Αμερικανούς αστυνομικούς, έχει συνταράξει την παγκόσμια κοινή γνώμη. Η βαναυσότητα της πράξης καθαυτής, αλλά και ο ρατσιστικός χαρακτήρας της έχουν οδηγήσει σε ερωτήματα σχετικά με τον πραγματικό ρόλο της αστυνομίας και τα στερεότυπα που εμφιλοχωρούν στην άσκηση της εξουσίας. Παράλληλα, παρατηρείται άμεση συνάφεια των γεγονότων με την πολιτική μηδενικής ανοχής, η οποία εφαρμόζεται κατ’ εξοχήν στις Η.Π.Α. στα πλαίσια της αντεγκληματικής πολιτικής. Στο παρόν άρθρο, λοιπόν, επιχειρείται μια αξιολόγηση της πολιτικής μηδενικής ανοχής που ακολουθούν οι Η.Π.Α. με αφορμή το ακραίο αυτό περιστατικό.

ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΗΔΕΝΙΚΗΣ ΑΝΟΧΗΣ: Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΠΑΣΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

Η θεωρητική βάση της πολιτικής μηδενικής ανοχής, είναι η θεωρία των σπασμένων παραθύρων (broken windows theory), η οποία διατυπώθηκε το 1982 από τους J. Q. Wilson και G. L. Kelling. Αφετηρία της υπήρξε το πρόγραμμα «Ασφαλείς και Καθαρές Γειτονιές» (Safe and Clean Neighborhoods Program), το οποίο εφάρμοσε η Πολιτεία του New Jersey στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, δόθηκε χρηματοδότηση από το Κράτος για πεζές περιπολίες σε 28 πόλεις, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής της κοινότητας και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας (Wilson & Kelling, 1982). Ωστόσο, μερικά χρόνια αργότερα, διαπιστώθηκε ότι τα ποσοστά της εγκληματικότητας στις περιοχές αυτές δεν είχαν μεταβληθεί: απλώς οι πολίτες ένιωθαν μεγαλύτερη ασφάλεια, πίστευαν ότι στην περιοχή τους είχε μειωθεί η εγκληματικότητα και λάμβαναν λιγότερα μέτρα προστασίας από εγκληματικές ενέργειες (Wilson & Kelling, 1982). Επομένως, αυτό που επετεύχθη δεν ήταν η μείωση της εγκληματικότητας, αλλά η αύξηση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών και της τάξης στην περιοχή.

Μια προγενέστερη αφετηρία της θεωρίας των σπασμένων παραθύρων είναι ένα κοινωνικό πείραμα του καθηγητή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Stanford, P. Zimbardo, το 1969 (Wilson & Kelling, 1982). Ο καθηγητής τοποθέτησε ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες στο Bronx -μια υποβαθμισμένη και με υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας περιοχή- και ένα αντίστοιχο αυτοκίνητο στο Palo Alto, μια εύπορη περιοχή στην Καλιφόρνια. Από τη μία, το αυτοκίνητο στο Bronx δέχθηκε βανδαλισμούς στα πρώτα δέκα λεπτά που τοποθετήθηκε στην περιοχή και μέσα σε 24 ώρες, το αυτοκίνητο είχε αδειάσει. Αντιθέτως, το αυτοκίνητο στο Palo Alto έμεινε άθικτο για περισσότερο από μία εβδομάδα. Τότε, ο καθηγητής έσπασε μέρος του αυτοκινήτου, και σε μερικές ώρες το αυτοκίνητο είχε γίνει σημείο βανδαλισμού.

Περνώντας στην ουσία της θεωρίας των σπασμένων παραθύρων, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από τους Wilson και Kelling, αυτή είναι η εξής: η αταξία που δεν αντιμετωπίζεται εγκαίρως, προκαλεί περισσότερη αταξία, ενώ η περισσότερη αταξία οδηγεί στο έγκλημα (Τζαννετάκη, 2018). Η θεωρία αυτή, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές/συμβατικές/θετικιστικές θεωρίες περί εγκληματικού φαινομένου, δεν έχει ως στόχο τον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων της εγκληματογένεσης, αλλά έχει εργαλειακό και πρακτικό χαρακτήρα (Τζαννετάκη, 2018).

