Aarhus Convention: Η Ευρώπη απέναντι στο περιβάλλον

της Θεοδώρας Θεοδώρου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

Χρονικό πλαίσιο

Μέσα στο πλαίσιο του προγράμματος «Περιβάλλον για την Ευρώπη», τα κράτη μέλη της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE), οργανισμοί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή, άλλες διακυβερνητικές και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, περιφερειακά περιβαλλοντικά κέντρα, ο ιδιωτικός τομέας και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί συνεργάζονται κάτω από ένα κοινό σκοπό με θέμα το περιβάλλον. Το πρόγραμμα και οι διασκέψεις που γίνονται στο πλαίσιό του, δίνουν το έναυσμα για συζήτηση μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης περιβαλλοντικών προβλημάτων στην περιοχή που καλύπτει η ΟΕΕ/ΗΕ. Κατά συνέπεια, από την αλληλεπίδραση των χωρών, εντοπίζονται προβλήματα και τρόποι επίλυσής τους (Structure UNECE, 2020). 

Στο κλίμα της αειφόρου ανάπτυξης, που απασχολεί επανειλημμένα τον πλανήτη, θεωρείται κρίσιμη η σύνδεση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την αντίστοιχη του περιβάλλοντος. Μάλιστα, η Έκθεση που κατατέθηκε το 1994 στην υποεπιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη των διακρίσεων εις βάρος των μειονοτήτων και την προστασία τους αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «τα ανθρώπινα δικαιώματα, ένα οικολογικά υγιές περιβάλλον, η βιώσιμη ανάπτυξη και η ειρήνη είναι αλληλεξαρτώμενα και αδιαίρετα» και ότι «όλα τα άτομα έχουν το δικαίωμα σε ένα ασφαλές και οικολογικά υγιές περιβάλλον». Το μόνο που έμενε ήταν η απόδειξή του (Malcolm Shaw, 2003).

Περιεχόμενο Σύμβασης

Ένα σημαντικό βήμα έγινε με την υιοθέτηση της Σύμβασης του Aarhus, η οποία υπεγράφη στις 25 Ιουνίου 1998 στην πόλη Ώρχους της Δανίας, στην τέταρτη Υπουργική Συνάντηση του προγράμματος «Περιβάλλον για την Ευρώπη» της ΕΕ και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου του 2001. Είναι επικυρωμένη από 46 κράτη και την ΕΕ και θεσπίζει τρία σημαντικά δικαιώματα των πολιτών όσον αφορά το περιβάλλον: το δικαίωμα της πληροφόρησης, της συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και της προσφυγής στη δικαιοσύνη για θέματα που αφορούν το περιβάλλον (FRA and CoE, Handbook, 2016). Με το άρθρο 1 της Σύμβασης ορίζεται ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος εγγυάται τα προαναφερθέντα δικαιώματα στους πολίτες του και ως εκ τούτου σηματοδοτεί την αποδοχή των υποχρεώσεών τους. Παράλληλα, διασφαλίζεται το δικαίωμα των σημερινών αλλά και των επόμενων γενεών σε ένα υγιές και βιώσιμο περιβάλλον.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαίωμα στην “πληροφόρηση” σημαίνει στην υπεύθυνη ενημέρωση από τις δημόσιες αρχές μιας χώρας για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην επικράτειά της και για τις ενέργειες και τα προγράμματα που τρέχουν σχετικά με το περιβάλλον από τις αρμόδιες αρχές. Έπειτα, το δικαίωμα στην συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σηματοδοτεί την συμπερίληψη των απόψεων που έχουν οι πολίτες για την εξαγωγή της τελικής απόφασης. Είναι εξίσου χρήσιμο να γίνεται γνωστή στο κοινό η τελική απόφαση που λαμβάνεται από τις αρχές σχετικά με δράσεις, σχέδια ή προγράμματα που αφορούν το περιβάλλον, ή το επηρεάζουν έμμεσα, και ο λόγος/σκοπός λήψης της. Τον τρίτο πυλώνα αποτελεί το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, ήτοι η άρση των φραγμών που υφίστανται σε αυτή σχετικά με την άμεση προσφυγή των πολιτών στα δικαστήρια κατά των δημοσίων αρχών (European Commission, 2020). Συνοπτικά, το άρθρο 9 αναφέρεται στη δυνατότητα του κοινού να αμφισβητήσει, ενώπιον της δικαιοσύνης, τις δημόσιες αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τα αρμόδια όργανα, εφόσον παραβιάζονται τα δύο προαναφερθέντα δικαιώματα ή γενικότερα το περιβαλλοντικό δίκαιο (Convention, 1998).

