της Μαρία Φαρρούκου,

Η προσέγγιση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας, στις αρχές τις δεκαετίας του 1930, μπορεί να χαρακτηριστεί από τάσεις βελτίωσης. Αποτελεί την πρώτη περίοδο ελληνοτουρκικής προσέγγισης μετά την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Βενιζέλου αλλά και του τότε υπουργού εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Ο Βενιζέλος προετοίμασε το έδαφος της προσέγγισης, αποστέλλοντας επιστολές στον τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Πασά και τον υπουργό Εξωτερικών, Τεφήκ Ρουστού Μπέη. Στις επιστολές αυτές γινόταν αναφορά στα σημεία στα οποία θα μπορούσε να βασισθεί η βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών. Η θετική απάντηση της τουρκικής πλευράς δεν άργησε να έρθει. (Συρίγος 2016, σ. 77). 

Στις 10 Ιουνίου 1930, υπογράφεται στην Άγκυρα, η Συμφωνία της Άγκυρας ή αλλιώς το Οικονομικό Σύμφωνο, το οποίο μνημονεύεται στα σχετικά εγχειρίδια ως σημείο καμπής στις σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας. Η Συμφωνία ρύθμιζε τα εκκρεμή ζητήματα, τα σχετιζόμενα με την Ανταλλαγή Πληθυσμών, που είχαν προκύψει από την Συνθήκη της Λωζάνης, και ειδικότερα, το πρόβλημα των περιουσιών των προσφύγων. Στη Συμφωνία γινόταν δεκτό από αμφότερες πλευρές ότι δεν ήταν δυνατός ο ακριβής υπολογισμός των ανταλλαξίμων περιουσιών. Έτσι, Ελλάδα και Τουρκία αποδέχονταν να προχωρήσουν στο συμψηφισμό των εκατέρωθεν περιουσιών. Η Ελλάδα, όμως, ανελάμβανε παράλληλα να πληρώσει επιπλέον 440.000 λίρες Αγγλίας, ως αποζημίωση για απώλειες διαφόρων περιουσιών δικαιούχων που ανέκυπταν από την Σύμβαση της Λωζάνης. Οι όροι της συμφωνίας του Ιουνίου έκλιναν αναμφισβήτητα υπέρ της τουρκικής πλευράς, τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο. Όπως λογικώς προκύπτει, η αξία των περιουσιών 1.300.000 Ελλήνων που ζούσαν στην Τουρκία πριν το 1922 υπερτερεί κατά πολύ της αξία της περιουσίας που εγκατέλειψαν στην Ελλάδα περίπου 400.000 μουσουλμάνοι. Επιπροσθέτως, η Τουρκία είχε καταφέρει να μειώσει τον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως από 300.000 που ήταν το 1922, σε 125.000 σύμφωνα με την απογραφή του 1935. (Συρίγος 2016, σ. 79). 

Με αυτόν τον τρόπο, τέθηκαν οι βάσεις της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, που εγκαινίασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά τον εκλογικό του θρίαμβο, τον Αύγουστο του 1928. Ο Κρητικός πολιτικός είχε αντιληφθεί πως η ευόδωση των σχεδίων του θα ήταν αδύνατη, εάν πρωτίστως δεν διευθετούσε τις εκκρεμότητες που σχετίζονταν με την Ανταλλαγή Πληθυσμών και ειδικότερα, το πρόβλημα των περιουσιών των προσφύγων. (Κλάψης 2010, οπισθόφυλλο)

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε την Άγκυρα. Συγκεκριμένα, στις 30 Οκτωβρίου υπεγράφησαν τρεις ελληνοτουρκικές συμφωνίες: α) «Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας», β) συμφωνία περιορισμού των ναυτικών εξοπλισμών, γ) εμπορική σύμβαση. Ως προς την «Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας» αξίζει να σημειωθεί πως το πρώτο κιόλας άρθρο συμπεριλάμβανε διάταξη, η οποία  εμπόδιζε τα δύο κράτη να συμμετέχουν σε «συμφωνίαν πολιτικής ή οικονομικής φύσεως εστραμμένην εναντίον του ετέρου εξ αυτών». Επιπλέον, αναφορικά με την συμφωνία περιορισμού των ναυτικών εξοπλισμών, οι δύο χώρες συμφώνησαν να αλληλοενημερώνονται έξι μήνες νωρίτερα για τις παραγγελίες πολεμικών πλοίων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η πρόληψη ενδεχόμενου ανταγωνισμού στους ναυτικούς εξοπλισμούς δια φιλικού διακανονισμού. Τον Οκτώβριο του 1931, ο Τούρκος Πρωθυπουργός, Ισμέτ Ινονού ανταπέδωσε την επίσκεψη στην Αθήνα.
 

