Η Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα και η στάση των ΗΠΑ

από τον Νικόλαο Ζϊνγκο, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

Η Κλιματική Αλλαγή αποτελεί το πιο φλέγον περιβαλλοντικό ζήτημα της σημερινής εποχής σε διεθνές, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς οι επιπτώσεις της αγγίζουν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και κάθε πτυχή της ζωής σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στην αλλαγή της θερμοκρασίας και του κλίματος έχουν αφήσει ξεκάθαρα το στίγμα τους, κυρίως μέσω της ταχύτατης βιομηχανοποίησης των οικονομιών και της ανάγκης για ικανοποίηση των αυξημένων αναγκών του πλανήτη, που συντελούν στην ολοένα και μεγαλύτερη απελευθέρωση ρυπογόνων αερίων, όπως διοξειδίου του άνθρακα, στην ατμόσφαιρα. Ως αποτέλεσμα έχουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη και την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής, που με τη σειρά τους οδηγούν σε άλλες περιβαλλοντικές απειλές για τα οικοσυστήματα, τις ανθρώπινες κοινωνίες και την παγκόσμια οικονομικοκοινωνική πρόοδο, όπως το λιώσιμο των πάγων, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, οι ξηρασίες, οι πυρκαγιές, η έλλειψη υδάτινων πόρων, οι καταιγίδες και οι τυφώνες και άλλα πολλά. Η Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα αντανακλά το γενικότερο κλίμα της εποχής, μιας εποχής όπου η διεθνής κοινότητα προσπαθεί να στραφεί προς ένα βιώσιμο μοντέλο διαβίωσης και να προλάβει τις συνέπειες που θα έχει η κλιματική αλλαγή μακροπρόθεσμα στην παγκόσμια ασφάλεια. Παρ’ όλα αυτά, η αποχώρηση των ΗΠΑ από την εν λόγω Συμφωνία, μίας χώρας-κλειδί στην διαμόρφωση των διεθνών πολιτικών εξελίξεων και μίας από τις πιο ρυπογόνες παγκοσμίως, φαίνεται να υπονομεύει την προσπάθεια που διεξάγεται εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας και άλλων επιμέρους κρατών, ενώ υποδηλώνει με σαφήνεια την δυσκολία που υφίσταται εδώ και δεκαετίες για ανάληψη ουσιαστικής δράσης κατά της αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων και, κυρίως, της κλιματικής αλλαγής.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Η ενασχόληση της διεθνούς κοινότητας με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής έχει τις ρίζες της στη γενικότερη προσπάθεια αναχαίτισης όλων των περιβαλλοντικών προβλημάτων που άρχισαν να εμφανίζονται στο προσκήνιο κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη αυτών των προβλημάτων διαδραμάτισαν τα διάφορα πορίσματα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, τα οποία λειτούργησαν ως μοχλός πίεσης προς τον ΟΗΕ. Συνεπώς, η αλληλεπίδραση μεταξύ επιστήμης και πολιτικής οδήγησε και στην διαμόρφωση της διεθνούς κλιματικής πολιτικής (Τσάλτας, 2017).

Η αρχή γίνεται το 1988 με την ίδρυση της Διεθνούς Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), στόχος της οποίας είναι η καθαρά επιστημονική προσέγγιση του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής, δημιουργώντας αναφορές σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση και τις επικείμενες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής σε περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Το επόμενο μεγάλο βήμα λαμβάνει χώρα το 1992, όπου για πρώτη φορά η διεθνής κλιματική πολιτική αποκτά συμβατικό χαρακτήρα. Πρόκειται για την υιοθέτηση της Σύμβασης Πλαίσιο των ΗΕ για τη Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), η οποία τίθεται σε ισχύ το 1994 και σήμερα αριθμεί 194 συμβαλλόμενα μέρη. Ως Σύμβαση Πλαίσιο, το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η παράθεση γενικών στοχεύσεων και αρχών, με σκοπό οι εν λόγω υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή να εξειδικευτούν περαιτέρω από μελλοντικά Πρωτόκολλα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Σύμβαση Πλαίσιο για τη Κλιματική Αλλαγή συνοδεύτηκε αργότερα από την επισύναψη σε αυτή του Πρωτοκόλλου του Κιότο, το οποίο υπογράφηκε το 1997 και τέθηκε σε ισχύ το 2005. Πρωταρχικός στόχος του πρωτοκόλλου είναι να ελεγχθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και κυρίως διοξειδίου του άνθρακα από τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, θέτοντας ένα ανώτατο όριο για τις συγκεκριμένες εκπομπές, σε μία προσπάθεια να υπάρξει ελάττωση των συνεπειών της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της κλιματικής αλλαγής (Τσάλτας, 2017).

