Η ενεργοποίηση των ισλαμιστικών δικτύων της Μέσης Ανατολής μέσα από την Συριακή πολιτική κατά τον Β’ Πόλεμο του Κόλπου (2003)

του Δημήτρη Καράμπαλη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγικές Παρατηρήσεις

Η παρούσα μελέτη φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει την γεωπολιτική επίδραση της Συριακής πολιτικής κατά τον Β΄Πόλεμο του Κόλπου (2003), στην ενεργοποίηση των ισλαμιστικών δικτύων της Μέσης Ανατολής. Ο Πόλεμος στο Ιράκ αποτελεί αναμφίβολα γεγονός-ορόσημο για την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα δε για εκείνη της Μέσης Ανατολής, καθώς δημιούργησε ραγδαία ανακατανομή της ισχύος στο σύστημα της Μέσης Ανατολής, αλλά και μέσω του «domino effect», δηλαδή των αλυσιδωτών αντιδράσεων, επέφερε επιπτώσεις που είναι ορατές μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, η εξέταση της συριακής πολιτικής εκείνης της περιόδου θα μας βοηθήσει στο να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με τον εμφύλιο πόλεμο στον οποίο οδηγήθηκε το Ιράκ, και στην σύνδεση αυτής της κρίσης με τον Συριακό Πόλεμο (2011-2018). Αρχικά, θα αναπτυχθεί το γεωπολιτικό περιβάλλον κατά τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του Μπασάρ αλ-Άσαντ και, στη συνέχεια, θα εξεταστεί η επίδραση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και της συνακόλουθης αλλαγής του αμερικανικού δόγματος εξωτερικής πολιτικής, και της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ (2003), στην πολιτική που ακολούθησε το συριακό καθεστώς. 

Παρουσίαση γεωπολιτικού περιβάλλοντος από της αναλήψεως της εξουσίας από τον Μπασάρ αλ-Άσαντ

Το αλαουιτικό καθεστώς των Άσαντ διατηρεί τον έλεγχο της εξουσίας της Συρίας από το 1970, από τότε δηλαδή που ο Χάφεζ αλ-Άσαντ, διοικητής της αεροπορίας, απέκτησε την εξουσία μέσω εσωτερικού πραξικοπήματος. Έκτοτε, οι Σύροι Αλαουίτες, παρότι αποτελούν μειονότητα εντός της Συρίας, καθώς αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 12% του συνολικού πληθυσμού, έχουν καταφέρει να κυριαρχήσουν μέχρι τις μέρες μας στο συριακή πολιτική σκηνή (Hourani, 2009, σ.631). Ο Χάφεζ αλ-Άσαντ χρησιμοποίησε ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων, για να ισχυροποιήσει το καθεστώς του, το οποίο στηριζόταν από τους Αλαουίτες υπολοχαγούς οι οποίοι και  κατείχαν τις υψηλόβαθμες θέσεις στο στρατό και στις δυνάμεις ασφαλείας (Hinnebusch, 2012 σ. 96). Όταν ο Μπασάρ αλ-Άσαντ ανήλθε στην Προεδρία της χώρας, μετά τον θάνατο του πατέρα του τον Ιούνιο του 2000, είχε να αντιμετωπίσει προβλήματα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (Rubin, 2007, σ.220), τα οποία περιόριζαν το γεωπολιτικό πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί ο νέος Πρόεδρος. Βασικό αίτιο αυτού του περιορισμού ήταν η επιδείνωση των σχέσεων Συρίας-Ισραήλ μετά την αποτυχία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων τον Μάρτιο του 2000. Οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώθηκαν, όταν ξέσπασε η δεύτερη παλαιστινιακή εξέγερση  (Al-Aqsa Intifada) τον Σεπτέμβριο του 2000 (Hinnebusch, 2003, σ. 198). Έτερο πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσει ο Άσαντ ήταν οι σύρο-τουρκικές σχέσεις, αφενός λόγω της στρατηγικής συμφωνίας που είχε υπογραφεί μεταξύ Τουρκίας-Ισραήλ το 1996, αφετέρου λόγω των τεταμένων σχέσεων των δύο χωρών μόλις την προηγούμενη διετία, τον Οκτώβριο του 1998 (Σαρλής, 2019, σ. 105), πριν την υπογραφή της Συμφωνίας στα Άδανα, στις 20 Οκτωβρίου. Επομένως, η Συρία την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε προκλήσεις που την καθιστούσαν ευάλωτη προς πάσα κατεύθυνση, αν συνυπολογισθεί και ο παράγοντας Ιράκ, ο οποίος προστέθηκε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001,  γεγονός που οδήγησε τον Άσαντ σε μία πολιτική προσέγγισης της Τουρκίας, της Ιορδανίας και του Ιράκ σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης του αρνητικού ισοζυγίου στο άμεσο γεωπολιτικό περιβάλλον της Συρίας (Σαρλής, 2019, σ.105-106). 