Σχετικό Πρωτόκολλο

Παράλληλα με τη Σύμβαση, το 1998, εγκρίθηκε και ένα σχετικό πρωτόκολλο. Το θέμα του ήταν η παύση εκπομπής των λεγόμενων POPs, δηλαδή των έμμονων οργανικών ρύπων. Σύμφωνα με κάποια κριτήρια κινδύνου για τον περιβάλλον, έχουν επιλεχθεί 16 ουσίες, συμπεριλαμβανομένων έντεκα φυτοφαρμάκων, δύο βιομηχανικών χημικών και τριών υποπροϊόντων/μολυσματικών ουσιών, οι οποίες σταματούν να χρησιμοποιούνται. Στο Πρωτόκολλο απαγορεύεται ρητά η παραγωγή και η χρήση τους (π.χ. τοξαφένη, ενδρίνη). Συγχρόνως, άλλες ουσίες έχουν προγραμματιστεί για αποβολή σε μεταγενέστερο επίπεδο. Το 2009, τα μέρη της Σύμβασης υιοθέτησαν νέες αποφάσεις που εκπορεύτηκαν από την τροποποίηση του πρωτοκόλλου για αύξηση της λίστας των απαγορευμένων ουσιών και όχι μόνο. Με μία σειρά νέων μέτρων που περιελάμβαναν νέες οριακές τιμές εκπομπών, νέες απαγορευμένες ουσίες και τη διευκόλυνση κρατών σχετικά με τα χρονικά πλαίσια για την εφαρμογή των καινούριων αποφάσεων, καταλήξαμε στην έναρξη της ισχύος τους στα κράτη μέλη το 2010 (UNECE, 2020).

Η Σύμβαση Aarhus και η ΕΕ

Η ΕΕ έχει κυρώσει την Σύμβαση, το 2005, εκδίδοντας τον Κανονισμό Aarhus το 2006 για την εφαρμογή των διατάξεών της. Στον Κανονισμό, διευκρινίζονται όροι όπως ο “αιτών”, “το κοινό” και οι “πληροφορίες” που πρέπει να δοθούν στο κοινό, καθώς και οι αρμοδιότητες των οργάνων και των οργανισμών που σχετίζονται με το περιβάλλον και ανήκουν στη ΕΕ. Το σύνολο των άρθρων παρουσιάζει το δικαίωμα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που επιθυμεί να έχει πρόσβαση τόσο σε πληροφορίες, όσο και στην διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τον τομέα του περιβάλλοντος και σε τελικό στάδιο να κατέχει την δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1376/2006, 2006).

Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην εκπόνηση μιας έκθεσης σχετικά με τη συμμόρφωσή της, δηλαδή την τήρηση των διατάξεων της Σύμβασης εκ μέρους της. Αφορμή του εγχειρήματος αποτέλεσε η διαπίστωση της ACCC, ότι η ΕΕ δεν συμμορφώνεται με την διάταξη για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η ACCC, δηλαδή η Επιτροπή Συμμόρφωσης για την Σύμβαση του Aarhus είναι το κυριότερο όργανο ελέγχου. Μέριμνά της, είναι να λαμβάνει ανατροφοδότηση από τους πολίτες κρατών, μελών της Σύμβασης, ΜΚΟ και άλλες οργανώσεις, εντοπίζοντας έτσι προβλήματα σχετικά με τη συμμόρφωση,ή μη, των δημοσίων φορέων των χωρών. Αφορμή της ίδρυσης της ήταν η ερμηνεία του άρθρου 15 της Σύμβασης που έκρινε αναγκαίες “προαιρετικές ρυθμίσεις μη αντιπαραθετικής, μη δικαστικής και συμβουλευτικής φύσης για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τις διατάξεις της Σύμβαση”. Έτσι, λοιπόν, λαμβάνει δράση το 2008, είτε με παρακίνηση των μερών, μέσω δηλώσεων ή καταγγελιών, αλλά και με δική της πρωτοβουλία, όπου κρίνει ότι είναι αναγκαίο.  

