Σύγκρουση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν: ιστορική αναδρομή και πρόσφατες εξελίξεις

της Μάγδας Τσόχα,

  Από τις «μαύρες» σελίδες της ιστορίας των διεθνών τεκταινόμενων στην πολυπαθούσα Καυκασία ξεχωρίζει τόσο για την πολυπλοκότητά της όσο και για τη διάρκεια και τη βαρβαρότητα, η περίπτωση της διένεξης μεταξύ των ασιατικών κρατών της Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Η ρίζα της διένεξης αυτής βρίσκεται στην περίκλειστη -εντός του Αζερμπαϊτζάν- και αυτοαποκαλούμενη αυτόνομη περιοχή-θύλακα Ναγκόρνο Καραμπάχ. Με αφορμή την πρόσφατη αναζωπύρωση των ενόπλων συρράξεων τον Ιούλιο του 2020, η προσοχή της διεθνούς κοινότητας στρέφεται για ακόμη μια φορά στο ζήτημα, το οποίο μοιάζει με ανοικτή πληγή που ακατάπαυστα αιμορραγεί.

Η ιστορία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ή Αρτσάκη/Αρτσάκχ, όπως αποκαλείται στην τοπική διάλεκτο,  ξεκινάει από πολύ νωρίς, ήδη από τον 19ο αιώνα. Μετά το τέλος της Ρωσικής Επανάστασης, το 1917, με βάση την έμπνευση του Ιωσήφ Στάλιν για την Υπερκαυκασία, οι χώρες Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν και Αρμενία ενσωματώθηκαν στην Υπερκαυκασιανή Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία, από το 1922, με την υπογραφή της συνθήκης ίδρυσης για τη Σοβιετική ένωση, της οποίας οι τρεις χώρες υπήρξαν όλες μέλη. Η ΕΣΣΔ «δημιούργησε», λοιπόν, την αυτόνομη περιοχή Καραμπάχ μέσα στο Αζερμπαϊτζάν. Εν συντομία, από το 1920 κιόλας, οι σοβιετικές δημοκρατίες της περιοχής βρέθηκαν σε διαφωνία ως προς τον έλεγχο του Καραμπάχ, καθώς αξιοσημείωτο είναι πως εντός του κρατιδίου,  η πλειοψηφία του εθνοτικού μωσαϊκού είναι Αρμένιοι, και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, οι Αρμένιοι υπέγραψαν προκαταρκτική συμφωνία για προσωρινή κατοχή των εδαφών έως ότου να υπάρξει σχετική τελική διευθέτηση.

Μέχρι και την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, η κατάσταση χαρακτηριζόταν από σταθερότητα. Εξαίρεση αποτέλεσε η περίοδος μετά το θάνατο του Στάλιν, το 1963, οπότε και περίπου 2.500 Αρμένιοι του Καραμπάχ υπέγραψαν αίτηση, ζητώντας το Καραμπάχ να τεθεί υπό τον έλεγχο της Αρμενίας ή της Ρωσίας, ενώ επίσης το 1963, πραγματοποιήθηκαν βίαιες συγκρούσεις στο Στεπανακέρτ, πρωτεύουσα του Καραμπάχ, καταλήγοντας στον θάνατο 18 Αρμενίων.

Με την αρχή της πτώσης της ΕΣΣΔ, τη δεκαετία του 1980, το ζήτημα αναδύθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη ένταση, καθώς οι Αρμένιοι κατηγόρησαν την κυβέρνηση Αζερμπαϊτζάν για “αζεροποίηση” της περιοχής. Με ιδεολογική και υλική υποστήριξη από την αρμένικη κυβέρνηση, εκίνησαν διαδικασίες αυτονόμησης της περιοχής. Βέβαια, οι πραγματικές συγκρούσεις δεν ξεκίνησαν παρά μετά το 1988, όταν τον Φεβρουάριο ξέσπασαν διαδηλώσεις στο Στεπανακέρτ, με στόχο την ενοποίηση με τη Δημοκρατία της Αρμενίας, ενώ έξι μέρες αργότερα ακολούθησαν μαζικές πορείες και στο Ερεβάν. Η σταδιακή κλιμάκωση της κατάστασης προκάλεσε την εγκατάλειψη των πατρογονικών εστιών πολλών Αζέρων και Αρμενίων, αφού η εντατικοποίηση της βίας εναντίον των μειονοτήτων των εκάστοτε χωρών προκάλεσε του γηγενή πληθυσμού από την περιοχή.

