Υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση: Στόχος 12 της Agenda για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη – Από τον ΟΗΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση

της Ιωάννας Σινέμογλου, Ερευνήτριας της Ομάδας Περιβάλλοντος & Ενέργειας

Το Σεπτέμβριο του 2015, στο πλαίσιο της ειδικής Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης Ηνωμένων Εθνών, υιοθετήθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών η ”Agenda 2030” που περιέχει τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Goals- SDGs) και τους 169 Υποστόχους αυτών (targets). Η Agenda 2030 αφορά οικουμενικά τόσο τα ανεπτυγμένα, όσο και τα αναπτυσσόμενα κράτη, στοχεύοντας σε μια βιωσιμότητα και αειφορία οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική για ολόκληρο τον πλανήτη.

Ανάμεσα στους 17 Στόχους βρίσκεται και ο Στόχος 12 για την Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή, με απώτερο σκοπό την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Όπως έχει αποδειχθεί, ο στόχος αυτός είναι ιδιαίτερα δύσκολος ως προς την επίτευξή του. Ωστόσο, κρίνεται απολύτως αναγκαία η ουσιαστική επιδίωξη και τελικά υλοποίησή του για όλα τα κράτη, για τους ίδιους ακριβώς λόγους σύμφωνα με τους οποίους το 2015 θεωρήθηκε αναγκαίο να ενσωματωθεί στην  Agenda 2030 και οι οποίοι θα αναπτυχθούν παρακάτω.

Οι λόγοι ύπαρξης του Στόχου 12 σχετίζονται με τα ποσοστά υπερκατανάλωσης στον πλανήτη. Υπερκατανάλωση και υπερ-σπατάλη κάθε είδους ικανού να καταναλωθεί, όπως είναι το νερό, η τροφή και η ενέργεια. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ίδιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, υπολογίζεται πως κάθε χρόνο το 1/3 του παραγόμενου φαγητού (αριθμός που ισοδυναμεί με 1,3 δισεκατομμύρια τόνους τροφής) σαπίζει στους κάδους απορριμμάτων των καταναλωτών και λιανεμπόρων. Η ανθρωπότητα οφείλει να στηριχθεί στο 0.5% πόσιμου νερού, καθώς από το νερό που υπάρχει στον πλανήτη, μόνο το 3% είναι πόσιμο και από αυτό το 2,5% βρίσκεται σε παγωμένη μορφή στην Ανταρκτική και στην Αρκτική. Τα νοικοκυριά καταναλώνουν το 29% της παγκόσμιας ενέργειας και συνεπώς, είναι υπεύθυνα για το 21% των εκπομπών αερίων του άνθρακα, που πλήττουν την ατμόσφαιρα. Για να καλυφθούν οι ανάγκες των νοικοκυριών σε τρόφιμα παγκοσμίως, γίνεται μη βιώσιμη χρήση του εδάφους, του υπεδάφους και του νερού, ενώ η υπεραλίευση και η υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος μειώνουν την ικανότητα των ίδιων των φυσικών θαλάσσιων πόρων να μας προμηθεύσουν (Περιφερειακό Κέντρο Πληροφόρησης του ΟΗΕ, 2015). Η σημαντικότητα του Στόχου αυτού αποδεικνύεται, άλλωστε, και από τη διάσταση συνεργασίας με άλλους Στόχους εκ των 17, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, θεωρώντας ότι υπάρχει άμεση σύνδεση στην επιτευξιμότητα αυτού με την επιτευξιμότητα άλλων. Ανάμεσά τους είναι ο Στόχος 1 σχετικά με την εξάλειψη της φτώχειας, ο Στόχος 2 για την εξάλειψη της πείνας, ο Στόχος 3 για την καλή υγεία και ευημερία, ο Στόχος 6 σχετικά με το καθαρό νερό και την αποχέτευση, ο Στόχος 7 για την καθαρή και φθηνή ενέργεια, ο Στόχος 11 για την αναδιαμόρφωση βιώσιμων πόλεων και κοινοτήτων και οι Στόχοι 14 και 15 για τη ζωή στο νερό και στη στεριά αντίστοιχα. Αυτό, βέβαια, αποδεικνύει πόσα είναι τα πλεονεκτήματα που μπορεί να αποκομίσει η ζωή μας, καθώς και το περιβάλλον μας, αν απλώς επιτευχθεί μια υπεύθυνη παραγωγή προϊόντων και, βέβαια, μια υπεύθυνη κατανάλωση πόρων τόσο από τα νοικοκυριά, όσο και από τις εμπορικές εταιρείες (Bizikova, Huppe, Pinter, Schandl, 2015)