Όπως επισήμανε ο H.C.F. Finlayson σε άρθρο του, στις 15 Νοεμβρίου 1930, στην εφημερίδα Economist, κρίνει ως διεθνούς σπουδαιότητας την ελληνοτουρκική προσέγγιση που επετεύχθη μέσω του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας του 1930. (Millet Gazetesi 2019)  Επιπροσθέτως, Ελλάδα και Τουρκία είχαν σημείο ταύτισης την αρνητική στάση κατά του αναθεωρητισμού της Βουλγαρίας στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Υπήρχε ταύτιση συμφερόντων σε ένα μείζον θέμα ασφαλείας, με την συνεργασία τους να αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα στον αναθεωρητισμό της Βουλγαρίας την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η προσέγγιση ήταν επίσης ευπρόσδεκτη από την πλευρά της Τουρκίας για μια σειρά από λόγους. Ο κυριότερος ήταν να βγει από την διεθνή απομόνωση. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία υπέβαλε αίτημα για προσχώρηση στην Κοινωνία των Εθνών, το οποίο υποστήριξε ένθερμα η ελληνική πλευρά και ευοδώθηκε τον Ιούλιο του 1932. (Κλάψης 2015, σ. 97-109)

Η νέα ελληνοτουρκική προσέγγιση συνεχίσθηκε από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις κατά την δεκαετία του 1930, με την υπογραφή συμφωνιών και επίσημες επισκέψεις ανώτατων κυβερνητικών στελεχών από τις δύο πλευρές. Απόγειο της ελληνοτουρκικής προσεγγίσεως αποτέλεσε η συνομολόγηση, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1933, δεκαετούς «Συμφώνου Εγκάρδιας Συνεννόησης», το οποίο αποτελούσε αμοιβαία εγγύηση για τα κοινά ελληνοτουρκικά σύνορα στην Θράκη, ενώ διεύρυνε ακόμη περισσότερο το πεδίο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. (Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1982,σ. 655-661). Η ελληνοτουρκική προσέγγιση δεν ήταν μια διπλωματική συγκυριακή επιλογή, παρακινούμενη από πρόσκαιρες σκοπιμότητες. Τουναντίον, εξυπηρετούσε τα κοινά συμφέροντα Αθήνας και Άγκυρας σε περιφερειακό επίπεδο και συνδεόταν άμεσα με το ασταθές περιβάλλον της μεσοπολεμικής Ευρώπης. (Κλάψης 2015, σ. 435-446)

Στο ρευστό περιβάλλον των παραμονών του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου και στην επιδίωξή των δύο χωρών, πρωτίστως, να διαφυλάξουν το εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια, το οποίο απειλούνταν ευθέως από τις επεκτατικές τάσεις που εκδήλωναν οι Βουλγαρία, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία προχώρησαν στην υπογραφή του «Βαλκανικού Συμφώνου», τον Φεβρουάριο του 1934. (Κ.Δ. Σβολόπουλος, 1974) Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συνεργασία Αθήνας-Άγκυρας αποτελούσε το μοναδικό άξονα σταθερότητας στην περιοχή των Βαλκανίων. (Συρίγος 2016, σ. 83)
    
Το κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία αποτυπώθηκε στην υποστήριξη που παρείχε η ελληνική κυβέρνηση στην πρόταση της Τουρκίας για αναθεώρηση της Σύμβασης της Λωζάνης για τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, τα οποία η Τουρκία επεδίωκε να επανεξοπλίσει. Έτσι, στις 20 Ιουλίου του 1936, συνομολογήθηκε η Συνθήκη του Μοντρέ, στην ομώνυμη πόλη της Ελβετίας, σύμφωνα με την οποία καταργούνταν το καθεστώς αποστρατικοποίησης των Στενών. Επιπλέον, προς επιβεβαίωση του καλού κλίματος Αθήνας-Άγκυρας υπεγράφη, τον Απρίλιο του 1938, «Πρόσθετος Συνθήκη» στις προηγούμενες ελληνοτουρκικές συμφωνίες του 1930 και του 1933. (Συρίγος 2016, σ. 86)

