Αόρατη μεν… υπαρκτή δε η αστυνομική βία;

της Ήλιας Φιλοπούλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Η ανθρωπότητα βρέθηκε αντιμέτωπη τους τελευταίους μήνες με μια πρωτοφανή και μεγάλων διαστάσεων υγειονομική κρίση, τον COVID-19. Οι επιπτώσεις του επεκτάθηκαν και ταρακούνησαν την οικονομία, την κοινωνία, αλλά και ως ένα βαθμό τον ίδιο τον πυρήνα των δημοκρατικών θεσμών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, έτσι όπως καταγράφηκαν και αναδείχτηκαν  στη Δύση από την  Γαλλική Επανάσταση και εντεύθεν. Οι περιορισμοί που επιβάλλονται προκειμένου να περιοριστεί και να αναχαιτιστεί ο COVID-19, κρίνονται αναγκαίοι λόγω της κατάστασης και περιστέλλουν συστηματικά ελευθερίες και δικαιώματα. Κινούνται δε σύμφωνα με κορυφαίους συνταγματολόγους και διεθνολόγους στα όρια των αντοχών των δημοκρατικών θεσμών, με την αιτιολογία της έκτακτης κατάστασης και του κινδύνου της δημόσιας υγείας. 

Το ερώτημα, το οποίο τίθεται σε πρώτο χρόνο είναι κατά πόσο δικαιολογούνται όλες οι περιστολές και οι περιορισμοί.  Η νόμιμη βία του Κράτους, κατά τον Μαξ Βέμπερ, σε αυτές τις έκτακτες καταστάσεις μπορεί άραγε να καλύπτει τα πάντα; Οι έκτακτες καταστάσεις μπορούν να έχουν όψεις που κινούνται έξω από τα όρια της νομιμότητας και να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα η υγειονομική κρίση; Η αυθαιρεσία και η αναίτια χρήση κρατικής βίας μπορεί να καλύπτεται πίσω από την αναγκαιότητα να αναχαιτιστεί ο COVID-19;

Η Γαλλία αποτελεί ένα πρόσφατο παράδειγμα μιας χώρας με μια ισχυρή παράδοση στο Κράτος Δικαίου και την ανάδειξη της προστασίας ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που μπορεί να βλέπει σήμερα -χωρίς σοβαρό λόγο και αιτία- να συγκαλύπτεται η κατάχρηση εξουσίας, η υπέρβαση της νομιμότητας, η αλόγιστη αστυνομική βία και η προσπάθεια συγκάλυψης της.

Ήδη ο Νόμος περί Συνολικής  Ασφάλειας (Sécurité Globale) και, ειδικά το άρθρο 24 (σύμφωνα με αυτό, όσοι μοιράζονταν φωτογραφίες αστυνομικών θα τιμωρούνταν με φυλάκιση έως ενός έτους και πρόστιμο 45.000 ευρώ) προκαλεί μεγάλες εντάσεις, εκτεταμένες κινητοποιήσεις οργανώσεων και φορέων, σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις που διαπερνούν και τον κυβερνητικό σχηματισμό. Αυτό έγινε φανερό από την λεγόμενη «πρώτη ανάγνωση» στην Εθνοσυνέλευση, όπου ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Jean Castex βρέθηκε προ ισχυρών αντιδράσεων και έφτασε στο σημείο ακόμα και να ανοίξει θέμα επαναδιατύπωσης του άρθρου 24, καθώς υπήρχαν αντιδράσεις και από την κυβερνητική πλειοψηφία. Ωστόσο, έκανε μια ακόμα απότομη στροφή και ανακοίνωσε αργότερα πως δεν πρόκειται να επαναδιατυπωθεί το άρθρο 24, γεγονός που σήμανε συναγερμό σε οργανώσεις, φορείς και συνδικάτα που καλούν σε μαζικές κινητοποιήσεις τους πολίτες για την κατάργησή του.

Εν μέσω μιας διαμάχης με αφορμή τη βίαιη και μαγνητοσκοπημένη σύλληψη του Michel Zecler, ενός παραγωγού μαύρης μουσικής που γρονθοκοπήθηκε από αστυνομικούς, η διαμαρτυρία ενάντια στο πολύ αμφιλεγόμενο άρθρο 24 του προτεινόμενου νόμου περί «συνολικής ασφαλείας» γίνεται ολοένα και πιο ισχυρή.