Ποια είναι τα οφέλη κάθε Στόχου Βιώσιμης Ανάπτυξης ύστερα από την υλοποίησή του, φανερώνεται από τους υποστόχους, που έχουν τεθεί για την πιο εύκολη επίτευξη εκάστου. Έτσι και για τον Στόχο 12 μπορούμε, ανατρέχοντας στους 11 υποστόχους που έχουν δημιουργηθεί γι’ αυτόν από τον ΟΗΕ, να αντιληφθούμε τι είναι αυτό στο οποίο πραγματικά αποσκοπεί μια υπεύθυνη και βιώσιμη παραγωγική και καταναλωτική διαδικασία. Βλέπουμε, λοιπόν, να αναφέρονται χαρακτηριστικά η επίτευξη της βιώσιμης διαχείρισης και της επαρκούς χρήσης των φυσικών πόρων, η κατά 50% μείωση των κατά κεφαλήν παραγόμενων αποβλήτων από τρόφιμα παγκοσμίως, η περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση των χημικών αποβλήτων και σημαντική μείωση των εκπομπών που αυτά παράγουν στον αέρα, το νερό και το έδαφος, με σκοπό την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεών τους τόσο στην υγεία μας, όσο και στο περιβάλλον. Ακόμα, γίνεται λόγος για αύξηση των ωφελειών μέσω της ορθής διαδικασίας ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης υλικών, την ενθάρρυνση εταιρειών (κυρίως πολυεθνικών) να υιοθετήσουν βιώσιμες πρακτικές παραγωγής και κατασκευής, καθώς και για την απαίτηση -μέχρι το 2030- οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο να έχουν δεχθεί ενημέρωση και κατάρτιση επί θεμάτων βιώσιμης ανάπτυξης και πώς αυτή επέρχεται μέσα από την ατομική παραγωγή και κατανάλωση. Τέλος, στους υποστόχους αυτούς γίνεται αναφορά στην υποστήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών από ανεπτυγμένες, ώστε να ενισχυθούν τεχνολογικά και επιστημονικά, για την ώθηση προς ένα πιο βιώσιμο πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης, στον βιώσιμο τουρισμό, ο οποίος δημιουργεί θέσεις εργασίας και προωθεί την τοπική κουλτούρα και τα τοπικά προϊόντα και, βέβαια, στον εξορθολογισμό των μη αποδοτικών επιδοτήσεων για τα ορυκτά καύσιμα, που ενθαρρύνουν την ανεξέλεγκτη κατανάλωση (The Global Goals, 2015) (Des Gasper, Amod Shah, Sunil Tankha, 2019).

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο ως ένα κομμάτι του κόσμου, όσο και ως ένας Περιφερειακός Οργανισμός, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο Διεθνές Σύστημα, οφείλει, ύστερα από την υιοθέτηση της Agenda 2030, να μεριμνήσει για την ικανοποιητική -αν όχι απολύτως- ολοκληρωμένη υλοποίηση των 17 Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης. Πράγματι, η ΕΕ έχει πραγματοποιήσει σημαντική και αξιοσημείωτη δράση για την επίτευξη των Στόχων, αποσκοπώντας όχι μόνο στη βιωσιμότητα των κρατών μελών της, αλλά και στο να αποδείξει πως οι Στόχοι αυτοί αποτελούν μέρος των βασικών αξιών, που η ίδια πρεσβεύει. Όσον αφορά, όμως, τον Στόχο 12 για τη υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση, αν και υπάρχει μια μερίδα κρατών, που έχει κατορθώσει σημαντικά βήματα προόδου, η πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ παραμένουν σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο εκπλήρωσης του Στόχου, σε σύγκριση πάντα με τα βήματα προόδου που έχουν πραγματοποιηθεί από τα κράτη μέλη για τους υπόλοιπους 16 Στόχους. 