Το γεγονός ότι το Πρωτόκολλο του Κιότο έθετε ένα πολύ συγκεκριμένο και δεσμευτικό νομικό καθεστώς για τη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής και για το μεγάλο μερίδιο ευθύνης που ενέχουν οι ανεπτυγμένες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, ώθησε αυτά τα κράτη στην απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος και της διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικής, που περιλάμβανε την εκπόνηση γενικών και χαλαρότερων στοχεύσεων, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο στα κράτη τη διακριτική ευχέρεια να καθορίζουν τις εθνικές τους στρατηγικές. Αυτό το πνεύμα φαίνεται να διακατέχει το μη δεσμευτικό κείμενο της Συμφωνίας της Κοπεγχάγης του 2009, ενώ η έμπρακτη αλλαγή πλεύσης προς αυτήν την κατεύθυνση λαμβάνει χώρα το 2013, όταν, δηλαδή, τα συμβαλλόμενα στη UNFCCC κράτη αποφάσισαν να θέσουν ως κύριο μηχανισμό για την χάραξη της κλιματικής πολιτικής την υποβολή ενός εθνικού σχεδίου για το κλίμα (NDC) (Dzebo, Janetschek, Brandi, Iacobuta, 2019). 

Μόλις λίγους μήνες πριν την υιοθέτηση της Συμφωνίας των Παρισίων, είχε προηγηθεί τον Σεπτέμβριο του 2015 η υιοθέτηση από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ της Ατζέντας 2030 ή αλλιώς των 17 Στόχων της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Ανάμεσα σε αυτούς τους στόχους, βρίσκεται ο στόχος 13 που αφορά το κλίμα, και ο οποίος καλεί τα κράτη να λάβουν άμεση δράση για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η υπογραφή της Ατζέντας 2030, η οποία θίγει, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής συνιστά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν στην υλοποίηση της Συμφωνίας των Παρισίων. Παρ’ όλα αυτά, όπως αναφέραμε και παραπάνω, η φιλοσοφία της Συμφωνίας επηρεάστηκε και από το διεθνές νομοπαρασκευαστικό κλίμα της περιόδου. Η Ατζέντα 2030 ως Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης αποτελεί ακριβώς ένα μη δεσμευτικό κείμενο, ενώ, τόσο οι Στόχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης, όσο και η Συμφωνία της Κοπεγχάγης αντανακλώνται στη Συμφωνία των Παρισίων, ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο.

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

Η Συμφωνία των Παρισίων υιοθετείται στις 12 Δεκεμβρίου 2015, ύστερα από σχετική απόφαση της 21ης Συνάντησης των Μερών στη Σύμβαση Πλαίσιο των ΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή. Σκοπός ήταν να αποτελέσει τον οδηγό που θα συμβάλει στην εντατικοποίηση των δράσεων και των επενδύσεων που θα προωθούν οικονομικά μοντέλα χαμηλής εκπομπής άνθρακα (United Nations, Climate Change). Μέχρι σήμερα έχουν υπογράψει 195 χώρες, ενώ την έχουν επικυρώσει 189.

Εξετάζοντας, λοιπόν, ειδικότερα το περιεχόμενό της, οι βασικές αρχές που διέπουν τη Συμφωνία είναι ίδιες με αυτές που παρατίθενται στην UNFCCC, καθώς θεωρείται ότι η Συμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Πλαίσιο. Αυτό γίνεται φανερό τόσο από το Προοίμιο της Συμφωνίας όσο και από το άρθρο 1.

Σημείο-τομή αποτελεί το άρθρο 2 όπου παρατίθενται με σαφήνεια οι αρχές και οι στόχοι της Συμφωνίας, οι οποίοι φαίνεται να είναι περισσότερο φιλόδοξοι από ποτέ (Clémençon, 2016). Πιο συγκεκριμένα, πρωταρχικοί στόχοι εμφανίζονται να είναι «η μείωση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας πολύ κάτω των 2°C και, ει δυνατόν, και κάτω του 1,5 °C, η αύξηση της ικανότητας προσαρμογής και η ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στις κλιματικές αλλαγές, με τρόπο που να μην απειλείται η επισιτιστική ασφάλεια, και η αλλαγή προσανατολισμού των χρηματοδοτικών ροών, ώστε να επιτευχθούν τα ανωτέρω». Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση του σεβασμού της αρχής των κοινών αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών που υπέχουν τα κράτη, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ένα καθεστώς δικαιοσύνης ως προς το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης που βαραίνει τα ανεπτυγμένα κράτη σε σχέση με τα αναπτυσσόμενα (Αυγερινοπούλου, 2018).