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΗΔΕΝΙΚΗΣ ΑΝΟΧΗΣ: ΑΚΡΑΙΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ

Η εφαρμογή της θεωρίας των σπασμένων παραθύρων στην πράξη είναι η λεγόμενη πολιτική μηδενικής ανοχής (zero tolerance policy), η οποία πρωτοεφαρμόστηκε τη δεκαετία του ’90 στη Ν. Υόρκη από τον τότε Δήμαρχο, R. Giuliani. Συνοπτικά, πρόκειται για την εισαγωγή ενός νέου μοντέλου αστυνόμευσης, που θα στοχεύει στον περιορισμό της αταξίας στην κοινότητα και τη διατήρηση της ευρυθμίας σε αυτήν (Τζαννετάκη, 2018). Κατά συνέπεια, αυτή η πολιτική είναι αναγκαίο να εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και τους ίδιους τους πολίτες στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της. Η ουσιαστική συμβολή και συμμετοχή των πολιτών στην αντεγκληματική πολιτική είναι ένα από τα στοιχεία μιας ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής, ενώ οι Η.Π.Α. είναι η πρώτη χώρα που υιοθέτησε πρακτικές κοινοτικής πρόληψης του εγκλήματος (Ζαραφωνίτου, 2003).

Στα πλαίσια της πολιτικής μηδενικής ανοχής, καθορίζεται από την αστυνομία και τα νομοταγή μέλη μιας κοινότητας ποιες πράξεις θεωρούνται αντικοινωνικές -άρα ο ρόλος της αστυνομίας επεκτείνεται και στην καταπολέμηση συμπεριφορών που δεν αποτελούν ποινικά αδικήματα (Τζαννετάκη, 2018).

Ωστόσο, αυτό το μοντέλο ενέχει σοβαρές προβληματικές, κυρίως ηθικού, νομικού και ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Παρακάτω, παρουσιάζονται εν συντομία ορισμένες από αυτές.

Αρχικά, δεν είναι πάντοτε σαφής η διάκριση μεταξύ «εγκληματικής πράξης» και «αντικοινωνικότητας», και ειδικότερα πράξεων που απειλούν την ευταξία της κοινότητας (χωρίς απαραίτητα να συνιστούν εγκλήματα) και βίαιων/σοβαρών ποινικών αδικημάτων (Ζαραφωνίτου, 2003). Επιπλέον, η παραδοχή ότι η έντονη παρουσία της αστυνομίας στην κοινότητα μειώνει τα ποσοστά φόβου των πολιτών απέναντι στο έγκλημα, δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη (Τζαννετάκη, 2018).

Το κυριότερο, ίσως, πρόβλημα με την πολιτική μηδενικής ανοχής -το οποίο και συνδέεται άμεσα με την υπόθεση Floyd-, είναι η εμφιλοχώρηση προκαταλήψεων και στερεοτύπων σε βάρος μειονοτικών κοινωνικών ομάδων, στο όνομα της διατήρησης της τάξης. Βάσει των γεγονότων, ο Floyd δολοφονήθηκε ενώ είχε συλληφθεί για πλαστογραφία: αφού του έβαλαν τις χειροπέδες, τον έβγαλαν από το περιπολικό και τον ακινητοποίησαν στο πεζοδρόμιο. Ένας από τους αστυνομικούς πίεζε τον Floyd στο λαιμό με το γόνατό του για περίπου 8 λεπτά, προκαλώντας τον θάνατό του.