Όπως φανερώνεται από την Έρευνα Ευρωπαϊκής Βιώσιμης Ανάπτυξης του 2019, οι χώρες εκείνες της ΕΕ που βρίσκονται πιο κοντά στο Στόχο είναι οι εξής: Γαλλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Ιταλία, Γερμανία, ενώ πολύ πιθανό φαίνεται το γεγονός του συσχετισμού της μεγαλύτερης ευκολίας των συγκεκριμένων χωρών να έρθουν πιο κοντά στην επίτευξη του Στόχου 12 κυρίως χάρη στο ανεπτυγμένο επίπεδο βιομηχανικής παραγωγής και γενικότερα παραγωγής, που βασίζεται σε μια σημαντική τεχνογνωσία. Οι χώρες αυτές έχουν διακριθεί, καθώς, όπως παρουσιάζεται από την έρευνα, έχουν υιοθετήσει πρακτικές, που τις οδηγούν όσο το δυνατόν πιο κοντά στα επιθυμητά νούμερα για την αντιμετώπιση μιας παραγωγής που πλήττει το περιβάλλον με τοξικά χημικά απόβλητα. Σύμφωνα με την ΕΕ, εκτός της κυκλικής οικονομίας και της κυκλικής χρήσης υλικών και προϊόντων για την επίτευξη του Στόχου 12, τα κράτη οφείλουν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην εκπομπή διοξειδίου του θείου (SO2), το οποίο προκαλεί κατά την καύση του σημαντική ατμοσφαιρική ρύπανση και σχετίζεται όχι μόνο με την παραγωγή προϊόντων, αλλά και με την μεταφορά αυτών. Επίσης, οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη τους το αποτύπωμα παραγωγής αζώτου, διότι αντιδραστικό άζωτο εκπέμπεται κατά την παραγωγή εμπορευμάτων είτε αυτά εξάγονται, είτε καταναλώνονται στο εσωτερικό (2019 Europe Sustainable Development Report, 2019).

Η δράση της ΕΕ για την επιτυχημένη πραγματοποίηση των ωφελειών του Στόχου 12 για την Βιώσιμη Ανάπτυξη του ΟΗΕ, λοιπόν, συνοψίζεται στις παρακάτω πρακτικές. Επιδιώκει να ενθαρρύνει τις ευρωπαϊκές εταιρείες, εκτός της παραγωγής που οι ίδιες υλοποιούν, να δημιουργούν συνεργασίες με άλλες εταιρίες, οι οποίες δίνουν εξίσου σημαντική προσοχή στην υπεύθυνη παραγωγή. Η ΕΕ, ακόμα, συνδέει το Στόχο αυτό με τα εργασιακά δικαιώματα, την ενίσχυση της γυναίκας στον εργασιακό χώρο και με αξιοπρεπείς μισθούς εργασίας και διαβίωσης. Για την ΕΕ, θεωρείται πως η μετάβαση από πλευράς της σε μια ”πράσινη οικονομία” με σημαντικά κέρδη, θα οδηγήσει και τα συνεργαζόμενα με αυτήν κράτη σε μια προσπάθεια να επιχειρήσουν μια εξίσου αποτελεσματική μετάβαση στην ”πράσινη οικονομία και παραγωγή”. Δίνει έμφαση στην προσπάθεια σύναψης νέων Συμφωνιών, αλλά και εφαρμογής των ήδη υπαρχουσών πολυμερών περιβαλλοντικών Συμφωνιών, με σκοπό την διαχείριση, πρώτον, της άνευ λόγου σπατάλης και, δεύτερον, της αποφυγής χημικών και τοξικών αερίων για το περιβάλλον, ενώ έχει, επίσης, σχεδιάσει ένα νομικό πλαίσιο για την υγιή και νόμιμη αλιεία, που σέβεται το θαλάσσιο περιβάλλον (European Commission, 2020).

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (2019), στοχεύοντας στην κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050, έρχεται σε απόλυτη συμφωνία και αρμονία με την επιδίωξη των 17 Στόχων της Agenda 2030 γενικώς, αλλά και με τους Στόχους εκείνους, που ωφελούν ειδικότερα το περιβάλλον και αντιμετωπίζουν μια από τις πιο σημαντικές κρίσεις του πλανήτη, αυτή της κλιματικής αλλαγής. Έτσι, η Πράσινη Συμφωνία έρχεται σε συνεργασία και αρμονία με τον Στόχο 12 για την υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση. Στοχεύει σε μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050, οπότε η οικονομική ανάπτυξη θα είναι αποσυνδεδεμένη από τη χρήση των φυσικών πόρων και όπου κανένας άνθρωπος και καμιά περιφέρεια δεν θα μένει στο περιθώριο, με σχέδιο δράσης για την ενίσχυση της αποδοτικής χρήσης των πόρων με τη μετάβαση σε μια καθαρή, κυκλική οικονομία, για την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και τη μείωση της ρύπανσης. Για την εγγύηση της επιτυχίας των Στόχων αυτών η ΕΕ προτείνει τον Ευρωπαϊκό Νόμο για το κλίμα, που μετατρέπει την πολιτική δέσμευση των κρατών μελών σε νομική υποχρέωση. Επιπλέον, έχει υιοθετήσει και τον Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης, βάσει του οποίου θα παράσχει βοήθεια τεχνική και χρηματοδοτική σε όσους θίγονται περισσότερο από τη μετάβαση στην Πράσινη Οικονομία. Πρόκειται για τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027 στις περιοχές που πλήττονται περισσότερο. Οι αποφάσεις, λοιπόν, της Πράσινης Συμφωνίας που αφορούν επενδύσεις σε φιλοπεριβαλλοντικές τεχνολογίες, στήριξη της καινοτομίας στο βιομηχανικό τομέα, απαλλαγή από ανθρακούχες εκπομπές, καθώς και ανάπτυξη καθαρότερων και οικονομικότερων υγιεινών μορφών ιδιωτικής και δημόσιας μεταφοράς σχετίζονται ταυτόχρονα και με την προσπάθεια της ΕΕ να υλοποιήσει τον στόχο της Agenda 2030 για την υπεύθυνη και βιώσιμη παραγωγή και κατανάλωση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019).