Εν συνεχεία, το άρθρο 4 της Συμφωνίας συνιστά την αποτύπωση της κύριας στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσουν τα κράτη για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 2. Αυτή η στρατηγική αφορά στη μείωση των εκπομπών άνθρακα, η οποία αποσκοπεί στην επίτευξη ενός ανώτατου ορίου εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ παράλληλα, στο ίδιο άρθρο, προβλέπεται η δέσμευση των κρατών να υποβάλλουν ανά πενταετία Εθνικές Συνεισφορές Μείωσης Εκπομπών και να διαμορφώνουν στρατηγικές χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (Clémençon, 2016).

Άλλα αξιοσημείωτα σημεία του κειμένου της Συμφωνίας των Παρισίων αποτελούν το άρθρο 6 που αφορά στην δυνατότητα εθελοντικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μερών, το άρθρο 7 που κάνει λόγο για την ανάγκη της προσαρμογής, αλλά και τα άρθρα 9,10 και 11 που θίγουν την υποχρέωση των αναπτυγμένων κρατών να στηρίξουν τις προσπάθειες των αναπτυσσόμενων κρατών (Τσάλτας, 2017).

Παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία των Παρισίων ενδύεται τον μανδύα ενός νομικά δεσμευτικού κειμένου και τα προβλεπόμενα μέτρα δίνουν την αίσθηση της ενδυνάμωσης των προσπαθειών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η νομική της δεσμευτικότητα αμφισβητείται από μία σειρά παραγόντων. Καταρχάς, δεν προβλέπεται ένας αποτελεσματικός μηχανισμός εφαρμογής των μέτρων, αλλά, αντίθετα, η υλοποίησή τους εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό στη βούληση των κρατών. Επιπλέον, υπάρχει έλλειψη ενός συστήματος επιβολής κυρώσεων και δεν υφίσταται πρόβλεψη για χρηματικές αποζημιώσεις σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας. Ίσως, όμως, το πιο βασικό στοιχείο που αποδυναμώνει την νομική ισχύ του κειμένου είναι η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την διατύπωση μεγάλου μέρους των διατάξεων, δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται περισσότερο για συστάσεις παρά για δεσμευτικούς κανόνες.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ: ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ

Την 1η Ιουνίου 2017, ο Donald Trump προέβη σε μία βαρυσήμαντη δήλωση, με την οποία ανακοίνωσε την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη απόφαση προκάλεσε πληθώρα αντιδράσεων παγκοσμίως, η αποχώρηση δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη, δεδομένου ότι ο Trump είχε δηλώσει επανειλημμένως ότι δεν συμμερίζεται την άποψη των υπολοίπων για την μεγάλη απειλή που συνιστά η κλιματική αλλαγή (Zhang, Chao, Zheng, Huang, 2017).

Πέραν της στάσης του Trump, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η απόφαση αντικατοπτρίζει την γενικότερη βούληση των ΗΠΑ για μη δεσμευτικούς κανόνες και μεγαλύτερη ευελιξία στη χάραξη κλιματικής πολιτικής. Ηχηρά παραδείγματα αποτελούν τόσο η UNFCCC, που υποδηλώνει την προτίμηση των ΗΠΑ για σύναψη μιας Σύμβασης Πλαίσιο με γενικότερο περιεχόμενο και χαλαρούς κανόνες, όσο και το Πρωτόκολλο του Κιότο, του οποίου η δρομολόγηση καθυστέρησε λόγω της μη συμμετοχής σε αυτό πολλών ρυπογόνων κρατών, ανάμεσα σε αυτά και οι ΗΠΑ (Το 2001 αποφάσισε να εγκαταλείψει το Πρωτόκολλο) (Τσάλτας, 2017). 

Παρά το γεγονός ότι υπό την προεδρία Obama διεξήχθη προσπάθεια για αλλαγή της μέχρι τότε πορείας των ΗΠΑ, μέσω της εκπόνησης στρατηγικών που αφορούσαν στην συνεργασία με Κίνα και Ινδία για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την υιοθέτηση εθνικών ρυθμίσεων για μείωση ρυπογόνων αερίων από αυτοκίνητα και εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (Schreurs, 2016). 