Η υπόθεση Floyd είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας αστυνομικής βίας, στα πλαίσια της πολιτικής μηδενικής ανοχής. Η συγκεκριμένη ενέργεια έχει έντονα ρατσιστικά χαρακτηριστικά -παρατηρείται, άλλωστε,  Αφροαμερικανοί να αντιμετωπίζουν πλήθος βίαιων, ρατσιστικών συμπεριφορών και επιθέσεων. Οι αστυνομικοί-δράστες θεώρησαν ότι έχουν τη δικαιοδοσία να επιδείξουν διπλό είδος ισχύος: από τη μία την «υπεροχή» τους ως λευκών (το λεγόμενο «λευκό προνόμιο» – «white privilege»), και από την άλλη τη δύναμη που τους δίνει το αξίωμα και ο ρόλος τους στην κοινωνία.

Η περίπτωση αυτή είναι χαρακτηριστική του περάσματος των ορίων της αντεγκληματικής πολιτικής, αλλά και της διατήρησης της τάξης. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν δημιουργείται στον πολίτη η αίσθηση της ασφάλειας και της μείωσης του φόβου του εγκλήματος. Αντιθέτως, ενισχύεται η αρνητική αντίληψη του κοινού για την αστυνομία αλλά και για το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης γενικότερα. Το γεγονός ότι ο Floyd εκείνη τη στιγμή είχε συλληφθεί για ένα ποινικό αδίκημα, δεν δικαιολογεί την πράξη των αστυνομικών, η οποία στρέφεται τόσο κατά της αρχής της αναλογικότητας όσο και πολλών άλλων αρχών του ποινικού δικαίου, αλλά και θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εν γένει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από τα παραπάνω είναι φανερό πως η πολιτική μηδενικής ανοχής δεν σημειώνει την αναμενόμενη επιτυχία. Αυτό συμβαίνει κυρίως διότι είναι πολύ λεπτή η γραμμή μεταξύ αντεγκληματικής πολιτικής (κατά βάση καταστολής) και επίδειξης άκρατης ισχύος, που μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο -όπως έγινε με τον Floyd. Όταν η γραμμή αυτή ξεπερνιέται, η αντίληψη των πολιτών για την αστυνομία όχι απλώς γίνεται χειρότερη, αλλά φτάνει μέχρι και σε εκδηλώσεις μίσους, όπως έγινε και μετά τη δολοφονία του Floyd σε παγκόσμιο επίπεδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ένας εκ των δραστών προσπαθούσε να αποτρέψει τους μάρτυρες από την όποια παρέμβαση.

Συνεπώς, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της αστυνομίας, καθώς οι ακραίες πρακτικές επιφέρουν ακραίες αντιδράσεις. Έτσι, χάνεται τόσο η ουσία της πολιτικής/θεωρίας, όσο και οι σκοποί της. Τέτοιες πρακτικές που στρέφονται κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ιδιαίτερα της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, προκαλούν εν τέλει μεγαλύτερο χάος. Η άμετρη επίδειξη δύναμης από φορείς απονομής δικαιοσύνης είναι κατακριτέα, τόσο σε νομικό όσο και σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Καμία δικαιοσύνη δεν αποδίδεται με τον θάνατο και την εφαρμογή στην πράξη ρατσιστικών ιδεοληψιών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Wilson, J.Q. & Kelling, G.L. (1982). «Broken Windows: The police and neighborhood safety». The Atlantic Monthly, 249(3), pp. 29-38. Ανακτήθηκε εδώ.

Ζαραφωνίτου, Χ. (2003). Πρόληψη της εγκληματικότητας σε τοπικό επίπεδο: Οι σύγχρονες τάσεις της εγκληματολογικής έρευνας. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Τζαννετάκη, Τ., Η Θεωρία των «Σπασμένων Παραθύρων» και η Πολιτική της Μηδενικής Ανοχής (λήμμα). Σε Σπινέλλη, Κ.Δ., Κουράκης, Ν.Ε. & Κρανιδιώτη, Μ.Π. (επιμ.) (2018). Λεξικό Εγκληματολογίας. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

BBC news (2020). “George Floyd: What happened in the final moments of his life”. Ανακτήθηκε εδώ.

 

Απάντηση