Πρακτικά, μια από τις πιο μελλοντικά αποτελεσματικές δράσεις της ΕΕ για να πετύχει την υπεύθυνη παραγωγή και κατανάλωση είναι το πρόγραμμα “Από το αγρόκτημα στο πιάτο” (Farm to fork), σύμφωνα με το οποίο το 40% του προϋπολογισμού της κοινής γεωργικής πολιτικής θα πρέπει να συμβάλλει στη δράση για το κλίμα, ενώ το 30% του ταμείου θάλασσας και αλιείας θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων για το κλίμα. Οι στόχοι του προγράμματος, που δίνουν έμφαση στην υπεύθυνη παραγωγή, μεταξύ άλλων είναι η προμήθεια οικονομικά προσιτών και βιώσιμων τροφίμων στους Ευρωπαίους, η διατήρηση της βιοποικιλότητας και η αύξηση της βιολογικής καλλιέργειας. Ακόμα, στους στόχους του προγράμματος για την επίτευξη της υπεύθυνης κατανάλωσης από τους Ευρωπαίους πολίτες εντάσσονται η καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, καλύτεροι τρόποι αποθήκευσης και συσκευασίας των προϊόντων, ώστε από τη μια πλευρά να μπορούν οι συσκευασίες αυτές να ανακυκλώνονται και από την άλλη να έχουν μεγαλύτερη χρονική αντοχή τα προϊόντα και, έτσι, να μην χρειάζεται να αποβάλλονται τόσο εύκολα από τα νοικοκυριά. Επίσης, στους στόχους εντάσσεται η υγιεινή κατανάλωση και η μείωση της απώλειας και σπατάλης τροφίμων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2019).

Συμπερασματικά, καταλήγουμε στο ότι τα Ηνωμένα Έθνη, το 2015, αντιλήφθηκαν μια πραγματική ανάγκη για αλλαγή στον τρόπο ζωής του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού στον πλανήτη, καθώς, εάν αυτή η αλλαγή δεν επέλθει έως το 2030, το πλέον ξεκάθαρο και σημαντικότατο πρόβλημα, που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι διεθνείς δρώντες, που λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις, θα είναι η έλλειψη φυσικών πόρων ικανών να ανταποκριθούν στις ανάγκες της ανθρωπότητας. Η δυσκολία υλοποίησης του Στόχου 12 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη έγκειται στο γεγονός ότι δεν αφορά μόνο τον παραγωγό, αλλά και τον καταναλωτή. Όσο βιώσιμη και αν γίνει η παραγωγική διαδικασία στον κόσμο και στην Ευρώπη, αν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν καταλάβει τη σημασία του καταναλωτικού μοντέλου -που ακολουθεί στη ζωή του- για το περιβάλλον, η βιωσιμότητα στην παραγωγή, στην κατανάλωση, στο περιβάλλον δεν θα επέλθει…

Βιβλιογραφία

  1. Ηνωμένα Έθνη, Περιφερειακό Κέντρο Πληροφόρησης του ΟΗΕ, Στόχος 12 Υπεύθυνη κατανάλωση και παραγωγή, 2015. Διαθέσιμο εδώ.
  2. Sustainable Consumption and Production Indicators for the Future Sustainable Development Goals (SDGs), Technical report, 4 authors: Livia Bizicova, Gabriel A. Huppe, Laszlo Pinter, Heinz Schandl, 2015. Διαθέσιμο εδώ
  3. The Global Goals For Sustainable Development, 12 Responsible consumption and production, 2015. Διαθέσιμο εδώ
  4. The Framing of Sustainable Consumption and Production in SDG 12, International Institute of Social Studies (The Hague), Erasmus University of Rotterdam, 2019. Διαθέσιμο εδώ
  5. 2019 Europe Sustainable Development Report, Sustainable Development Solutions Network and Institute For European Environmental Policy, 2019. Διαθέσιμο εδώ.
  6. European Commission, International Cooperation and Development, Responsible consumption and production, 2020. Διαθέσιμο εδώ
  7. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Μια Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, 2019. Διαθέσιμο εδώ.
  8. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Από το αγρόκτημα στο πιάτο Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, 2019. Διαθέσιμο εδώ.

Απάντηση