Αμυντικές σχέσεις ΗΠΑ-NATO-ΕΕ κατά την προεδρία Τραμπ

του Κώστα Κοντζά, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Στις 4 Απριλίου 1949, 4 χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπογράφεται στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών η Βορειοατλαντική Συμμαχία από 12 ιδρυτικά μέλη. Η πλειονότητα αυτών ήταν Ευρωπαϊκές χώρες, με μοναδικές εξαιρέσεις τις ΗΠΑ και τον Καναδά[1]. Ως καταστατικός στόχος του Οργανισμού αναγνωρίστηκε η διασφάλιση και η προώθηση της ειρήνης, της ελευθερίας και της σταθερότητας στη περιοχή του Βορείου Ατλαντικού, μέσω της συλλογικής άμυνας και του ενστερνισμού των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών[2]. Σαφέστατα, η επιστέγαση τόσων χωρών υπό τη προστασία και την επιρροή του πυρήνα του Δυτικού καπιταλισμού απέβλεπε στην αναχαίτιση της σοβιετικής επέκτασης, σε μια περίοδο αρκετά αβέβαιη. Ακολούθησαν 8 γύροι διεύρυνσης του NATO[3], οι οποίοι πραγματοποιήθηκαν με βάση το Άρθρο 10 της Ιδρυτικής Συνθήκης του Οργανισμού, και είχαν ως αποτέλεσμα να αριθμούνται σήμερα 30 κράτη-μέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991, αποτέλεσαν το έναυσμα για την ένταξη στο Σύμφωνο πολλών χωρών που κατά το παρελθόν βρίσκονταν υπό τη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής – πολλές μάλιστα από αυτές ούσες μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας. 

Εξήντα επτά χρόνια μετά την υπογραφή του Συμφώνου, την προεδρία της ηγεμονεύουσας χώρας της Συμμαχίας αναλαμβάνει ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ.  Από την προεκλογική του κιόλας εκστρατεία, ο 45ος Πρόεδρος των ΗΠΑ είχε ασκήσει ισχυρή κριτική στον τρόπο λειτουργίας του NATO, χαρακτηρίζοντάς το, μάλιστα, απαρχαιωμένο, ενώ δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι μια επικείμενη διάλυση της Συμμαχίας δεν θα τον ενοχλούσε ιδιαίτερα[5]. Ο Ρεπουμπλικανός Πρόεδρος δεν έχει παραλείψει να στρέψει τα βέλη του κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λέγοντας πως η τελευταία συγκροτήθηκε με μοναδικό στόχο να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ, κυρίως σε ό,τι αφορά το κέρδος[6]. Τέλος, έχει πολλάκις εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή του για το Brexit[7], ένα ζήτημα καίριας σημασίας για το μέλλον της ΕΕ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και πρωτίστως λαμβάνοντας υπόψη ότι 21 χώρες συμμετέχουν συγχρόνως στο NATO και την ΕΕ, η ανάλυση αυτή θα εμβαθύνει στην διατλαντική συνεργασία ΗΠΑ-NATO-ΕΕ για ζητήματα ασφαλείας με έμφαση την περίοδο της Προεδρίας Τραμπ. Παράλληλα, θα επιχειρηθεί μία κριτική αποτίμηση της πορείας των σχέσεων αυτών, θα εξετασθεί τη θέση του κάθε δρώντα και θα επιχειρηθεί να τεθούν προβληματισμοί και ερωτήματα σχετικά με το μέλλον των σχέσεων αυτών μετά από μια πολυτάραχη και συνάμα ενδιαφέρουσα τετραετία.