Η επίδραση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στην συριακή εξωτερική πολιτική 

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 διαμόρφωσαν ένα νέο δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, θέτοντας στον πυρήνα αυτής την ισλαμιστική τρομοκρατία, και την πολιτική της «καθεστωτικής αλλαγής» (regime change), στα πλαίσια του πολέμου κατά της Τρομοκρατίας (War of Terror). Ο αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, με το δόγμα της ανάσχεσης να αντικαθίσταται από αυτό των προληπτικών επιθέσεων, ώθησαν τον Άσαντ στο να αναπροσαρμόσει την πολιτική του (Σαρλής, 2019, σ. 107-108). Η Ουάσιγκτον έβλεπε με μεγάλη καχυποψία την Συρία (Hale, 2016, σ. 382) και στη Δαμασκό επικρατούσε ανασφάλεια για τις μετέπειτα προθέσεις των Η.Π.Α. Υπήρχε μια πτέρυγα στην Κυβέρνηση Μπους, η οποία θεωρούσε ότι μετά την καθεστωτική αλλαγή της Βαγδάτης, πρέπει να ακολουθήσουν το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού και το ισλαμικό καθεστώς της Τεχεράνης (ICG, 2004, σ. 8). Η Συρία καταδίκασε ευθύς εξ’ αρχής τις τρομοκρατικές επιθέσεις και δήλωσε ότι θα παρέχει βοήθεια στους Αμερικανούς στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας» (CNN, 2003). Ο Άσαντ θέλησε να ακολουθήσει μια πολιτική προσέγγισης της Ουάσιγκτον και να βελτιώσει την διπλωματική θέση της Δαμασκού (Σαρλής, 2019, σ.108). Ωστόσο, η πίεση απέναντι στο συριακό καθεστώς συνεχιζόταν κλιμακούμενη. Στις 6 Μαΐου 2002, ο Τζον Μπόλτον, τότε αναπληρωτής στο State Department των ΗΠΑ και μετέπειτα Σύμβουλος Ασφαλείας των ΗΠΑ, ενέταξε την Συρία στις χώρες που επεδίωκαν να αναπτύξουν χημικό οπλοστάσιο και όπλα μαζικής καταστροφής (WMD) (Korany, 2010, σ. 656). Η Συρία, ούσα εκείνη την περίοδο μη μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας, υπερψήφισε τον Νοέμβριο του 2002 την Απόφαση υπ’ αριθμόν 1441, η οποία αφορούσε τον αφοπλισμό του Ιράκ και την επανέναρξη των διεθνών επιθεωρήσεων όπλων (Rubin, 2007, σ. 310) και πρότεινε το 2003 να καταστεί η Μέση Ανατολή WMD-Free Zone (SANA, 2013). Σύμφωνα με τους Σύρους αξιωματούχους, η απόφαση αυτή θα παρείχε μια διέξοδο στο σανταμικό καθεστώς. Ωστόσο, ανησυχούσαν μήπως μέσω αυτής θα δινόταν νομιμοποίηση στην προαποφασισμένη αμερικανική επίθεση (Bodansky, 2005, σ. 132). Το καθεστώς Άσαντ είχε αποφασίσει να αντιταχθεί στις αμερικανικές βλέψεις επί του ιρακινού ζητήματος, από τη στιγμή που διαφαινόταν πως τα αμερικανικά σχέδια θα πραγματοποιούνταν και χωρίς την συγκατάθεση του Σ.Α του Ο.Η.Ε (Σαρλής, 2019, σ. 109-110).