Το εξαιρετικά πολύβουο άρθρο, που προκάλεσε ποικιλία αντιδράσεων και πολλαπλές επικρίσεις, προβλέπει την τιμωρία  για κακόβουλη διάδοση της εικόνας των αστυνομικών. Το άρθρο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, μετατρέπει σε αδίκημα τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών ή βίντεο αστυνομικών «με βλαπτικό σκοπό». Ένα τέτοιο  άρθρο με μια τόσο ευρεία παράμετρο («με βλαπτικό σκοπό») είναι αυτονόητο ότι εύκολα μπορεί να παρερμηνευτεί και να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά. Και τούτο γιατί, εκτός από την κοινή, πανανθρώπινη λογική, υπάρχει και η προσωπική λογική του ατόμου, η οποία, όπως είναι φυσικό, διαφοροποιείται από προσωπικότητα σε προσωπικότητα. Αυτό μας οδηγεί αναπόφευκτα στο γεγονός ότι κάποιος, θέλοντας να προστατευτεί από την αναλγησία και την βία που συχνά διέπει την δράση των κρατικών οργάνων νόμιμης βίας, κινδυνεύει να ακροβατεί πάνω  στο λεπτό σχοινί του άρθρου 24 που ορίζει τον βλαπτικό σκοπό. Αυτό δεν συνιστά μια υπέρμετρη και ανεξήγητη καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα τείνει να είναι καταφατική.

Προσωπικά, δεν καταλαβαίνω πώς σε μία χώρα δημοκρατική, όπως η Γαλλία, που αποτέλεσε την γενέτειρα του φιλελευθερισμού και του διαφωτισμού, σήμερα θεσμοθετούνται τέτοια άρθρα. Η βιντεοσκόπηση των αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας είναι απαραίτητη, όχι μόνο γιατί συνιστά προσωπικό δικαίωμα του κάθε ατόμου, που φέρει την ιδιότητα του πολίτη, αλλά κυρίως γιατί αποτελεί ίσως -και σε πολλές περιπτώσεις το μοναδικό- όπλο των πολιτών να αντιμετωπίσουν την κατάχρηση εξουσίας και την αλόγιστη και αναίτια βία των αστυνομικών ή των σωμάτων ασφαλείας, που έχουν συγκεκριμένη αποστολή και όρια δράσης στις σύγχρονες Δημοκρατίες. Άλλωστε, δεν είναι σπάνιες ούτε και λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες  σκληρής, αναίτιας και υπερβολικής εκ μέρους της αστυνομίας. 

Φυσικά, στην αναίτια και υπερβολική βία, στην κατάχρηση εξουσίας  μια νόμιμη και ψύχραιμη αντίδραση των πολιτών  είναι και η δημοσιοποίηση τέτοιων περιστατικών, προκειμένου να σχολιάζονται, να συζητώνται, αλλά και μέσω αυτής της κίνησης να εντοπίζονται τα όργανα που προβαίνουν σε ακραίες συμπεριφορές. Η δημοσιοποίηση τέτοιων συμπεριφορών αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την πιο ισχυρή απόδειξη παραβατικών συμπεριφορών από την πλευρά των κρατικών οργάνων, που, αν δεν αντιμετωπιστούν, θα επιτρέψουμε να οδηγηθούμε στην αυθαίρετη κατάλυση του Κράτους Δικαίου και την παραβίαση των ορίων ανοχής της Δημοκρατίας, ενώ, παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για την επιβολή αυταρχικών καταστάσεων,  στις οποίες βασιλεύει η λογοκρισία, η καταπίεση και η βία, προκειμένου οι άνθρωποι να μετατραπούν σε πειθήνια όργανα που υπακούουν τυφλά στα κελεύσματα των δυνατότερων.  Στην διαδικασία απονομής Δικαιοσύνης υπάρχει ο θεσμός του «αυτόπτη μάρτυρα», του οποίου οι καταθέσεις λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, καθώς είδε, έζησε και περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τα υπό εξέταση περιστατικά. Η χρήση ενός ντοκουμέντου, όπως μιας φωτογραφίας ή μαγνητοσκόπησης, δεν είναι τρόπο τινά ένας «αυτόπτης μάρτυρας»;  Πιθανώς ναι. Παρά τις όποιες προβληματικές γύρω από τη νομιμότητα ή μη ορισμένων αποδεικτικών μέσων.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, θα ήθελα, σε αυτό το σημείο, να αναφερθώ σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη σημασία της βιντεοσκόπησης των αστυνομικών. Και αυτό, φυσικά, δεν είναι άλλο από την περίπτωση του George Floyd, του έγχρωμου άνδρα, που δολοφονήθηκε βίαια στην Μινεάπολη των ΗΠΑ  από αστυνομικό τον Μάιο του 2020. Αυτή η δολοφονία χάρη σε βιντεοσκόπηση των περαστικών έγινε γνωστή και δημοσιοποιήθηκε αργότερα και σε όλα τα κανάλια παγκοσμίως, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν έντονες αντιδράσεις και ο ένοχος να βρεθεί αντιμέτωπος, όχι μόνο με την δικαιοσύνη, αλλά και με την ισχυρή κοινωνική αποδοκιμασία! Ας φανταστούμε, λοιπόν, τι θα γινόταν αν αυτό το περιστατικό διαδραματιζόταν στην Γαλλία, όπου έχει τεθεί πλέον σε εφαρμογή το “περίφημο” άρθρο 24… Πιθανώς οι περαστικοί, με τον φόβο του προστίμου ύψους 45.000 ευρώ  ή την επιβολή ενός μηνός φυλάκισης, να μην βιντεοσκοπούσαν το συμβάν, αυτό να μην γινόταν ποτέ γνωστό σε διαφορετικούς κύκλους, να μην υπήρχε καμία αντίδραση, το ζήτημα να μην έπαιρνε τις κατάλληλες διαστάσεις και να μην δημιουργούνταν τέτοια κοινωνική κατακραυγή. Επομένως, για ποια ηθική και ποια ασφάλεια φροντίζει το  νέο νομοσχέδιο και, κυρίως, σε ποιον απευθύνεται; Μήπως σε πολύ μεγάλες και πολύκροτες δίκες ή στην εξιχνίαση υποθέσεων δεν χρησιμοποιήθηκαν ή/και δεν  χρησιμοποιούνται βίντεο ή φωτογραφίες ως αποδεικτικό υλικό;

Είναι χρέος όλων μας ως πολιτών να διαφυλάξουμε τις μεγάλες κατακτήσεις της Δημοκρατίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία αναδείχθηκαν μέσα από την Γαλλική Επανάσταση. Μια νέα πραγματικότητα αναδεικνύεται ολοένα και πιο απογοητευτική για τους πολίτες, αυταρχική και αυθαίρετη, η οποία θέλει τους πολίτες ουραγούς των εκάστοτε παράλογων ορέξεών της. Για να σταματήσει αυτό, πρέπει να επιστρατευτούν όλα τα νόμιμα μέσα, διαθέσιμα σε ένα Κράτος Δικαίου και ένα Δημοκρατικό Πολίτευμα, ώστε να μην φτάσουμε στο σημείο  να ζούμε σε μια ζούγκλα απόλυτης κρατικής ανομίας, αυθαιρεσίας και κατάχρησης, στην οποία οι δυνατοί κατασπαράζουν τους αδύναμους χωρίς καθόλου ή με ελάχιστες κυρώσεις. Ήδη ο τρόπος με τον οποίο κατά καιρούς περιορίζεται η ελευθερία μας μάς παραλύει και μάς οδηγεί σε μια νοητική νωχελικότητα. Θα μπορούσε -με πιο έντονη και συναισθηματικά χρωματισμένη ρητορική- να πει κανείς πως καθημερινά μαθαίνουμε να αναπνέουμε με όλο και λιγότερο αέρα, αναμένοντας στωικά και χωρίς πολλές αντιδράσεις την στιγμή που θα χάσουμε ολοκληρωτικά τις αισθήσεις μας…

Καταληκτικά, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει πως η πανδημία του κορωνοϊού έχει -κατά καιρούς- αποτελέσει μία σοβαρή αφορμή για αυθαιρεσίες και διακρίσεις. Γι’ αυτό, και με εφαλτήριο το  νομοσχέδιο περί συνολικής ασφάλειας, που πρόκειται να τεθεί στην Γαλλία, πρέπει να θέσουμε μια τροχοπέδη, ώστε να μην καταλήξουμε να ζούμε σε μια δυστοπική κοινωνία…


Απάντηση