Το μεταψυχροπολεμικό διατλαντικό περιβάλλον συνεργασίας μέχρι το 2016: η φιλελεύθερη ατζέντα

Εξετάζοντας την Ιδρυτική Συνθήκη του ΝΑΤΟ, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών στην εύρυθμη λειτουργία της Συμμαχίας είναι ενορχηστρωτικός. Πρόκειται, άλλωστε, για τη χώρα που διαχρονικά επωμίζεται το μεγαλύτερο βάρος των αμυντικών δαπανών του Οργανισμού, προσφέροντας πολλές φορές ακόμη και το διπλάσιο ποσοστό του ΑΕΠ της συγκριτικά με τους εταίρους της[8]. Σαφέστατα, κάτι τέτοιο αποσκοπεί στο να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό τις ΗΠΑ να εδραιώσουν τη κυρίαρχη -στρατιωτικά-  θέση τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Είναι γεγονός ότι η παρουσία του NATO ως παρόχου και εγγυητή ασφαλείας και, κατά συνέπεια, της αμερικανικής στρατιωτικής διπλωματίας, στην ευρωπαϊκή ήπειρο, είχε ως αποτέλεσμα τη σχετική αδυναμία χάραξης “αυτόνομης πορείας” από τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ). Όντας δυνατότερο και με μεγαλύτερους πόρους στη διάθεση του, ασφαλώς δεδομένης και της συμμετοχής όχι μόνο των χωρών της Ευρώπης, αλλά και της υπερδύναμης Αμερικής, το NATO επισκίασε τη ΔΕΕ στην προσπάθειά της να πρωταγωνιστήσει στα ζητήματα ασφάλειας στην Ευρώπη. Μάλιστα, στο Συνέδριο της Ένωσης στη Χάγη, το 1987, κατέστη σαφές ότι η ασφάλεια των χωρών της Δυτικής Ευρώπης προϋποθέτει την αρωγή των χωρών της Βόρειας Αμερικής[11], φέρνοντας έτσι Ευρώπη και NATO ακόμη πιο κοντά (Μαραβέγιας 2016, σ. 270). Έτσι, NATO και ΔΕΕ συνεργάστηκαν τα επόμενα χρόνια στον αμυντικό τομέα, θέτοντας ως κύριο στόχο την προστασία του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφάλειας, το οποίο κατά τα πρώτα μεταψυχροπολεμικά χρόνια κατακλυζόταν -σημειωτέον- από πρωτοφανείς εξελίξεις, όπως οι ενδοκρατικές συγκρούσεις και οι εθνοτικές αντιπαραθέσεις (βλ. Γιουγκοσλαβία), για τις οποίες οι δυτικές χώρες τηρούσαν μία επιφυλακτική στάση (Χειλά 2013, σ.37-9). 

Με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, τον Φεβρουάριο του 1992, και την αναθεώρηση αυτής στο Άμστερνταμ, το 1996, με την ομώνυμη Συνθήκη, δόθηκαν νέες αρμοδιότητες στη νεοσύστατη πολιτική πρακτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που ανήκαν στην ΔΕΕ και μετά τη μεταβίβασή τους οδήγησαν στη διάλυσή της το 2011), την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια (ΚΕΠΠΑ). Πρακτικά, στην ΚΕΠΠΑ εντάσσονται όσα ζητήματα αφορούν στην διεκπεραίωση της άμυνας και της ασφάλειας της ΕΕ και των κρατών-μελών της[12]. Η απόφαση αυτή, όπως είναι λογικό, προβλημάτισε τις ΗΠΑ οι οποίες εξέφρασαν ανησυχίες για τον αντίκτυπο που θα είχε η ΚΕΠΠΑ στον ρόλο του NATO (Brattberg και Valášek 2019, σ. 14). 