Συριακή πολιτική μετά την Αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ (2003)

Στις 20 Μαρτίου 2003, άρχισε η επιχείρηση «Iraqi Freedom», με στόχους μεταξύ άλλων την αποπομπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και την εξάλειψη των όπλων μαζικής καταστροφής, που σύμφωνα με τους Αμερικανούς κατείχε το Ιράκ (Spring, 2003). Στις 9 Απριλίου 2003, η Βαγδάτη έπεσε στα χέρια των αμερικανικών δυνάμεων (Reuters, 2011). Δεδομένης της τροπής των γεγονότων, την ευκολία με την οποία κατελύθη η Βαγδάτη και, εν τέλει, διελύθη το σανταμικό καθεστώς, το οποίο ήταν στην εξουσία για 24 χρόνια, ο Άσαντ θέλησε να προστατέψει το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού με κάθε τρόπο από την νέα αναθεωρητική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε αντίθεση με το σύμμαχό του, Ιράν, που στήριξε της σιιτικές κοινότητες του Ιράκ, ο Άσαντ στήριξε την εξέγερση σε όλες της τις παραλλαγές (Nasr, 2013, σ. 205). Η Συρία επέτρεψε να περάσουν από το έδαφος της προς  το Ιράκ, ισλαμιστές  μαχητές από όλο τον κόσμο (Κεφαλά, 2014, σ. 424), χωρίς έλεγχο των στοιχείων τους (Bodansky, 2005, σ. 381), για να ενισχύσουν το μέτωπο της ολοένα και αυξανόμενης εξέγερσης απέναντι στις αμερικανικές δυνάμεις (McHugo, 2006, σ. 268). Επιπλέον, η Συρία, πέραν της αποστολής ισλαμιστών μαχητών, προμηθειών και βαρέος οπλισμού (Bodansky, 2005, σ. 392) προς το Ιράκ, παρείχε ασφαλές καταφύγιο σε ιρακινούς αξιωματούχους του σανταμικού καθεστώτος (Rubin, 2007, σ. 316). Σύμφωνα με το καθεστώς Άσαντ, η εκδίωξη του σανταμικού καθεστώτος θα οδηγούσε σε ένταση της αστάθειας και ανακατανομή της ισχύος σε ολόκληρο το σύστημα της Μέσης Ανατολής. Ειδικότερα για την ίδια την Συρία, επιδείνωνε το άμεσο γεωπολιτικό περιβάλλον της, καθώς ο έλεγχος του μετά-σανταμικού  γειτονικού Ιράκ από τις αμερικανικές δυνάμεις ελλόχευε κινδύνους, δεδομένου του νέου δόγματος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής (Σαρλής, 2019, σ. 114-116). Συνεπώς, η Συρία κατέστη κόμβος ροής ισλαμιστών και προμηθειών, με σκοπό να επιβραδύνει τον πλήρη αμερικανικό έλεγχο και την ανοικοδόμηση του Ιράκ, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα επέκτασης του αμερικανικού δόγματος σε ετέρα αραβική χώρα (McHugo, 2006, σ. 268). Σε συνέντευξη του στην λιβανική εφημερίδα Al-Safir, μία εβδομάδα μετά την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, ο Πρόεδρος Άσαντ ανέφερε «But this time, some Arab capitals will stand beside Baghdad. When I talk about some Arab capitals, it does not make sense to exclude Syria, which is the closest and at the heart of battles against invaders, because [Syria] is the heart of Arabism» (MEMRI, 2003). Επιπλέον, στα σχέδια του Άσαντ, ακολουθώντας αυτή την πολιτική, βρισκόταν και ένας ακόμα στόχος εξίσου σημαντικός. Η παροχή υποστήριξης στο σουνιτικό ισλαμιστικό κίνημα εν γένει θα εξευμένιζε το εγχώριο σουνιτικό στοιχείο σε περίπτωση πιθανής ανάφλεξής του, κάτι που θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για το αλαουιτικό καθεστώς (Μάζης, 2017, σ. 670). Συγχρόνως, παράλληλα με την πρόκληση φθοράς στις αμερικανικές δυνάμεις, μεγάλος αριθμός σουνιτών ισλαμιστών της Συρίας, θα εξουδετερωνόταν στα πεδία των μαχών (Σαρλής, 2019, σ. 117). Όπως αναφέρει ο Σύρος διανοούμενος, Σαντίκ Τζαλάλ αλ-Αζίμ, «it would strengthen the position of the regime here (in Syria), if Iraq were to sink into chaos, resistance and civil war. The argument would be that we don’t want to end up like Algeria, Lebanon or Iraq» (Wieland, 2012, σ. 183). 