Μετά τον θάνατο του Κεμάλ Ατατούρκ, το 1938, και την διαδοχή του από τον Ισμέτ Ινονού, σταδιακά η Τουρκία άρχισε να εμφανίζει καιροσκοπικές τάσεις έναντι των ελληνοτουρκικών συμφωνιών. Τον Οκτώβριο του 1939, συνομολογήθηκε αμυντικό σύμφωνο μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Τουρκίας, με το οποίο αποσκοπούσαν οι Αγγλο-γάλλοι στην διασφάλιση της συμμαχίας της Άγκυρας μετά την υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, που συνήφθη μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Επομένως, όταν στις 10 Ιουνίου του 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Γαλλία και την Βρετανία, η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των τελευταίων. Αντ’ αυτού, αθέτησε τις συμβατικές τις υποχρεώσεις και επέλεξε να περιμένει, αδυνατώντας να κρίνει ποια πλευρά θα κέρδιζε τον πόλεμο, ώστε να προσχωρήσει στο εκάστοτε στρατόπεδο. Επιπροσθέτως, την 6η Απριλίου του 1941, ο γερμανικός στρατός επιτίθεται στην Ελλάδα. Η Τουρκία υπαναχώρησε και πάλι από τις δεσμεύσεις της, παραμένοντας τυπικά ουδέτερη. Τρεις μήνες αργότερα, στις 18 Ιουνίου 1941, υπέγραψε σύμφωνο φιλίας δεκαετούς διάρκειας με την Γερμανία του Χίτλερ. (Συρίγος 2016, σ. 90)

Μέχρι το τέλος του πολέμου, η Τουρκία θα εκφράσει επανειλημμένως την έντονη επιθυμία να αποκτήσει κάποια νησιά του ανατολικού Αιγαίου, είτε ζητώντας τα από την μία πλευρά, είτε από την άλλη, ως αντάλλαγμα για την είσοδό της στον πόλεμο. Κατά την διάρκεια της κατοχής και τον μεγάλο λιμό του 1941-1942 έφθασε ανθρωπιστική βοήθεια στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας με τα πλοία «Κουρτουλούς» και «Ντουμλουπινάρ». Ήταν μια μικρή αλλά κρίσιμη βοήθεια που μπόρεσε να γλυτώσει από τον θάνατο σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Αθήνας. Από την άλλη πλευρά, η τουρκική στάση δεν ήταν τόσο φιλική απέναντι στην ελληνική μειονότητα στην Τουρκία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της σκληρής αυτής στάσης αποτελεί η επιβολή ειδικού φόρου περιουσίας, το λεγόμενο «βαρλίκι», τον Νοέμβριο του 1942.

Αναφορικά με την στάση της Τουρκίας στον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο, κρίθηκε αναγκαίο να επισημανθεί πως μέχρι και την Συνδιάσκεψη της Γιάλτας, τον Φεβρουάριο του 1945, η γείτονα χώρα αδυνατούσε να κρίνει προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα του πολέμου. Αποτελεί διπλωματική αποτυχία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής η αδυναμία να επιλέξει το στρατόπεδο με τους τελικούς νικητές του πολέμου. Η τουρκική ηγεσία αμφιταλαντευόταν, με τον τυπικό μανδύα του ουδέτερου, γεγονός που αποδεικνύεται από τις εξαγωγές τεράστιων ποσοτήτων χρωμίτη προς την χιτλερική Γερμανία. Σημειωτέον, πως ο χρωμίτης αποτελεί βασική ύλη για την παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα. Όταν πλέον κατέστη σαφές πως ο πόλεμος θα έληγε με την επικράτηση των Συμμάχων, η Τουρκία πανικόβλητη κήρυξε επισήμως τον πόλεμο στην Γερμανία και την Ιαπωνία, στις 23 Φεβρουαρίου του 1945!

Το τέλος του πολέμου βρήκε τις δύο χώρες σε εντελώς διαφορετική κατάσταση στην διεθνή σκακιέρα. Η Ελλάδα έχει επιλέξει να ταχθεί στο πλευρό της τελικώς νικήτριας συμμαχίας σε αντίθεση, με την Τουρκία, της οποίας οι στρατηγικές επιλογές δεν δικαιώθηκαν από τις εξελίξεις και την έκβαση του πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος, όμως, άλλαξε ριζικά την κατάσταση και τα δεδομένα που είχε δημιουργήσει ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος.

 Στις 31 Μαρτίου του 1947, τα Δωδεκάνησα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα όπως αποφασίσθηκε στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1947). Δυνητικά, το γεγονός αυτό θα αποτελούσε αγκάθι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς θα προκαλούσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας. Η τελευταία, όμως, δέχθηκε σιωπηρά την εκχώρηση των Δωδεκανήσων, καθώς από την μία, δεν προσκλήθηκε να συμμετέχει στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι και από την άλλη, γνώριζε πως θα προκαλούσε την αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία θεωρούσε πως δεν είχε κανένα ηθικό έρεισμα για οποιαδήποτε διεκδίκηση μετά την στάση που είχε κρατήσει στον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο. (Συρίγος 2016, σ. 105)

Έχοντας ως κοινό σημείο ανησυχίας την σοβιετική απειλή και μετά τις έντονες παροτρύνσεις των Αμερικανών και Βρετανών, Ελλάδα και Τουρκία άρχισαν να εργάζονται για την αποκατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Έτσι, ανατέλλει μια νέα περίοδος καλών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, η οποία σφραγίζεται από εκατέρωθεν επίσημες επισκέψεις και από την υπογραφή διμερών συμφωνιών που άπτονταν ζητημάτων μικρότερης σημασίας. Επιπροσθέτως, η ένταξη των δύο κρατών στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας αποτέλεσαν αποφασιστικά βήματα για την ενσωμάτωση τους στους δυτικούς μηχανισμούς. Αθήνα και Άγκυρα προσδέθηκαν στο δυτικό σύστημα ασφαλείας με αποκορύφωμα την είσοδό τους, στις 18 Φεβρουαρίου του 1952, στο ΝΑΤΟ. Ο άξονας Αθήνας-Άγκυρας κατέστη εκ νέου ζωτικής σημασίας για την δυτική ασφάλεια.

Στην είσοδο των δύο χωρών στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο συνέβαλε και ο πόλεμος της Κορέας, τον Ιούνιο του 1950. Οι δύο χώρες απέστειλαν εκστρατευτικά σώματα, επισφραγίζοντας έτσι την πρόσδεσή τους στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Η Ελλάδα συστήνει και αποστέλλει τον Νοέμβριο του 1950, το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδας στο πλευρό της Νότιας Κορέας. Η ελληνική κυβέρνηση θέλησε να υποστηρίξει μια εκστρατευτική επιχείρηση του ΟΗΕ, που στόχο είχε να διασφαλίσει την συλλογική ασφάλεια και ακεραιότητα ενός κράτους-μέλους του, το οποίο δεχόταν απρόκλητη επίθεση. (Smokovitis, 2009) Απεστάλησαν συνολικά 2.163 άνδρες και σμήνος της βασιλικής αεροπορίας από 65 άτομα, με 7 αεροσκάφη C- 47 Ντακότα. Η συμβολή της Ελλάδας στον Πόλεμο της Κορέας αναγνωρίζεται και εκτιμάται ιδιαιτέρως από την Νότια Κορέα ακόμα και τη σήμερον ημέρα. (Smokovitis, 2009) Η Τουρκία με την σειρά της απέστειλε 5.455 άνδρες  στο πλευρό του ασιατικού συμμάχου.

Ολοκληρώνοντας, τον Οκτώβριο του 1951, Ελλάδα, Τουρκία και Γιουγκοσλαβία, μετά την παρότρυνση των ΗΠΑ, υπογράφουν στην Άγκυρα συνθήκη φιλίας και συνεργασίας. Με αυτόν τρόπο, δημιουργούνταν ένα περιφερειακό σύστημα ασφαλείας με τον ηγέτη της τελευταίας ο οποίος είχε έρθει σε ρήξη με τον Στάλιν.

Μια δεύτερη άνοιξη στις διμερείς σχέσεις είχε ξεκινήσει. Άμεσος αποδέκτης των καλών σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών ήταν η καθημερινότητα των πολιτών. Όπως όμως και η πρώτη βελτίωση της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, έτσι και η δεύτερη προσπάθεια των δύο κρατών δεν μπόρεσε να κλείσει δεκαετία, καθώς είχε αρχίσει να αναδύεται με αυξανόμενη οξύτητα το Κυπριακό. (Συρίγος 2016, σ. 117)



                                                                        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Ά, αριθμός φύλλου 96, 15 Απριλίου 1931, σ. 655-661. Διαθέσιμο εδώ.

Αναστασιάδου, Ι. (1982) Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930. Αθήνα, Εκδόσεις Φιλιππότης.

Κλάψης Α. (2015). Ελληνοτουρκική προσέγγιση στην δεκαετία του 1930, Αίνος μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη. Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου και των διεθνών σχέσεων. Αθήνα/Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλας

Κλάψης Α. (2015). Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (1923-1932). Αθήνα, Εκδόσεις ΗΡΟΔΟΤΟΣ.

Κλάψης Α. (2010). ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΗΣ 10ης ΙΟΥΝΙΟΥ 1930. Αθήνα, Εκδόσεις Σιδέρης Ι.

Σβολόπουλος Κ.Δ. (1974). Το Βαλκανικό Σύμφωνο και η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1928-1934. Ανέκδοτον κείμενο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αθήνα, Εκδόσεις Εστία.

Συρίγος, Α. (2016). Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη.

Smokovitis, D. (2009). Greece’s Contribution to the Korean War (1950-1955). Διαθέσιμο εδώ.

Millet Gazetesi (2019) «Το Σύμφωνο Φιλίας του 1930». Διαθέσιμο εδώ.