Τραμπ και ευρω-αμερικανικές σχέσεις στον τομέα της ασφάλειας

Η εκλογή και ο πολιτικός λόγος του Ντόναλντ Τραμπ αιφνιδίασαν τη διεθνή πολιτική σκηνή. Πολύ σύντομα, τα λεγόμενα του Αμερικανού Προέδρου σήμαναν μία σπουδαία αλλαγή στο παγκόσμιο προσκήνιο, κι αυτό διότι οι ΗΠΑ δεν ήταν πλέον διατεθειμένες να αποτελούν τον αδιαμφισβήτητο εγγυητή του status quo. Η ιδέα μιας Αμερικής που σπεύδει να “σβήσει κάθε φωτιά” δεν είναι αυτή που οραματιζόταν ο Πρόεδρος Τραμπ. Για τον ίδιο ισχύει η ιδέα “America First”, η οποία δεν συνεπάγεται τον ρόλο του καλοκάγαθου παγκόσμιου ηγεμόνα. Αντίθετα, στον λόγο του κυριαρχούσε μια αίσθηση εθνικισμού που αναμφίβολα έρχεται αντιμέτωπη με τη συνηθισμένη “παγκόσμια διακυβέρνηση και τη φιλελεύθερη πολιτική που επί πολλά χρόνια ακολουθούσαν οι ΗΠΑ Η ρητορική που ακολούθησε ο 45ος Πρόεδρος έδειξε σημάδια μεταστροφής και μετατόπισης των προτεραιοτήτων προς το εσωτερικό και συνοδεύτηκε από ανάλογες κινήσεις (π.χ. αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα), χωρίς να ακολουθείται πάντοτε η πεπατημένη διπλωματική οδός (Sperling και Webber 2018, σ. 512).

Ειδικότερα, όταν το θέμα της συζήτησης αφορούσε το NATO, ο Αμερικανός Πρόεδρος διαρκώς σχολίαζε την αποτυχία των υπόλοιπων συμμάχων να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, αφήνοντας, μάλιστα, να εννοηθεί ότι ενδεχόμενη επίθεση σε μέλη που δεν “πληρώνουν τους λογαριασμούς τους” στο Σύμφωνο, δεν θα ερχόταν αντιμέτωπη με τα αμερικανικά στρατεύματα[13].  

Οι διαμαρτυρίες του Προέδρου Τραμπ για ανεκπλήρωτες οικονομικές υποχρεώσεις δεν είναι αβάσιμες. Από το 2006, οι Υπουργοί Αμύνης του NATO είχαν συμφωνήσει από κοινού να παρέχουν -τουλάχιστον- το 2% του ΑΕΠ τους σε έξοδα άμυνας και ασφάλειας, ωστόσο, ούτε το 1/3 των μελών δεν ανταποκρίνεται στον στόχο αυτό, μέχρι και σήμερα[14]. Οι ανησυχίες των Αμερικανών αναφορικά με τα ελάχιστα χρήματα που η Ευρώπη αφιερώνει για άμυνα και ασφάλεια και η ορατή, πλέον, απειλή της απόσυρσης της αμερικανικής “εγγύησης” σε ό,τι αφορά την ασφάλεια και την άμυνα αποτέλεσε την αφύπνιση που χρειαζόταν η ΕΕ. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται στα λεγόμενα του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών το 2017, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ[15]. Μέσα στο πρώτο χρόνο της προεδρίας Τραμπ, οι αμυντικές δαπάνες που προέρχονταν από χώρες πέραν των ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 4.3%, η Γαλλία έθεσε ως στόχο να διαθέσει το 1.81% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες το 2018 (κάτι που εν τέλει πέτυχε), δημιουργήθηκαν δύο νέα διοικητικά κέντρα του NATO -το πρώτο αφορούσε θαλάσσιες επιχειρήσεις και το δεύτερο τον ανεφοδιασμό των στρατιωτικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο- και 25 από τα 29, τότε, μέλη του Συμφώνου αύξησαν τα έξοδά τους σε αμυντικούς εξοπλισμούς (Peterson 2018, σ. 642).  Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, το 2017, τα έξοδα των ΗΠΑ για την άμυνα έφτασαν τα 602.8$ δισεκατομμύρια, σχεδόν το 70% των συνολικών δαπανών του NATO στον αντίστοιχο τομέα[16]. 