Η Συρία δέχθηκε σφοδρή κριτική από τις ΗΠΑ για την πολιτική που ακολούθησε. Στις 13 Απριλίου 2003, ο Donald Rumsfeld, τότε Υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, δήλωσε «busloads of Syrian fighters entered Iraq with hundreds of thousands of dollars and leaflets offering rewards for dead American soldiers» (Korany, 2010, σ. 656). Τον Απρίλιο του 2003, ο Paul Wolfowitz, τότε Αναπληρωτής Υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, ανέφερε πως οι Η.Π.Α παρακολουθούν στενά τις κινήσεις της Δαμασκού και πως θα πρέπει να επανεξεταστούν οι σχέσεις των δύο χωρών, εάν συνεχιστεί η ίδια πολιτική από πλευράς Δαμασκού (Bodansky, 2005, σ.398). Τον Σεπτέμβριο του 2003, ο Paul Bremer, τότε Προεδρικός Απεσταλμένος των Η.Π.Α στο Ιράκ ως διοικητής της Προσωρινής Αρχής Συνασπισμού, σημείωσε πως οι μισοί από τους ξένους ισλαμιστές μαχητές που συλλαμβάνονταν στο έδαφος του Ιράκ ήταν Σύροι (Rubin, 2007, σ. 318). 

Συμπεράσματα 

Οι ενέργειες της συριακής Κυβερνήσεως, σε συνδυασμό, φυσικά, και με τις λανθασμένες αποφάσεις που πήραν οι ιθύνοντες των ΗΠΑ, όταν είχαν πλέον υπό τον έλεγχό τους το Ιράκ (διάλυση σωμάτων ασφαλείας, διάλυση κόμματος Μπάαθ) (Hourani, 2009, σ. 640) οδήγησαν το Ιράκ σε έναν πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο εμφύλιο πόλεμο, στους κόλπους του οποίου ιδρύθηκε η θυγατρική της Al-Qaeda στο Ιράκ (Byman, 2015) και ισχυροποιήθηκε το ισλαμιστικό κίνημα εν γένει. Εκ των υστέρων διαφαίνεται ότι η αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ αποτέλεσε γεωστρατηγική αστοχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και προκάλεσε βαθιές γεωπολιτικές επιπτώσεις στο σύστημα της Μέσης Ανατολής. Παρατηρώντας τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι η πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση της Δαμασκού, στοχεύοντας βραχυπρόθεσμα στην αναχαίτιση ενός δυτικού μετά-σανταμικού Ιράκ, οδήγησε σε ανάδυση του ισλαμιστικού μιλιταρισμού, αλλά και σε έξαρση των ενδο-ισλαμικών σεχταριστικών συγκρούσεων στο ευρύτερο σύστημα της Μέσης Ανατολής, ενεργοποιώντας τα ισλαμιστικά δίκτυα από τον Λίβανο μέχρι τον Περσικό Κόλπο, που βρισκόντουσαν σε αδράνεια (Σαρλής, 2019, σ. 205-206). Το Ισλαμικό κράτος στο Ιράκ και τη Λεβαντίνη-ISIL, το οποίο μετά το 2013, άρχισε να αποκαλείται Ισλαμικό Κράτος-IS (Marshall, 2016, σ. 162) και το οποίο αποτελεί σήμερα την πιο περιβόητη και εκτεταμένη ισλαμιστική οργάνωση (Marshall, 2020, σ. 140), προέρχεται από την ισλαμιστική εξτρεμιστική οργάνωση Al-Qaeda in Iraq, δημιουrγηθείσα το 2004 (Μάζης, 2017, σ. 733). Σύμφωνα με τον Nicolas Hénin, η διαδρομή των ισλαμιστών μαχητών δια μέσου της Συρία προς το Ιράκ, αντιστοιχεί στην περιοχή επιρροής που κατείχε το Ισλαμικό Κράτος κατά την εδαφική κορύφωσή του (Hénin, 2015, σ.25). Εξετάζοντας την συριακή κρίση (2011-2018), παρατηρείται ότι οι απαρχές αυτού του πολέμου, βρίσκονται στον Πόλεμο στο Ιράκ (2003), γεγονός που αποδεικνύει ότι αποτελούν αλυσιδωτές κρίσεις.  

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσσα βιβλία

Κεφαλά, Β. (2014). Η επίδραση του Ιράν στο Ιράκ, στον Λίβανο και την Παλαιστίνη. Στο Κεφαλά, Β. & Τσαρδανίδης, Χ. (επιμ.), Ιράν: Πολιτική, Οικονομία, Διεθνείς & Περιφερειακές Σχέσεις. Αθήνα: Παπαζήση, σελ. 419-449.

Μάζης, Ι.Θ. (2017). Γεωπολιτικά Ζητήματα στην Ευρυτέρα Μέση Ανατολή και την Μεσόγειο. Αθήνα: Παπαζήση.

Σαρλής, Μ. (2019). Συστημική Γεωπολιτική & Ανθρωπογεωγραφία της Μέσης Ανατολής. Αθήνα: Λειμών.

Hale, W. (2016). Τουρκική εξωτερική πολιτική 1774-2000. Μετάφραση: Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα. Αθήνα: Πεδίο.

Hourani, A. (2009). Η Ιστορία Του Αραβικού Κόσμου. Μετάφραση: Θ. Δαρβίρη. Αθήνα: Ψυχογιός. 

Marshall, T. (2020). Υψώνοντας Τείχη. Μετάφραση: Σ. Κατσούλας. Αθήνα: Διόπτρα.

Ξενόγλωσσα βιβλία

Bodansky, Y. (2005). Secret History of the Iraq War. New York: HarperCollins.

Hénin, Ν. (2015). Jihad Academy: The Rise of Islamic State. London: Bloomsbury Publishing.

Korany, B. (2010). The Foreign Policies of Arab States: The Challenge of Globalization. Cairo: The American University in Cairo Press.

Marshall, T. (2016). Prisoners of Geography. London: Elliott & Thompson.

McHugo, J. (2006). Syria: A History of the Last Hundred Years. New York: Open Road Integrated Media.

Nasr, V. (2013). The Dispensable Nation: American foreign policy in retreat. Melbourne: Scribe Publications .

Rubin, B. (2007). The Truth about Syria. New York: Macmillan Publishers .

Wieland, C. (2012). Syria: A Decade of Lost Chances: Repression and Revolution from Damascus Spring to Arab Spring. Washington: Cune Press.

Ακαδημαϊκά Άρθρα

Hinnebusch, R. (2012). ‘Syria: From ‘authoritarian upgrading’ to revolution?’ International, 88(1), 95-113. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 07/12/2020] 

Hinnebusch, R. (2003). ‘Globalization and Generational Change: Syrian Foreign Policy between Regional Conflict and European Partnership’. The Review of International Affairs, 3(2), 190-208. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 07/12/2020] 

Άρθρα

‘An Interview with Bashar Al-Assad: ‘The Arab Defense Agreement Should Be Implemented’; ‘As Long as Israel Exists It Will Constitute a Threat’; ‘Israel Will Not Be a Legitimate State Even After the Peace’’, MEMRI, March 28, 2003. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 11/12/2020] 

Byman, D.L. (2015). ‘Comparing Al Qaeda and ISIS: Different goals, different targets’, Brookings, April 29. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 28/12/2020] 

‘President al-Assad: We focus today on getting rid of terrorists and their ideology’, SANA, September 30, 2013. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 11/12/2020] 

Spring, B. (2003). ‘Operation Iraqi Freedom: Military Objectives Met’, The Heritage Foundation, April 18. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 27/12/2020] 

‘Syria’s relations with Iraq, U.S’, CNN, April 16, 2003. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 10/12/2020] 

‘Syria Under Bashar (II): Domestic Policy Challenges’, International Crisis Group, Middle East and North Africa, Report No.24, February 11, 2004. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 10/12/2020] 

‘Timeline: Timeline of Iraq war’, Reuters, October 21, 2011. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 11/12/2020]


2 comments

Απάντηση