Από την ίδρυσή της, η Επιτροπή κατέληξε σε ορισμένα ευρήματα σχετικά με τη συμμόρφωση μεμονωμένων μερών, κυρίως παραβιάσεων από κράτη μέλη της ΕΕ (Background,2020). Στο σύνολό της, βέβαια, η παραβίαση από την ΕΕ, όσον αφορά τον τρίτο πυλώνα της σύμβασης, παρατηρείται, λόγω ανεπαρκών μηχανισμών για την διασφάλιση τυχόν αναθεώρησης πράξεών της (COMMISSION STAFF WORKING PAPER, 2019). Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την πρωταρχική ευθύνη για την διασφάλιση των μέτρων και κανονισμών που υιοθετούνται από την ΕΕ, παράλληλα είναι και το μόνο όργανο-αναθεωρητής που μπορεί να εκδώσει δεσμευτικές αποφάσεις για τα θεσμικά όργανα της (Vera Rodenhoff, 2002). Επομένως, στόχος της μελέτης είναι η συλλογή πληροφοριών και απόψεων σχετικά με τις ελλείψεις που υπάρχουν, κατ’ επέκταση την αποτελεσματικότητα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα και τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ έχει εφαρμόσει τη Σύμβαση στο συγκεκριμένο τομέα.

Στη διαδικασία, η οποία είχε διάρκεια σχεδόν τέσσερις μήνες, συμπεριελαμβανόταν και η συμπλήρωση κάποιων ερωτηματολογίων από φυσικά και νομικά πρόσωπα από πολλές χώρες της Ευρώπης. Το συμπέρασμα της μελέτης της Επιτροπής Συμμόρφωσης, δηλαδή η ελλιπής συμμετοχή των οργανώσεων (ΜΚΟ ή άλλες περιβαλλοντικού χαρακτήρα) στο τρίτο πυλώνα της προσφυγής στα δικαστήρια, παρακίνησε την Ευρώπη να δώσει απαντήσεις και λύσεις στα προβλήματα. Η έκθεση που δημοσιεύθηκε γι’ αυτόν το λόγο, καλύπτει όλο το σύστημα της ΕΕ για την διοικητική και τη δικαστική προσφυγή. Απώτερος στόχος της, ήταν η διευκόλυνση απάντησης της Ένωσης στα πορίσματα της Επιτροπής συμμόρφωσης (COMMISSION STAFF WORKING PAPER, 2019), όπου εκδηλώνονταν ανησυχίες σχετικά με την αποτελεσματική, ή μη, εκπροσώπηση του κοινού από τις αντίστοιχες ΜΚΟ των χωρών (Malcolm Shaw, 2003). 

Έτσι, το 2020, καταλήξαμε σε μία πρόσφατη εξέλιξη, όπου το Συμβούλιο πρότεινε την τροποποίηση του κανονισμού λόγω ελλειμμάτων που επισημάνθηκαν στην εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης. Γενικότερη διαπίστωση αποτέλεσαν οι αδυναμίες του κοινοτικού περιβαλλοντικού δικαίου, καθώς φάνηκε ότι η ΕΕ δεν μεριμνά για το συμφέρον κάθε ατόμου αλλά εφιστά την προσοχή της στις αρμόδιες δημόσιες αρχές περιβαλλοντικού χαρακτήρα. Επομένως, στόχος είναι να γίνει στροφή προς το ιδιωτικό συμφέρον κάθε πολίτη και να ξεπεραστούν οι φραγμοί που υπάρχουν για αυτούς, όσον αφορά κυρίως την προσφυγή τους στη δικαιοσύνη. Επίσης, η νέα πρόταση, διευρύνει τις δυνατότητες που διατίθενται επί του παρόντος για τις ΜΚΟ να ζητούν διοικητική επανεξέταση. Τέλος, η δικαιοσύνη στο περιβαλλοντικό δίκαιο εμπίπτει επί του παρόντος «πρωτίστως» στο πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου. Γι’αυτό το λόγο στην πρόταση αναθεώρησης γίνεται λόγος για μεταγενέστερη προσφυγή στο δικαστήριο της ΕΕ αφού εξαντληθούν τα εθνικά μέσα (REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL, 2020).

2019 Aarhus Centres Annual Meeting, Vienna, 16-17 October 2019. 
(OSCE)

Τα Κέντρα Aarhus ως θεσμοφύλακες της Σύμβασης

Παράλληλα, για να διασφαλιστεί η τήρηση της Σύμβασης σε όλο το πεδίο αναφοράς της, έγινε η προσπάθεια δημιουργίας κάποιων κέντρων που πήραν το όνομά της (Aarhus centres). Με πρωτοβουλία του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη, δημιουργήθηκαν κάποιοι χώροι συνάντησης και συζήτησης πάνω σε θέματα που απασχολούν καθημερινά την ανθρωπότητα και σχετίζονται με το περιβάλλον. Πιο συγκεκριμένα, ο ΟΑΣΕ μέσω του Συντονιστή των Οικονομικών και Περιβαλλοντικών Δραστηριοτήτων του (ΟΑΣΕΑ), άρχισε να ιδρύει Κέντρα Ώρχους το 2002. Οι τομείς που δραστηριοποιούνται ποικίλλουν και μας θυμίζουν το σημαντικό τους έργο: (α) η κλιματική αλλαγή, (β) εξορυκτικές επιχειρήσεις, (γ) περιβαλλοντική νομοθεσία και δημοσιογραφία, (δ) εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, (ε) μείωση κινδύνου περιβαλλοντικών καταστροφών, (στ) πράσινη οικονομία, (ζ) αστικά απόβλητα, (η) βιώσιμη ανάπτυξη και (θ) διαχείριση υδάτινων πόρων μεταξύ πολλών άλλων.

Το πρώτο Κέντρο στήθηκε στο Ερεβάν της Αρμενίας. Έκτοτε, ο ΟΑΣΕ υποστηρίζει τη δημιουργία και τη λειτουργία 60 Κέντρων Ώρχους στη εμβέλεια δεκατεσσάρων χωρών στις περιοχές της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης, του Νοτίου Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Γνώμονα στη δράσης τους αποτελούν οι τρεις πυλώνες της Σύμβασης που σέβονται και προάγουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Άλλωστε, η αντιμετώπιση των προκλήσεων για το περιβάλλον και την ασφάλεια απαιτεί διάλογο και συνδιαλλαγή μεταξύ χωρών, αλλά και εντός των ίδιων των χωρών με συνεργασία των πολιτών, των κυβερνήσεων και του ιδιωτικού τομέα (Aarhus Centres,2020). Εξ ου και η ετήσια συνάντηση που πραγματοποιείται μεταξύ των Κέντρων, πάντα με θέματα της επικαιρότητας ή άλλων χρόνιων ζητημάτων.

Ελληνική Πραγματικότητα

Περνώντας στην εθνική διάσταση της Σύμβασης, η Ελλάδα καθυστέρησε να προβεί στην επικύρωσή της. Το Δεκέμβριο του 2005, η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση με το ν. 3422/2005 (ΦΕΚ Α΄303, 2005) και πλέον κατέχει ισχύ υπέρτερη των κοινών νόμων. Πέρα από τα άρθρα της Σύμβασης, μεταφέρθηκαν και 2 παραρτήματα. Το πρώτο αναφέρεται σε ένα κατάλογο με δραστηριότητες που αφορούν το άρθρο 6, δηλαδή τη συμμετοχή του κοινού σε αποφάσεις για ειδικές δραστηριότητες και το δεύτερο σχετίζεται με τη διαιτησία. Σε πρώτο στάδιο, αυτό που μας ενδιαφέρει σχετίζεται με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη πολιτών και φορέων σχετικά με περιβαλλοντικά ζητήματα και στη συνέχεια το πρώτο παράρτημα το οποίο συνδέεται με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Σύμβασης που αφήνει στην εθνική βούληση την επιλογή των δραστηριοτήτων που θα υιοθετήσουν (ΦΕΚ A΄ 303, 2005).

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει εξαπολύσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο σχετικά με τη λειτουργία της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού και κατ’ επέκταση των λιγνιτικών σταθμών παραγωγής ενέργειας. Σύμφωνα με αυτό, το κράτος χορηγεί την ΔΕΗ με “ενιαίες άδειες λειτουργίας”, οι οποίες παραχωρούν τη δυνατότητα δια νόμου σε όλους τους λιγνιτικούς να  παρακάμψουν τη διοικητική οδό, η οποία θα επέτρεπε τον δικαστικό έλεγχο της λειτουργίας όλων των λιγνιτικών σταθμών χωριστά. Με αυτό τον τρόπο, καταπατάται το δικαίωμα προσφυγής κάποιου πολίτη ή άλλου φορέα στη δικαιοσύνη, κάτι που σημαίνει παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης. Υπό κανονικές συνθήκες, οι κυβερνήσεις των τελευταίων 16 ετών που ακολουθούν τη συγκεκριμένη πρακτική, θα έπρεπε να εκδίδουν ξεχωριστή άδεια για κάθε λιγνιτικό σταθμό και έτσι ο καθένας να εξετάζεται δικαστικώς ξεχωριστά. Το 2017 έγινε καταγγελία κατά της Ελλάδας επί του θέματος, από τις ΜΚΟ “WWF Hellas” και “ClientEarth” προς την Επιτροπή Συμμόρφωσης της Σύμβασης Aarhus και κρίθηκε παραδεκτή (WWF HELLAS, 2017).

Ωστόσο, μιλώντας για την χώρα μας θα ήταν καλό να κοιτάξουμε και την γύρω περιοχή που μας επηρεάζει έμμεσα. Κύρια δύναμη που αντιστέκεται και καταπατά τις διατάξεις της Σύμβασης είναι η Τουρκία. Η ίδια δεν έχει κυρώσει, ούτε υπογράψει τη Σύμβαση, παρόλα αυτά συμβάλλει στην καταστροφή του περιβάλλοντος, έχοντας στα θεμέλια την κατασκευή μιας μονάδας πυρηνικής ενέργειας. Αυτό το σχέδιο, επηρεάζει την ευρύτερη περιοχή από κάθε άποψη, είτε μιλάμε για το ίδιο το περιβάλλον, είτε για τον ενεργειακό ανταγωνισμό επί της ευρύτερης περιοχής, είτε για τα δικαιώματα των ανθρώπων που καταστρατηγούνται. Σε αυτό που θα επικεντρωθούμε, είναι το πρώτο, καθώς αναφέρεται εξ ολοκλήρου στη σύμβαση και αφορά την χώρα μας δικαιικά. 

Έτσι, λοιπόν, εστιάζουμε στο παράρτημα Ι της Συμβάσεως που συνδέεται ρητά και με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ίδιας, σύμφωνα με τα οποία περιορίζεται η δραστηριότητα των πυρηνικών μονάδων για όφελος του περιβάλλοντος (ΦΕΚ A΄ 303, 2005). Παρόλο που η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης, γειτονικές περιοχές όπως η Ελλάδα, επηρεάζονται άμεσα, καθώς εντείνεται ο ανταγωνισμός των πόρων στην περιοχή, καθιστώντας αδύνατον σε αυτές να αντιδράσουν. Η σύνδεση των δικαιωμάτων του ανθρώπου με το περιβάλλον, μέσω της Σύμβασης, καταπατάται από ένα κράτος που φιλοδοξεί να αναπτύξει τέτοια ρυπογόνα δραστηριότητα που θα έβλαπτε τους πολίτες άλλων κρατών (CNN Greece, 2018). Με αυτόν τον τρόπο, υπονομεύεται η αξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και, πιο συγκεκριμένα, των πολιτών που χαίρουν των διατάξεων της Σύμβασης, καθώς δεν μπορούν να προσφύγουν κατά του κράτους επικαλούμενοι τις διατάξεις της. Η Γενική Συνέλευση του Ευρωπαϊκού Γραφείου Περιβάλλοντος, προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιου είδους προβλήματα, προσπαθούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Έτσι, το 2013, με ένα από τα τρία ψηφίσματά της, η Γενική Συνέλευση καλούσε την Δημοκρατία της Τουρκίας να αναλάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να γίνει συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης με την άμεση εφαρμογή της στην επικράτεια του κράτους της (env.net, 2013). Ωστόσο, μέχρι σήμερα, κάτι τέτοιο δεν έχει επιτευχθεί.

Επίλογος

Στις μέρες μας, αναδύονται όλο και περισσότερα  προβλήματα σχετικά με το περιβάλλον. Κύριοι λόγοι της περιβαλλοντικής υποβάθμισης αποτελούν η κλιματική αλλαγή και ο ανταγωνισμός των φυσικών πόρων σε εθνικό και διασυνοριακό επίπεδο. Αν αποστασιοποιηθούμε και δεν δράσουμε, μεγάλο κομμάτι του φυσικού πλούτου ίσως εξαφανιστεί. Η Σύμβαση Aarhus, μας παρέχει μία τριάδα δικαιωμάτων με προληπτικό και ελεγκτικό χαρακτήρα. Μέσω των διατάξεών της, είμαστε σε θέση να πληροφορούμαστε, να συμμετέχουμε στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και σε τελικό στάδιο να προσφύγουμε στη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος. Αναμφίβολα, αυτές οι πλέον και νομικά κατοχυρωμένες δυνατότητες, σε συνδυασμό με τους μηχανισμούς για την διασφάλιση των διατάξεων της Σύμβασης, δεν αφήνουν περιθώρια αδράνειας.

Βιβλιογραφία & Υλικό

[1] Unece.org. 2020. Structure – Environment For Europe – Environmental Policy – UNECE. [online] Available: here [Accessed 24 November 2020].

[2] Malcolm N.S., 2003. International Law. Cambridge: Cambridge University Press.

[3] Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και ΣτΕ, 2016. Εγχειρίδιο σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Available: here.

[4] European Commission, 2020. The Aarhus Convention. [online] (14/10/2020) Available: here [Accessed 24/11/2020].

[5] Unece.org. 2020. Protocol On Persistent Organic Pollutants (Pops) – Air Pollution – Environmental Policy – UNECE. [online] Available: here [Accessed 28 November 2020].

[6] Unece.org. 2020. Background. [online] Available: here  [Accessed 28 November 2020].

[7] Rodenhoff V., 2002. ‘ The Aarhus Convention and its Implications for the ‘Institutions’ of the  European Community’. Blackwell Publishers Ltd. p.15. Available: here.

[7] Aarhus Centres. Aarhus Centres. [online] Available: here [Accessed 23/11/2020].

[8] Aarhus Centres. Aarhus Centres by Country. [online] Available: here [Accessed 23/11/2020].

[9] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας. 2005. «Κύρωση της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα», ΝΟΜΟΣ ΥΠ΄ΑΡΙΘ. 3422, 303(1), σελ. 5617-5628. Available: here.

[10] WWF HELLAS, 2017. Παραδεκτή η καταγγελία της ενιαίας άδειας λειτουργίας των λιγνιτικών σταθμών της ΔΕΗ. [online] (13 Σεπτεμβρίου 2017) Available: here [Accessed 6/12/2020].

[11] CNN Greece, 2018. Το Ακούγιου και οι κρυφές φιλοδοξίες της Τουρκίας. [online] (Απρίλιος 2018) Available: here [Accessed 6/12/2020].

[12] Aida Ciro, 2013. EEB calls on Turkey to sign Aarhus Convention. [online] (October 2013) Available: here.

Διεθνείς Πράξεις

[13] UNECE, 1998. CONVENTION ON ACCESS TO INFORMATION, PUBLIC PARTICIPATION IN DECISION-MAKING AND ACCESS TO JUSTICE IN ENVIRONMENTAL MATTERS. Available: here [23/11/2020]

[14] Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της ΕΕ, 2006. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1376/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 6ης Σεπτεμβρίου 2006. Στρασβούργο: Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ. Available: here 

[15] European Commission, 2019. COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT. Report on European Union implementation of the Aarhus Convention in the area of access to justice in environmental matters. Brussels. Available: here

[16] European Commission, 2020. Proposal for a REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL. Brussels. Available: here 

Απάντηση