Δεδομένου ότι η Κυβέρνηση Τραμπ δεν θα αρκούνταν στην επίδειξη και μόνο καλών θελήσεων για αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού, οι Σύμμαχοι γρήγορα συνειδητοποίησαν πως θα έπρεπε να υλοποιήσουν τις προαναφερθείσες δεσμεύσεις τους -μια εκκρεμότητα που μένει να φανεί στον απολογισμό του οικονομικού έτους 2020. Οι Pothier και Vershbow (2017, σ. 6) υποστηρίζουν πως, προκειμένου κάθε μέλος να επιτύχει τον στόχο του 2%, το NATO θα πρέπει να δράσει πιο αυστηρά, με έναν τρόπο παρόμοιο με εκείνο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. Κομισιόν). Η υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου θα μπορούσε να αναπροσαρμόσει ριζικά το ποσοστό των αμυντικών εξόδων της αμυντικής κοινότητας του Συμφώνου. Επισημαίνεται ότι στη περίπτωση της Γερμανίας συγκεκριμένα, η επίτευξη του 2% θα την έφερνε στη 2η θέση των χρηματοδοτών του NATO, πίσω μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες (Pothier και Vershbow 2017, σ. 6-7). 

Σημαντικό ρόλο στα αυξημένα στρατιωτικά έξοδα έπαιξε και η υπογραφή της Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO) από 25 μέλη της Ε.Ε. το 2017 (Peterson 2018, σ. 645). Αν και η PESCO είχε αρχικά προκύψει από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το 2007[17], ως πυλώνας της ΚΕΠΠΑ, παρέμεινε για μια δεκαετία σχεδόν σε αδράνεια. Η πρωτοβουλία αυτή βασίστηκε στην από κοινού αντίληψη των μελών της Ε.Ε. για μια αγαστή συνεργασία και συνεννόηση γύρω από τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας που απειλούν τη σύγχρονη Ευρώπη[18] και αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της ιδέας για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Όπως διατυπώνεται και σε υπόμνημα του Οργανισμού, η PESCO δεν δημιουργήθηκε για να εναντιωθεί στο NATO -αντίθετα, συνεχίζει να το βλέπει ως “τον ακρογωνιαίο λίθο για τη συλλογική άμυνα των μελών του”[19]. Στη πραγματικότητα, η PESCO έρχεται να απαντήσει σε ένα παράπονο δεκαετιών από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς φαίνεται ότι στην πράξη εξυπηρετεί τόσο την ΕΕ, όσο και το NATO, κάτι που απέδειξαν και τα πρώτα του εγχειρήματα. Μια, λοιπόν, τάση αύξησης της ευρωπαϊκής στρατιωτικής αυτονομίας θα ήταν θετικό σημάδι, αφού, μέσω της προσπάθειας “PESCO”, ο καταμερισμός των οικονομικών “βαριδιών” μεταξύ των μελών του NATO θα ήταν μεγαλύτερος (Biscop 2018, σ. 173-176).

Η Κυβέρνηση Τραμπ δεν φάνηκε να συμμερίζεται τον εν λόγω ενθουσιασμό. Η χρήση λέξεων όπως “αυτονομία” ή “Ευρωπαϊκός Στρατός” από ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες προκάλεσαν στην Ουάσιγκτον ένα αίσθημα “αχαριστίας” (Brattberg και Valášek 2019).  Η πρωτοβουλία της PESCO φάνηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ως μια απόπειρα αντικατάστασης του NATO, μια προσπάθεια των ‘ασυνεπών’ στις οικονομικές τους υποχρεώσεις Ευρωπαίων να απεμπλακούν από αυτό. Πιθανώς η αντίδραση αυτή να προκλήθηκε από την -εύλογη- ανησυχία της Ουάσιγκτον ότι η PESCO θα επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο αμερικανικών εξοπλισμών στην Ευρώπη, κυρίως λόγω της επιθυμίας της να ενισχύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία (Biscop 2018, σ. 177). Διεξοδικές συζητήσεις και διαβουλεύσεις έριξαν τις εντάσεις, με τις ΗΠΑ να κάνουν ορισμένα βήματα πίσω, αφού έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι η PESCO δεν ήρθε να πάρει τη θέση του NATO. Επέμειναν, ωστόσο, σε ορισμένες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα την -επιθυμητή και από τους Ευρωπαίους- βοήθεια της τελευταίας στον εντοπισμό αδυναμιών της Συμμαχίας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι ενστάσεις εξαφανίστηκαν τελείως, με ορισμένους Αμερικανούς αξιωματούχους να κατηγορούν την Ε.Ε. πως υποσκελίζει τον ρόλο του NATO στην ευρωπαϊκή πλευρά της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (Brattberg και Valášek 2019).