Εν τέλει, οδηγούμαστε στην αποχώρηση από τη Συμφωνία των Παρισίων, μία κίνηση που από πίσω της κρύβει διάφορες αιτίες. Αρχικά, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο Trump ακολουθεί μία πολιτική που χαρακτηρίζεται από τάσεις απομονωτισμού και στροφής της προσοχής προς την αύξηση της εγχώριας οικονομικής ευημερίας, μέσω της ενίσχυσης των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων (Zhang, Chao, Zheng, Huang, 2017). Συνεπώς, ο Trump θεωρεί ότι η Συμφωνία των Παρισίων περιέχει επιζήμιες για την αμερικανική οικονομία ρυθμίσεις, καθώς το οικονομικό κόστος της στρατηγικής του μετριασμού των εκπομπών είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από τα περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη. Επίσης, καταλυτικό ρόλο στην αποχώρηση των ΗΠΑ διαδραμάτισε και το γενικότερο κλίμα οικονομικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας. Το 2014, ο πρώην πρόεδρος Obama, σε μία προσπάθεια βελτίωσης των διμερών σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας, προέβη σε κοινή δήλωση με τον Πρόεδρο της Κίνας Xi Jinping με την οποία δεσμευόταν για αμοιβαίες προσπάθειες και δεσμεύσεις όσον αφορά την μείωση εκπομπών άνθρακα (Schreurs, 2016). Ο Trump υποστήριξε ότι οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η Κίνα δεν ήταν ανάλογες των δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι ΗΠΑ, με αυτό να συνεπάγεται την άποψη του ότι η Κίνα προχώρησε σε μία άδικη προς τις ΗΠΑ συμφωνία (Zhang, Chao, Zheng, Huang, 2017). Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τάση απομονωτισμού των ΗΠΑ και τον παρεπόμενο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να εξεταστεί ο αντίκτυπος αυτής της αποχώρησης. Καταρχάς, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται στη δεύτερη θέση των χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (τους αντιστοιχεί το 15% των παγκόσμιων εκπομπών) (Schreurs, 2016), μπορεί εύκολα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μη ενεργή συμμετοχή τους στην παγκόσμια κλιματική διακυβέρνηση θα έχει αρνητικές επενέργειες στην υλοποίηση των στόχων της Συμφωνίας. Δεύτερον, υπάρχει η άποψη πως, λόγω της καίριας θέσης των ΗΠΑ στο διεθνές στερέωμα, η αποχώρηση αυτή θα επηρεάσει τις πολιτικές άλλων πολύ σημαντικών χωρών-παικτών, όπως της Κίνας και των χωρών της ΕΕ (Η Κίνα βρίσκεται στην πρώτη θέση των περισσότερο ρυπογόνων χωρών παγκοσμίως με ποσοστό 30%, ενώ στην ΕΕ συλλογικά αντιστοιχεί το 10% των παγκόσμιων εκπομπών) (Schreurs, 2016). Αυτή η ανησυχία δεν μπορεί να θεωρηθεί τελείως αβάσιμη, δεδομένου ότι η Κίνα εδώ και χρόνια αγνοεί τις εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας να μειώσει τις εκπομπές ρυπογόνων αερίων, ενώ στην ΕΕ μόνο η Σουηδία, η Γερμανία και η Γαλλία δείχνουν ουσιαστική πρόοδο και προσήλωση στη Συμφωνία (Saad, 2018). Επιπροσθέτως, η αποχώρηση των ΗΠΑ επηρεάζει άμεσα και τις προσπάθειες των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς οι ΗΠΑ υπήρξαν ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του Ταμείου Πράσινου Κλίματος (GCF) μέσω του οποίου υποστηρίζονταν τα προγράμματα μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή που λάμβαναν χώρα στα αναπτυσσόμενα κράτη (Saad, 2018). Με την διακοπή της χρηματοδότησης, τα αναπτυσσόμενα κράτη χρειάζεται να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος ευθύνης και έργου από αυτό που τους αναλογεί και από αυτό που μπορούν να διεκπεραιώσουν.

