Η διεθνής εμβέλεια της δημοτικής μουσικής…

της Αριάδνης-Σοφίας Κούρη, μέλους της Ομάδας Συνεντεύξεων

Το 2002, οι ζυμώσεις για την κατάρτιση της Σύμβασης για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO είχαν ως αποτέλεσμα τη θέσπιση και την υιοθέτηση του όρου «άυλα πολιτιστικά αγαθά». Με το Νόμο 3028/2002 “Περί Προστασίας των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς” (ΦΕΚ 153/Α’/28.6.2002), ο παραδοσιακός και σύγχρονος λαϊκός πολιτισμός αναγνωρίστηκε από την ελληνική πολιτεία ως διατηρητέος.

Η γλώσσα (παροιμίες, μυθοπλασία, εκφράσεις), ήθη και έθιμα, δραστηριότητες (χοροί, γιορτές, δρώμενα), χλωρίδα και πανίδα, τέχνες (μουσική, ενδυματολογία, κεραμική, λογοτεχνία, οικοτεχνία, βιβλία), ιστορικές πόλεις, (αρχιτεκτονική, ξυλουργική, γλυπτική, σιδηρουργική, μεταλλοτεχνία), ζωγραφική, μύθοι, γνώσεις και δοξασίες, δεξιότητες και τεχνικές αποτελούν μαρτυρίες του παραδοσιακού, λαϊκού και λόγιου πολιτισμού. Παράδοση είναι η ενέργεια του «παραδίδωμι», που σημαίνει δίνω κάτι στα χέρια, εμπιστεύομαι σε κάποιον, επιτρέπω, παραχωρώ. Είναι δηλαδή μια διαδικασία παράδοση έργου, μια μεταβίβαση, με την οποία μεταφέρονται οι πολύμορφες εκφάνσεις της άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Η παράδοση είναι μια αλυσίδα που συνδέει τις γενιές μεταξύ τους και πλάθει την αίσθηση της ιστορίας. Το πλάτος της καλύπτει τόσες πτυχές, όσες και η ζωή, από τη χαρά ως το θάνατο. Διατηρεί το παρελθόν, το παρόν γίνεται αντιληπτό και διαμορφώνεται η σχέση με το μέλλον. Αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας και μνήμης. Οι αξιακές ποιότητές της συνεχώς ανανεώνονται, για να ταιριάζουν με τον τρόπο που ένας λαός ζει την καθημερινότητά του. Το χάσμα παύει να υπάρχει. Δημιουργείται η ατομική αυτογνωσία και συγκροτείται η συνοχή του κοινωνικού συνόλου. Ανανεώνονται οι δεσμοί με το τοπίο, τη φύση, το περιβάλλον. Και όσο εξελίσσονται, μένουν αυτά που έχουν και προστίθενται αυτά που δημιουργούνται. Έτσι εξασφαλίζει τη διάρκειά της…

Ο Πετρολούκας Χαλκιάς με το έργο του γεφύρωσε την αρχαιοελληνική μουσική παράδοση με την σύγχρονη δημοτική, προσφέροντας καινούργια στρώματα ανάγνωσης στις επόμενες γενιές. Ανέδειξε την μοναδικότητα της ελληνικής μουσικής μας παράδοσης. Με βαθιά γνώση του ελληνικού πλούτου και επίμονη προσπάθεια, ο Πετρολούκας Χαλκιάς είναι ένας από τους καλλιτέχνες που ανέδειξαν με απαράμιλλο τρόπο διεθνώς το εύρος της ελληνικής παράδοσης, αποτελώντας κομμάτι μιας σπουδαίας πτυχής του νεοελληνικού πολιτισμού. Δικαίως καταλογίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες μουσικούς παγκοσμίως, κερδίζοντας μια θέση στο Πάνθεον των μεγάλων καλλιτεχνών του τόπου μας.

Είστε ένας ιδιαίτερα δραστήριος μουσικός.

Τα πράγματα δεν είναι καλά, διότι κλεισμένοι μέσα, εμείς δεν είμαστε συνηθισμένοιˑ εμείς πηγαίνουμε από πόλη σε πόλη, από πανηγύρι σε πανηγύρι. Με παίρνουν τηλέφωνα. Και τώρα ακόμη, με πήραν τηλέφωνο για του χρόνου, αν τελειώσει αυτό το κακό (κοροναϊός). Θα πάω στη Αμερική, στην Βοστώνη στο Harvard. Θα πάω να μιλήσω για την δουλειά μου. Είναι τρία τέσσερα Πανεπιστήμια που θέλουν να τους εξηγήσω και να τους παίξω κλαρίνο. Αλλά να δούμε. Θα τελειώσει ποτέ; Εμείς ποτέ δεν καθόμαστε μέσα. Από παλιά πήγαινα στο εξωτερικό. Αμερική, Βέλγιο, Αυστραλία, Καναδά, Αγγλία… Ενεργός ήμουν, μέχρι τελευταία που είχα γυρίσει από την Αμερική τον Μάρτιο.

Έχετε τεράστια δισκογραφία και μεγάλο έργο. Έχετε συνεργαστεί με μουσικούς από όλο τον κόσμο.

Πράγματι! Ινδοί που είχαν έρθει με βάλανε εμένα να τους ανοίξω το πρόγραμμα. Πάω εκεί που παίζανε. Μου λένε: «να σας παίξουμε ένα τραγούδι να ακούσετε». Και πιάνουν το «Μοιρολόι της φώκιας». Και λέω: «μπα μας ειρωνεύονται» λέω. Τα τραγούδια μας τώρα;

– «Όχι κάνει ο Ινδός, αυτά τα τραγούδια δεν είναι δικά μας. Όταν ήρθε ο Μέγα Αλέξαντρος και η πόλη μας είχε καταστραφεί από τον πόλεμο, έβαλε μπροστά αυτά τα τραγούδια και τους λέει, έτσι πάλι η πόλη σας θα γίνει όπως ήταν πρώτα». Εμείς τα κρατήσαμε. Αυτοί πήγαν προς τη Βυζαντινή (μουσική). Δεν τα έχουν έτσι πια. Και παίξανε μετά από διάφορα δικά τους.

Ποιο είδος πιστεύετε ότι είναι το πιο μακρινό από το δικό μας; Με ποια χώρα δυσκολευτήκατε πολύ να βρείτε ισορροπία;

Εμείς εδώ στην Ελλάδα τα έχουμε όλα. Θέλω να πω ότι εγώ με όλα τα σχήματα της μουσικής κάνω. Όλοι παντού το ξέρουν ότι παίζω κλαρίνο. Δεν πήραμε εμείς ποτέ από κανέναν.

Τι είναι αυτό που κάνει την δημοτική μουσική τόσο ξεχωριστή;

Η πεντατονική (κλίμακα), η δική μας (η ηπειρώτικη πεντατονική), είναι πανάρχαια. Μπορούμε να δούμε την επιρροή από τη φύση. Γιατί έχει τις αρμονικές από τη φύση. Έχω τύχει σε ένα γάμο στο Αγρίνιο, κάπου εκεί πέρα, και δοκίμαζα το κλαρίνο. Και δίπλα μου ήταν ένας στάβλος με ένα άλογο. Και ωπ!, σηκώνεται το άλογο στα δυο του πόδια. Και μου λέει ο αδερφός μου: «μωρέ τυχαίο θα ’τανε». Μωρέ δεν ήτανε τυχαίο του λέω. – «Για ξανά καντο» μου λέει. Το ξανακάνω και να σου το άλογο. Λοιπόν, υπάρχει απόδειξη ότι η μουσική μας είναι γνωστή στα ζώα. Και μετά ο αδερφός μου, λέει: «θα δοκιμάσω κι εγώ με το βιολί να δούμε». Φστ, φστ, φστ κάνει εκεί το βιολί και πραγματικά, ήρθε το άλογο στα κέφια του.

Η μουσική μας έχει επηρεάσει τους άλλους λαούς.

Η Ήπειρος κράτησε τη μουσική παράδοση λόγω του ότι η περιοχή είναι πολύ δύσβατη. Δεν υπήρχαν δρόμοι. Οπότε τα πανηγύρια και οι γάμοι γίνονταν μόνο μεταξύ των Ηπειρωτών και δεν γνώριζαν άλλες μουσικές. Και τα μάθαινε ο γαμπρός από τη νύφη και η νύφη από το γαμπρό.

Ορισμένα κράτη έχουν πάρει πολλά από την Ελληνική μουσική. Όπως η Αμερική, που έχει κάνει την τζαζ. Η τζαζ είναι σχεδόν ίδια. Και είναι λογικό αυτό, γιατί ο πρώτος πολιτισμός ήταν ο ελληνικός και με τα ταξίδια και τις ανταλλαγές περάσανε στις άλλες χώρες. Κι αυτό στο λέω εγώ που έχω περάσει από όλα. Και είμαι σίγουρος πολύ.

Ζήσατε όμως και δύσκολα χρόνια.

Πολύ δύσκολα. Το ’40 που άρχισε ο πόλεμος ήμουν 6-7 χρονών και έφυγα. Θυμάμαι εκεί που περπατούσα ήταν σκοτωμένοι. Μάζευα τις χειροβομβίδες έτσι για παιχνίδι. Το ’βλεπα παιχνίδι. Δύσκολα χρόνια. Και βλέπω έναν Ιταλό σε ένα δέντρο ακουμπημένο. Με τα κιάλια του, όρθιος. Και λέω: γιαγιά να κι ένας ζωντανός. Τόνε σκουντάω με ένα ξύλο, πέφτει χάμω. Αλλά δεν ήτανε χτυπημένος από σφαίρα. Αυτός φαίνεται από συγκοπή καρδίας είχε πάει. Είδε με τα κιάλια κάτι να έρχεται, τακ σταμάτησε η καρδιά του κι έμεινε εκεί ακουμπισμένος.

Λοιπόν, το ‘41 και μετά υπήρχε πείνα, δεν υπήρχε ψωμί. Ζητιανεύοντας πήγαινε η γιαγιά και ζήταγε για το παιδί. Για το παιδί! Εγώ ξυπόλητος να πατάω πάνω στις πέτρες και στα χώματα, έτσι. Είχα τρεις μέρες νηστικός. Γιαγιά λέω, τι να κάνουμε; Μου λέει, τι να σε κάνω δεν έχουμε, έλα να σε πάρω να πάμε στην Αλβανία. Πραγματικά όταν πήγαμε στην Αλβανία μας έδιναν ένα τσουβάλι ψωμιά. – «Αχ τώρα γιαγιά έχουμε ψωμί. Πάμε πάλι να φύγουμε».

Αυτά τα θυμάμαι. Μου ’γιναν να μπορώ να ελέγξω το κάθε συναίσθημα και το τι γίνεται γύρω μου και στην κοινωνία που αλλάζει. Κάθε πέντε με δέκα χρόνια έχουμε αλλαγές. Να, λοιπόν, και γι’ αυτό βλέπω σήμερα πως αν πάμε έτσι όπως πάμε τώρα, κάνα χρόνο ακόμα και θα πάμε όπως ήμασταν το 2000. Είκοσι χρόνια πίσω. Γιατί όταν πέφτει η οικονομία, ερχόμαστε πίσω, δεν πάμε μπροστά.

Όλες αυτές οι δυσκολίες πώς και δεν σας εμπόδισαν;

Επανειλημμένως τις ξεπερνούσα. Γιατί εγώ, δεν πήγα σχολείο. Μετά, μεγάλος, γιατί ήρθε και ο Εμφύλιος Πόλεμος το ‘45-’47, πήγα να μάθω μόνο να γράφω και να διαβάζω. Αυτό ήτανε εμένα το σχολείο μου.

Πως ξεκίνησε όλο το ταξίδι σας;

Όταν πήγα στην Αμερική. ήμουν 21-22 χρονών. Πολύ νέος. Και όταν πήγα εκεί, με υποχρεώσανε να γραφτώ στο σωματείο των μουσικών. Εκεί είναι το local agency που είναι γραμμένοι 8.000.000 μουσικοί από όλες τις πολιτείες. Εκεί γίνονται οι συνεδριάσεις, οι γνωριμίες, οι παρέες. Αφού γράφτηκα στο σωματείο, μου είπαν ότι έχουμε συνέλευση δυο φορές την εβδομάδα. «Θα έρχεσαι τακτικά εκεί». Σε μια μεγάλη αίθουσα που χωράει 1.200 άτομα, στη Νέα Υόρκη.

Όταν πάμε στην αίθουσα, αυτοί βάζουνε κάτω ένα χάρτη και φέρνουν όλα τα κράτη γύρω να ανακαλύψουν από πού προέρχεται η μουσική τους. Όταν ήμουν εκεί, καθόμουν σε μια άκρη. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου. Και σηκώνονταν οι μουσικοί και έπαιζαν από το κράτος που έλεγαν. Με το χάρτη, ο πρόεδρος εκεί.

Μια μέρα πιάνει τον χάρτη του και λέει: «Greece». Σηκώθηκα εγώ, (Λεβεντιά). -«You speak English μου» λέει; Εγώ δεν τα ‘ξερα ακόμα. Φέρνουν έναν διερμηνέα. Ο πρόεδρος έπαιζε πιάνο, ένας νέγρος κιθαρίστας, τρομερός, διαβασμένος, κλπ., πολύ μεγάλης αξίας, κι ένας ντραμίστας Σκοπιανός. Εσύ θα παίξεις και ’μεις θα σε συνοδέψουμε. Τους λέω εγώ κρυφά για να μην τους προσβάλω: “Δεν θα μπορέσετε να με ακολουθήσετε. Εμείς έχουμε παράξενους ρυθμούς που ακόμη δεν θα μπορέσουν ούτε τα ωδεία, ούτε κανείς να μας συνοδεύσει, διότι εμείς έχουμε ρυθμούς μυστήριους.” Τότε λέει ο πρόεδρος φωναχτά,

– «Έχω σκίσει τα παντελόνια μου στο θρανίο να μάθω τα πάντα της μουσικής και ήρθε ένας εδώ να μας πει ότι δεν θα μπορέσουμε να τον ακολουθήσουμε;». Και πετάγεται ο Σκοπιανός και του κάνει -«Wait a minute. Στην Ελλάδα υπάρχουν ρυθμοί που ακόμα είναι ανεξερεύνητοι, έχει δίκιο ο Έλληνας».

Παίξε μας κάτι μου λέει. Του παίζω κι εγώ το μπεράτι (ο ρυθμός του είναι: ντουμ-τακ, ντουμ-τακ, ντουμ ντουμ τακ, ντουμ-τακ, ντουμ-τακ, ντουμ-ντουμ). Αυτοί μετρήσανε 1, 2, 3, 4, για να τον βρουν, αλλά στο τέλος… – «Ωωω!, εδώ λήγουν τα μεικτά… Όχι, όχι, παίξε μόνος σου». Και το ’κανα σόλο. Χειροκροτήματα όλοι οι μουσικοί, χαμός.

Μου λέει ο πρόεδρος τότε. «Αυτή η μελωδία είναι προς τη τζαζ που έχουμε εδώ στην Αμερική. Μήπως τα ακούσατε από μας και τώρα τα κάνετε εσείς αυτά;». Του λέω εγώ, όμως: «Είναι δυνατόν ποτέ ο πατέρας να κλέψει από το παιδί;». Χειροκρότησαν όλοι πάλι μέσα. – «Συγγνώμη μου λέει αυτός, αλλά δεν ξέρουμε από πού την βρήκατε αυτή τη μουσική εσείς». Αυτή είναι η πεντατονική, διότι η Ελλάδα, έχει Θρακιώτικα, Νησιώτικα, Μακεδονικά, Ποντιακά, Κρητικά, όλα υπάγονται στην Βυζαντινή μουσική. Το πεντατονικό το Ηπειρώτικο είναι πανάρχαιο, αυτό προέρχεται από τον αυλό κι από την άρπα.

Είκοσι χρόνια μείνατε εν τέλει στην Αμερική…

Μετά από καιρό με κάνανε Αμερικανό. Γιατί λέει ήμουν ένας άνθρωπος που είπε η Αμερική ότι τον χρειαζότανε. Το σύστημά τους είναι τέτοιο που δίνουν υπηκοότητα μόνο σε εκείνους που δεν έχει άλλους σαν κι αυτούς στη χώρα. Κι εγώ την πήρα, γιατί μόνος μου το ‘κανα. Και μου λέγανε να μου ανοίξουνε σχολεία να διδάσκω τα παιδιά. Πήγα κι εγώ τότε στην Νέα Υόρκη και στον Πρέσβυ, στο Προξενείο, και του λέω αυτά. Μου λέει να πω όχι, να μην συμφωνήσω διότι η Ελλάδα έχασε πολλά πράγματα από τέτοιες περιπτώσεις και μετά οι άλλοι τα λένε μετά δικά τους.

Έτσι εγώ αρνήθηκα. Αλλά φέραμε την οικογένειά μου. Όταν με το ’πανε να γίνω Αμερικανός εγώ τους είπα ότι έχω τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου, τη μάνα μου, τον πατέρα μου. Και μετά γύρισα. Ήθελα τον τόπο μου. Τα αδέρφια μου είναι ακόμη εκεί.

Η Ελλάδα ποια θέση έχει στην μουσική σας;

Από μικρός είχα το μικρόβιο. Στην αρχή βασανίστηκα μετά τον πόλεμο, για να μπορέσω να βρω ένα κλαρίνο. Πήρα ένα ξύλο με ένα κόκκινο σίδερο και το ‘φτιαξα. Κι άρχισα να παίζω. Εκεί δυσκολεύτηκα. Και μετά που πήγα και έπαιξα μ’ αυτό έμαθα πώς είναι η ζωή. Καθόμουν στην γωνία. Άλλος μια δεκάρα, άλλος δύο, τα μάζεψα τα λεφτά μέσα σε ένα χρόνο. Πήγα και πήρα ένα κλαρίνο παλιό και σιγά σιγά το ’φτιαξα. Πήγαινα και έπαιζα κι επειδή με αναγνωρίσανε, πάντα με προσέχανε. Δεν είχα ποτέ μου κάποια διαφορά, επειδή ήμουνα Έλληνας. Σε μένα δείχνανε ό,τι καλύτερο είχανε μέσα τους. Και στην Αμερική αλλά και μετά όσοι δουλέψαμε: οι Αφρικανοί, οι Αιγύπτιοι, οι Ινδοί. Όλοι, όλοι. Ξέρανε ότι αυτό που κάνω είναι κάτι σπάνιο.

Ουσιαστικά είστε η γέφυρα μεταξύ του σύγχρονου και του πανάρχαιου μουσικού μας πολισμού.

Κι εδώ που ήρθα κι έπαιξα μ’ ακούσανε. Και πραγματικά μου είπαν «αυτά τα μοιρολόγια που κάνεις είναι μισό πεντατονική-δημοτικό, μισό βυζαντινή». Και μου είπαν «είσαι ο μόνος που μπορείς να κάνεις κάτι για να μείνει αυτό στην Ελλάδα». Λέω «τι θέλετε να κάνω;» – «Να ενώσεις την βυζαντινή με την πεντατονική. Αυτό είναι ένα δύσκολο πράγμα». Και πήρα και το ‘φτιαξα. Το μελέτησα μόνος μου. Πήρα του Χριστού, τη ζωή εν τάφω κλπ. Όλα αυτά. Πήρα τη μελωδία και κοίταξα πώς θα μπορέσω να το ταιριάξω με το μοιρολόι που κάνω. Κι όταν το ‘φτιαξα μου είπαν: – «το μοιρολόι αυτό, είναι του θανάτου;». Και τους λέω: Εμείς έχουμε μοιρολόγια για όλα τα συναισθήματα του ανθρώπου. Έχουμε μοιρολόι της αγάπης, του γάμου… Το “σε τούτο σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μην ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει” μοιρολόι χαράς είναι.

Η δουλειά σας έχει μια δώσει μια μαγική υφή. Εστιάζει σε ρυθμούς που ανατρέπουν το πώς διαβάζουμε την μουσική.

Ο Benny Goodman, ο Louis Armstrong, ο Gene Krupa μια μέρα ήρθαν και κάθισαν στο μαγαζί και με άκουσαν που έπαιζα. Επί δύο ώρες η χορεύτρια χόρευε οριεντάλ κι εγώ έπαιζα όρθιος κι έκανα σόλα μόνος μου. Λέει ο Μπένυ: – «μπορούμε να έχουμε το κλαρίνο εδώ;». Έρχεται ο σερβιτόρος και μου λέει “οι τρεις εκεί κάτω”. Εγώ δεν ήξερα ποιος είναι τι. Τίποτα. Μου λέει ο Μπένυ – «You speak English;». Όχι λέω. Κατάλαβε ο σερβιτόρος και λέει, άστο θα κάτσω εγώ. Χαίρω πολύ, λέω στον Λούις στα Ελληνικά. Λέει του σερβιτόρου: – «για ρώτα τον, επειδή όλη αυτή την ώρα δεν είδα να ‘χει το αναλόγιο (αυτοί θέλουν την παρτιτούρα τους). Λέω, εμείς είμαστε δημοτικοί, εγώ δεν πήγα σχολείο του λέω. – «Αα!» κάνει «γιατί δεν πήγες;» Διότι, αυτά κι αυτά. Λέει τότε ο Άρμστρονγκ: – «άμα αυτός ο άνθρωπος είχε πάει σχολείο, θα χε καταφέρει να βρει τον κώδικα και να σπάσει τον κανόνα. Να τον αλλάξει!».

Τώρα, ο Μπένυ Γκούντμαν κι αυτοί έχουν πάρει κάτι δικά μας τραγούδια. Όταν τ’ άκουσα εγώ, τόνε παίρνω και του λέω “Μπένυ αυτά είναι δικά μας τραγούδια. Αυτό που κάνω εγώ στο μαθραμά” (εκεί που κάνω εγώ το ρυθμό: τραμ ταραμ ταραμ ταρααα, τα ταρι τι τα ταραρι τι τι τααα, αυτός κάνει τραααα τραααα τραα τραα).

Εσείς μάθατε την μουσική με την πείρα, με το συναίσθημα. Ακολουθήσατε άλλη συνταγή. Η δημοτική παραδοσιακή μουσική μαθαίνεται στα εκπαιδευτήρια, στα ωδεία και τα σχολεία;

Εγώ ναι, το ‘μαθα με την φύση. Πήγαινα στο ποτάμι, άκουγα πώς πάει το νεράκι, πώς πάνε το φθινόπωρο τα φύλλα, πώς κάνουν τα πρόβατα (μπεεεε), όλα αυτά τα άκουγα και τα έκανα μουσική. Τα παιδιά τώρα δεν μαθαίνουν αυτό που είναι η αλήθεια. Πραγματικά, εμείς εδώ στην Ελλάδα, από την ιστορία που έχουμε, μπορούμε να βρούμε την αλήθεια. Έχουμε την Ακρόπολη, τον ήλιο, τα πάντα. Όλα από εδώ ξεκίνησαν. Όλα δικά μας. Από δω όταν πάνε να μάθουνε χωρίς αυτά, δεν μαθαίνουν πραγματική μουσική.

Άρα φοβάστε ότι θα χαθεί αυτή η μουσική μας;

Τα πανηγύρια ήταν καλά, γιατί ακούγανε τα παιδιά, ο ένας με τον άλλον, και λέγανε τι είναι αυτό; Αυτό είναι το τάδε τραγούδι, το παλιό. Όταν πήγαινα να γλεντήσω ανθρώπους, γνώριζα από τα μάτια τα συναισθήματα της ζωής τους. Δηλαδή αυτό είναι το σωστό, έτσι πρέπει να μαθαίνεις. Και ήταν και χορευτές, βέβαια, που τα παράγγελναν και χορεύανε. Τώρα δεν χορεύουν, έχουν πάει αλλού τα πράγματα. Σε άλλα μονοπάτια που δεν είναι καθόλου ελληνικά. Ενώ τότε, ο πρώτος, αυτός που χόρευε, οι άλλοι κρατούσανε σειρά. Χόρευε ο πρώτος. Μετά όταν τελείωνε, έμπαινε ο άλλος… Αυτό ήταν άλλη διαδικασία. Τα παιδιά μπορούσανε να τα ακούσουν και να τα συγκρατήσουν. Τώρα δεν υπάρχει τέτοιο. Σηκώνονται πενήντα άτομα και ρίχνονται.

Υπάρχει κάποιος τρόπος να επαναφέρουμε την παλιά μέθοδο;

Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να γυρίσουμε πίσω. Κι εγώ είναι πολλά τα χρόνια μου, μεγάλοι άνθρωποι δεν υπάρχουν να τα δείξουνε αυτά, για να τους κατατοπίσουν. Πάνε σχολείο και τους λένε τι πρέπει να γίνει. Αλλά όσοι βάζουν ψυχή τα καταφέρνουνε.

*** 

Η ελληνική παράδοση διέπεται από μια αναλλοίωτη συνέχεια και καθολικότητα. Πολλά στοιχεία του παρελθόντος είναι παρόντα στη σύγχρονη κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή. Η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας αποτελεί σημαντική πηγή πλούτου για την χώρα, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Η διεθνής ακτινοβολία που αντανακλούν η φιλοσοφία, οι πολιτικές ιδέες και η τέχνη, λειτουργεί ως βασικό έρεισμα για το χειρισμό εθνικών υποθέσεων. Σ’ αυτό ενυπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ο πολιτισμός εμπόρευμα, αν και οι αξίες που τα άυλα πολιτισμικά κληροδοτήματα της παράδοσης φέρουν, αλλά και η άρρηκτη σύνδεσή τους με τη δομή, τον πνευματικό κόσμο, τα ήθη και τα έθιμα οδηγούν στην αποτροπή του θλιβερού αυτού φαινομένου. Πέρα από κάθε σκοπιμότητα, η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά παραμένει η εσωτερική δύναμη, δάσκαλος και οδηγός…


Απάντηση