Από την άλλη, στην Ευρώπη επικρατεί η άποψη πως στην Αμερική έχουν “παρεξηγήσει την κατάσταση (Biscop 2018, σ.177). Ο Biscop υποστηρίζει πως η PESCO είναι μια “ομπρέλα” κάτω από την οποία Η.Π.Α-NATO-ΕΕ έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες για συνεργασία και στο πλαίσιο της οποίας τα συμφέροντα των τριών θα εναρμονίζονταν αν οι ΗΠΑ έδειχναν μεγαλύτερη διάθεση για αυτό. Ωστόσο, κατά τη περίοδο της προεδρίας Τραμπ, σπανίως συνέβαινε αυτό.

Αντί επιλόγου

Από τη περίοδο Ομπάμα είχε ξεκινήσει η απαγκίστρωση από τις παγκόσμιες υποχρεώσεις των ΗΠΑ, με το ενδιαφέρον να μεταφέρεται περισσότερο στην Ασία και λιγότερο στην Ευρώπη (Riddervold και Newsome 2018, σ. 509). Ωστόσο, όπως και τα περασμένα 4 έτη, ήταν σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν -αν τελικά γινόταν- η αναδίπλωση αυτή. Αυτό φαίνεται πως έγινε αντιληπτό και στην απερχόμενη, πλέον, Κυβέρνηση, αφού με την πάροδο του χρόνου τόσο ο Πρόεδρος Τραμπ, όσο και οι στενοί συνεργάτες του έδειχναν να ρίχνουν τους τόνους, σε μια προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Χαρακτηριστικά, o Τραμπ ανακάλεσε προηγούμενη δήλωση που είχε προκαλέσει αναταραχή στην Ευρώπη και το NATO, λέγοντας πως το τελευταίο “δεν είναι πλέον απαρχαιωμένο”[20]. Στο ίδιο μήκος κύματος, λίγους μήνες νωρίτερα από τον Πρόεδρό του, ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Mike Pence είχε επισημάνει την απόλυτη αφοσίωση της Αμερικής στο NATO και τους ισχυρούς δεσμούς που συνδέουν την χώρα του με τη Συμμαχία και την Ευρώπη[21].

Οι ΗΠΑ, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ορθώς διαμαρτύρονται για τη μικρή σημασία που δίνει η Ευρώπη στην άμυνα. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να προσαφθεί στην τελευταία ότι δεν παίρνει πρωτοβουλίες ανάσχεσης αυτής της τάσης, μιας και η PESCO είναι μια από αυτές. Οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε να ανταγωνίζονται τέτοιου είδους προσπάθειες και να εμμένουν αποκλειστικά στον στόχο του 2% του ΑΕΠ, αλλά να ενθαρρύνουν τη στρατιωτική ανάπτυξη τη ΕΕ και να προωθήσουν την ανάπτυξη αυτής στο πλαίσιο του NATO, μια εξέλιξη που θα ευνοούσε και τις 3 πλευρές (Brattberg και Valášek 2019, σ. 18).

Το τέλος της προεδρίας Τραμπ δεν συνεπάγεται την “άνοιξη” για το NATO και την ΕΕ, στον τομέα της ασφάλειας. Είναι πολλοί εκείνοι που έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο που το NATO λειτουργεί, ακόμη και πιθανά μέλη της επερχόμενης κυβέρνησης Biden (π.χ. Bernie Sanders [22]). Σε κάθε περίπτωση, ΗΠΑ-NATO-ΕΕ δεν θα διαγράψουν απλά τα 4 χρόνια που πέρασαν, τις -άλλοτε- θετικές και -άλλοτε- αρνητικές εξελίξεις που σημειώθηκαν κατά τη περίοδο της προεδρίας Τραμπ. Αντιθέτως, η ταραχώδης αυτή περίοδος μπορεί να προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες για την επιδιόρθωση και την ανοικοδόμηση της Συμμαχίας στο μέλλον.