Ωστόσο, το σκηνικό φαίνεται να αλλάζει μετά τις αμερικανικές εκλογές του 2020. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Joe Biden προέβη πρόσφατα σε ανακοίνωση σχετικά με την επαναπροσχώρηση  των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων (CNBC) και στη χάραξη μιας νέας πορείας της χώρας σχετικά με την κλιματική πολιτική. Μία τέτοια πράξη θα μπορούσε να επαναφέρει εσωτερικές μεταρρυθμίσεις ανάλογες εκείνων που εφαρμόστηκαν κατά την προεδρία Obama, ενώ ταυτόχρονα είναι πιθανό να ανοίξει το δρόμο για να αναλάβουν οι ΗΠΑ ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια κλιματική διακυβέρνηση, προωθώντας έτσι τη διεθνή συνεργασία για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας.

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Συμφωνία των Παρισίων υιοθετήθηκε σε μία πολύ ιδιαίτερη χρονική περίοδο, κατά την οποία η διεθνής κοινότητα φαίνεται να είχε συνειδητοποιήσει την ανάγκη εγρήγορσης και ουσιαστικής κινητοποίησης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, με απώτερο στόχο να οδηγηθούμε σε ένα πιο βιώσιμο μέλλον. Οι στόχοι της Συμφωνίας είναι αδιαμφισβήτητα περισσότερο φιλόδοξοι, προσδίδοντας με αυτόν τον τρόπο ένα πνεύμα αισιοδοξίας για μία γόνιμη συνεργασία σε διεθνή κλίμακα. Ωστόσο, το γεγονός ότι υστερεί σε ουσιαστική νομική ισχύ, ίσως κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανή υπονόμευση των στοχεύσεων της, ενώ η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το κλίμα αδιαφορίας  που επικρατεί σε διεθνές επίπεδο ως προς την ανάληψη ισχυρών νομικών δεσμεύσεων. Με αυτά τα δεδομένα είναι εμφανές ότι σε μία πιθανή αναθεώρηση της Συμφωνίας των Παρισίων, οι στόχοι πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν έτι περαιτέρω, ώστε να ισχυροποιηθεί συνακόλουθα και ο νομικός χαρακτήρας των διατάξεων. Η πρόσφατη δήλωση για επαναπροσχώρηση των ΗΠΑ είναι πιθανό να αποτελέσει ένα πρώτο σημείο εκκίνησης για μία εκ νέου ενδυνάμωση της θεσμικής αρχιτεκτονικής σχετικά με την παγκόσμια κλιματική διακυβέρνηση, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι απαιτείται περαιτέρω εντατικοποίηση των προσπαθειών προκειμένου να μπορέσουν οι κοινωνίες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής.

Βιβλιογραφία

Ελληνική Βιβλιογραφία

Αυγερινοπούλου Δ.Θ. (2018). ‘Η μετριοπαθής Συμφωνία των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή’, Νόμος και Φύση. Διαθέσιμο εδώ.

Τσάλτας Γ. (επιμ.) (2017). Περιβάλλον. Διεθνής προστασία: Πολιτικοί, Δίκαιο, Θεσμοί. Αθήνα: Ι. Σιδέρης.

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία & Αρθρογραφία

Clémençon R. (2016). “The Two Sides of the Paris Climate Agreement: Dismal Failure or Historic Breakthrough?”, Journal of Environment and Development, Vol. 25, Issue 1. Available here.

Dzebo A., Janetschek H., Brandi C., Iacobuta G. (2019). “Connections between the Paris Agreement and the 2030 Agenda: The case for policy coherence”, Stockholm Environment Institute. Available here.

Newburger E. (2020). “Biden will rejoin the Paris Climate Accord. Here’s what happens next.”, CNBC. Available here.

Saad A. (2018). “Pathways of Harm: The Consequences of Trump’s Withdrawal from the Paris Climate Agreement”, Environmental Justice. Available here.

Schreurs M.A. (2016). “The Paris Climate Agreement and the Three Emitters: China, the United States and the European Union”, Politics and Governance, Vol. 4, No. 3. Available here.

Zhang Y.X., Chao Q.C., Zheng Q.H., Huang L. (2017). “The withdrawal of the U.S. from the Paris Agreement and its impact on global climate change governance”, Advances in Climate Change Research, Vol.8, Issue 4, Available here.

Διεθνή Κείμενα

Copenhagen Accord 2009. Available here.

Kyoto Protocol to the United Nations Framework Convention on Climate Change 1997. Available here.

Paris Agreement 2015. Available here.

Transforming Our World: The 2030 Agenda For Sustainable Development 2015. Available here.

United Nations Framework Convention On Climate Change 1992. Available here.

United Nations, Climate Change. Available here.

Ιστοσελίδες

Green Climate Fund. Available here.

The Intergovernmental Panel on Climate Change. Available here.

UNFCCC, The Paris Agreement. Available here.

Απάντηση