 Μερικά χρόνια αργότερα, το Δεκέμβρη του 1991, οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο- Καραμπάχ ενέκριναν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους μέσω δημοψηφίσματος, το οποίο βέβαια δεν έγινε αποδεκτό από την αζέρικη πλευρά. Το δημοψήφισμα αποτέλεσε έναυσμα για την έναρξη ενός πλήρους κλίμακας πολέμου μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Ναγκόρνο- Καραμπάχ, ο οποίος όμως έφερε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανταρτοπολέμου. Οι επιθέσεις εκατέρωθεν, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, γινόταν άτακτα και σπασμωδικά, με εκδικητικά προς την αντίπαλη πλευρά στοιχεία. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν ο αποκλεισμός της σιδηροδρομικής γραμμής από την Αρμενία προς το Ναγκόρνο- Καραμπάχ από Αζέρους, υποστηρικτές του Λαϊκού Μετώπου Αζερμπαϊτζάν, πογκρόμ κατευθυνόμενο προς Αρμενίους στο Μπακού, γεγονός που οδήγησε σε κήρυξη απαγόρευσης κυκλοφορίας από την πλευρά της Ρωσίας, οδομαχίες ανάμεσα σε ενόπλους, σφοδρές συγκρούσεις με θύματα στο συνοριακό χωριό του Μπαγκανίς και ερήμωση δεκάδων αρμενικών χωριών, στα οποία κατοικούσαν και μουσουλμάνοι Κούρδοι. Το ίδιο έτος, η περιοχή ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, όμως ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω του τουλάχιστον 25.000 νεκρούς. Το 1994 επετεύχθη εκεχειρία μετά τη νίκη του στρατού της Αρμενίας.

Οι συνθήκες ήταν τόσο περίπλοκες και η ανάμειξη της Ρωσίας επιδείνωνε ακόμη περαιτέρω την κατάσταση. Η αφήγηση ολόκληρης της διένεξης στην περιοχή κατά τον προηγούμενου αιώνα θα μπορούσε να καταλάβει ένα ολόκληρο δικό της αφιέρωμα. Αυτό που σαφώς γίνεται αντιληπτό είναι πως το Ναγκόρνο- Καραμπάχ αποτέλεσε το κεντρικό σημείο σύγκρουσης, καθώς και τα δύο κράτη προσπάθησαν και προσπαθούν να ασκήσουν κυριαρχικά δικαιώματα πάνω σε αυτήν, καταλήγοντας σε αιματοχυσίες και χρόνια έχθρα. Η ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης, αν και αρχικά λειτούργησε ως σταθεροποιητικός παράγοντας, μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, το 1963, μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Μετά την πτώση του κομμουνισμού και την διάλυση του καθεστώτος, το πρόβλημα είχε διογκωθεί ακόμη περαιτέρω, βρίσκοντας τις δύο πλευρές ανυποχώρητες ως προς τα εδαφικά τους δικαιώματα επί του Καραμπάχ.

 Φυσικά, είναι ζωτικής σημασίας να αναφερθεί πως η περιοχή Ναγκόρνο- Καραμπάχ δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ έως και σήμερα και ουσιαστικά αποτελεί ένα αυτοβούλως ανακηρυγμένο ανεξάρτητο καθεστώς. Επίσημα ανήκει στο Αζερμπαϊτζάν αλλά επί της ουσίας, το εθνοτικό μωσαϊκό του αποτελείται από Αρμενίους. Παράλληλα, στην περιοχή υπάρχει ισχυρή στρατιωτική παρουσία -κάτοικοι του Καραμπάχ και κάτοικοι της Αρμενίας δραστηριοποιούνται ως υποστηρικτική δύναμη- που δεν αφήνει κανένα περιθώριο «περάσματος» Αζέρων. Είναι περιττό, φυσικά, να αναφερθεί πως οι αιματοχυσίες είναι συχνές στη γύρω περιοχή με την τελευταία μεγάλη σύγκρουση να λαμβάνει χώρα τέσσερα περίπου χρόνια πριν, το 2016, και την τελευταία να είναι ακόμη εν εξελίξει.

 Τον Απρίλιο του 2016, στη «διαφιλονικούμενη ζώνη» ξέσπασαν και πάλι αναταραχές με την κατάσταση να χαρακτηρίζεται “εύθραυστη”. Παρά τις εκκλήσεις στη Μόσχα και τη Δύση, η στρατιωτική κλιμάκωση δεν σταμάτησε με καμία  εξωτερική παρέμβαση. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν 4 ημέρες και ο απολογισμός των νεκρών ήταν στους 190 εκατέρωθεν συνολικά, συμπεριλαμβανομένων των αμάχων. Τελικά, στις 28 Μαΐου της ίδιας χρονιάς Αζέροι και Αρμένιοι, υπό την πίεση της ομάδας Μινσκ -ομάδα που δημιουργήθηκε το 1992 από τον ΟΑΣΕ,  με στόχο την προώθηση ειρηνικής λύσης μεταξύ Αρμενίας κι Αζερμπαϊτζάν και τη διευθέτηση του ζητήματος Καραμπάχ υπό την αιγίδα ΗΠΑ, Ρωσίας και Γαλλίας- αποφάσισαν την παύση των εχθροπραξιών. Ως προς τη στάση της Ελλάδας, αυτή υποστηρίζει σταθερά τις προσπάθειες στο πλαίσιο της ομάδας Μινσκ για μια ειρηνική επίλυση, αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ενώ προτρέπει την εύρεση λύσης βάσει διεθνούς δικαίου και εκφράζει συχνά τις ανησυχίες της ως προς τη διαρκή διαμάχη μεταξύ των κρατών. Από την άλλη πλευρά, ανάμειξη επιθυμεί και η Τουρκία, η οποία ανοιχτά καταδικάζει τη στάση της Αρμενίας. Είναι άλλωστε γνωστή η εχθρική σχέση των δύο αυτών κρατών, καθώς η Τουρκία αρνείται την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας και δεν έχει καμία διπλωματική σχέση με τη χώρα.

 Τον Ιούλιο του 2020, για ακόμη μια φορά η κατάσταση βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Ήδη στις 14 του μήνα μετρούσαμε την τρίτη ημέρα συγκρούσεων.  Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορήθηκαν  για τα γεγονότα, με τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγεφ, να δηλώνει ότι «η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Αρμενίας φέρει πλήρη την ευθύνη για την πρόκληση» και την κυβέρνηση της Αρμενίας να κατηγορεί αντίστοιχα τους Αζέρους πως «προσπαθούν να καταλάβουν εδάφη που ελέγχουν οι δυνάμεις της Αρμενίας». Τα γεγονότα καλύφθηκαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με απλούς κατοίκους ή και επιφανή πρόσωπα να παίρνουν θέση υπέρ ή κατά της μιας ή της άλλης χώρας.

Αφορμή αυτή τη φορά για την έναρξη εχθροπραξιών στάθηκε η χάρη που χορήγησε ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν στο Ραμίλ Σαφάροφ, μετά την επιστροφή του τελευταίου στη χώρα από την Ουγγαρία, όπου εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης για φόνο, τον οποίο διέπραξε το 2004. Ο Σαφάροφ  είχε αποκεφαλίσει με ένα τσεκούρι τον Αρμένιο αξιωματικό, Γκούργκεν Μαργκαριάν, την ώρα που εκείνος κοιμόταν, στη Σχολή Εθνικής Άμυνας Ζρίνι Μικλός της Βουδαπέστης και στη συνέχεια, προσπάθησε ανεπιτυχώς να σκοτώσει έναν δεύτερο Αρμένιο. Κίνητρο πίσω από την πράξη του ήταν η εκδίκηση εναντίον του αρμένικου έθνους, ενώ στη δίκη του στην Ουγγαρία υποστήριξε πως οδηγήθηκε εκεί λόγω του Ναγκόρνο- Καραμπάχ και των προσβολών που είχε δεχθεί από το θύμα. Ενώ λοιπόν μετά από επίσκεψη του Ούγγρου Πρωθυπουργού, Ορμπάν, στο Αζερμπαϊτζάν συζητήθηκε μεταξύ άλλων το αίτημα της χώρας να μεταφερθεί ο Σαφάροφ στη χώρα του, ώστε να εκτίσει εκεί την ποινή, πράγμα που η Ουγγαρία δέχθηκε, μόλις αυτός κατέφθασε στη χώρα, και παρά τη δέσμευση στην Ουγγρική κυβέρνηση να μην τροποποιηθεί η ποινή του, ο Σαφάροφ απελευθερώθηκε και χαιρετήθηκε με τιμές, απολαμβάνοντας μάλιστα και χρηματικές απολαβές από την κυβέρνηση.

Η εξέλιξη αυτή εξόργισε την αρμενική πλευρά, η οποία ανακοίνωσε σύντομα πως διακόπτει επίσημα κάθε διπλωματική σχέση με τη χώρα της Ουγγαρίας. Και φυσικά το περιστατικό στάθηκε αρκετό ώστε να επανέλθει στο προσκήνιο αυτή η δίχως τέλος κόντρα. Οι δύο όμορες χώρες, λοιπόν, βρίσκονται ακόμη σε σύγκρουση, με τη διεθνή κοινότητα να παρακολουθεί με κομμένη ανάσα.

Μαρτυρίες κατοίκων για την διαβίωση στην περιοχή από το 1991 σοκάρουν. Ένας κάτοικος της περιοχής αναφέρει: «Η μόνη λύση για το Καραμπάχ είναι ο πόλεμος, όσο οι Αρμένιοι δεν δέχονται να συμβιβαστούν. Πρέπει να ελευθερώσουμε την γη μας με πόλεμο. Για εμένα δεν υπάρχει άλλη λύση».

Αξίζει αν σημειωθεί ότι η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της αυτοαποκαλούμενης δημοκρατίας, ούτε τις εταιρείες και τους οργανισμούς που εδρεύουν στην πόλη Στεπανακέρτ.

 «Πιστεύουμε ότι το θέμα του Ναγκόρνο Καραμπάχ πρέπει να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δύο φορές, το 1991 και το 2006, οι κάτοικοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ ψήφισαν υπέρ της ανεξαρτητοποίησης τους. Η απόφαση τους και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος πρέπει να ληφθούν υπόψη και να γίνουν θεμέλιος λίθος για οποιαδήποτε εξέλιξη», αναφέρει κάποιος τοπικός αξιωματούχος.

 Η απουσία διεθνούς αναγνώρισης κάνει δύσκολη την ανάπτυξη της οικονομίας και την προσέλκυση επενδυτών. Αυτή εξαρτάται από την βοήθεια του Ερεβάν και της διασποράς της Αρμενίας. Η γεωργία παραμένει η ατμομηχανή της τοπικής οικονομίας. Όμως από την στιγμή που το Καραμπάχ δεν είναι αναγνωρισμένο, είναι και αδύνατο να εξάγονται τα προϊόντα απευθείας στη διεθνή αγορά. Οι χώρες που κάνουν εισαγωγές δεν αναγνωρίζουν επισήμως το Ναγκόρνο Καραμπάχ αλλά στη συσκευασία η διεύθυνση είναι στο Αζερμπαϊτζάν. Το όνομα της εταιρείας δείχνει σαν την χώρα προέλευσης το Αρτσάχ, το οποίο σημαίνει στην τοπική διάλεκτο Ναγκόρνο Καραμπάχ, το όνομα απομεινάρι από τη Σοβιετική Ένωση.

Μια περίπτωση τόσο ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα, που όμως δεν αποτελεί μία από τις κεντρικές μελέτες των διεθνών σχέσεων. Μια περίπτωση αιματοχυσίας που θα μείνει για πάντα ανεξίτηλη, ένα «καζάνι» που χωρίς μια εξωτερική παρέμβαση θα συνεχίσει να σιγοβράζει.

Απάντηση