Βιβλιογραφία

Biscop S. (2018), “European Defence: Give PESCO a Chance”, Survival, 60:3, pp.161-180.

Brattberg, E. and Valášek, T. (2019), EU Defense Cooperation: Progress Amid Transatlantic Concerns (Research Paper), Washington DC: Carnegie Endowment for International Peace Publications Department. (Διαθέσιμο: εδώ) (25/11/20)

Fiott, D. (2018), “Strategic autonomy: towards ‘European sovereignty’ in defence?” (Brief 12/18), European Union Institute for Security Studies (EUISS) (Διαθέσιμο: εδώ) (25/11/20)

Howorth, J. (2018), “Strategic autonomy and EU-NATO cooperation: threat or opportunity for transatlantic defence relations?”. Journal of European Integration 40:5, pp. 523-537.

Peterson, J. (2018), “Structure, agency and transatlantic relations in the Trump era”. Journal of European Integration, 40:5, pp.637-652.

Pothier, F. and Vershbow A. (2017), NATO and Trump: The Case for a New Transatlantic Bargain, Atlantic Council – Brent Scowcroft Center on International Security (Διαθέσιμο: εδώ) (25/11/20)

Riddervold M. & Newsome A. (2018), “Transatlantic relations in times of uncertainty: crises and EU-US relations”, Journal of European Integration, 40:5, pp. 505-521.

Sperling J. & Webber M. (2018), “Trump’s foreign policy and NATO: Exit and voice”, Review of International Studies, 45:3, pp. 511-526.

Μαραβέγιας, Ν. (2016), Ευρωπαϊκή Ένωση: Δημιουργία, εξέλιξη, προοπτικές, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Χειλά, Ε. (2013), Οι Διεθνείς Συγκρούσεις στον 21ο Αιώνα: Ζητήματα Θεωρίας και Διαχείρισης, Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.

Πηγές & Αρθρογραφία

[1] The North Atlantic Treaty (1949), NATO, Διαθέσιμο εδώ.

[2] Όπως σημείο .

[3] NATO Enlargement & Open Door (2016), NATO, Διαθέσιμο εδώ.

[4] Όπως σημείο 3.

[5] The New York Times, Donald Trump Says NATO is ‘Obsolete’ (2016), 24.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[6] Politico, Donald Trump says EU exists to compete with US (2016), 24.11.2020 Διαθέσιμο εδώ.

[7] BBC, Donald Trump on EU: ‘Brexit is a good thing’ (2016), 24.11.2020, Διαθέσιμο εδώ – The Guardian, Donald Trump backs Brexit, saying UK would be ‘better off’ without EU (2016), 24.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[8] Financial and Economic Data Relating to NATO Defence (2009), NATO, 25.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[9]Stabilisation Force in Bosnia and Herzegovina – SFOR Mission (2004), NATO, 25.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[10] NATO and Libya: Operation Unified Protector, NATO, 25.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[11] Platform on European Security Interests (1987), WEU, 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[12] Treaty On European Union/Treaty Of Maastricht (1992), Official Journal of the European Communities, 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[13] The Atlantic, Donald Trump’s NATO Remarks Stuns U.S. Allies (2016), 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[14] Defence Expenditure of NATO Countries (2013-2020), NATO – Public Diplomacy Division (Οκτώβριος 2020), 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[15] Bloomberg, Germany Says Trump’s ‘Withdrawal’ Means Europe Must Step Up (2017), 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[16] International Institute for Strategic Studies, The US and its NATO allies: costs and value (2018), 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[17] Treaty of Lisbon/Treaty On European Union (2007), Official Journal of the European Union, 27.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[18] Permanent Structured Cooperation, European Union External Action – Europa EU, 28.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[19] Notification on Permanent Structured Operation (PESCO) to the Council and to the High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy (2017), Official Journal of the European Union, 28.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[20] BBC, Trump says NATO ‘no longer obsolete’ (2017), 29.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[21] The White House, Remarks by the Vice President at the Munich Security Conference (2017), 29.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.

[22] Chicago Tribune, When it comes to NATO, Bernie Sanders and Donald Trump offer similar assessments (2016), 29.11.2020, Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση