Η συμμετοχή της Βόρειας Κορέας στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR)

της Ειρήνης Παναγώτα, Ερευνήτρια της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

To Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (International Covenant on Civil and Political Rights- στο εξής ICCPR)  αποτελεί διεθνή πολυμερή συνθήκη, η οποία υιοθετήθηκε και άνοιξε για υπογραφή, επικύρωση και προσχώρηση με την υπ΄αριθμόν 2200 Α (ΧΧΙ) απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 19 Δεκεμβρίου του 1966 (A/RES/21/2200, 1966). Το Σύμφωνο τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου του 1976, σε συμφωνία με το άρθρο 24 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών και το άρθρο 49 (1) του Συμφώνου, το οποίο προέβλεπε ότι η Συνθήκη θα ετίθετο σε ισχύ τρεις μήνες μετά την ημερομηνία υποβολής του τριακοστού πέμπτου οργάνου επικύρωσης ή προσχώρησης. Σήμερα, το ICCPR απαριθμεί 173 κράτη-μέρη και 6 υπογραφές, που δεν έχουν ακολουθηθεί από επικύρωση. 

Η τήρηση των προβλέψεων του Συμφώνου επιτηρείται από την Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ (United Nations Human Rights Committee- στο εξής UNHRC), εποπτικό όργανο του Συμφώνου, το οποίο καλείται να εξετάζει τις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη-μέρη αυτού και να αξιολογεί την πρόοδό τους. Η Επιτροπή δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συμφώνου και συνήθως συνεδριάζει τρεις φορές ανά έτος στη Γενεύη. 

Επιπροσθέτως, το ICCPR συνοδεύεται από δύο πρωτόκολλα. Το Προαιρετικό Πρωτόκολλο απαριθμεί 116 κράτη-μέρη και εγκαθιδρύει ένα μηχανισμό που επιτρέπει σε πολίτες να υποβάλλουν καταγγελίες στην Επιτροπή εάν διαπιστώνουν μη τήρηση του Συμφώνου. 

Το Δεύτερο Προαιρετικό Πρωτόκολλο καταργεί τη θανατική ποινή -ωστόσο, δίνει τη δυνατότητα επιφυλάξεων στα κράτη-μέρη αναφορικά με τα σοβαρότερα εγκλήματα που διαπράττονται σε περίοδο πολέμου. Το εν λόγω Πρωτόκολλο συγκέντρωσε μικρότερη αποδοχή με μόλις 87 συμβαλλόμενα μέρη.

Η Βόρεια Κορέα αποτελεί κράτος-μέρος της Σύμβασης, καθώς την επικύρωσε και, συνεπώς, προσχώρησε σε αυτή, αλλά και στο (δίδυμο) Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, στις 14 Σεπτεμβρίου 1981. Η προσχώρηση μέσω επικύρωσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48(2) του ICCPR. Ωστόσο, η Βόρεια Κορέα δεν είναι μέρος των δύο Πρόσθετων Πρωτοκόλλων του Συμφώνου. 

Βεβαίως, η προσχώρηση ενός κράτους σε οποιαδήποτε διμερή ή πολυμερή συνθήκη συνεπάγεται και την ανάλογη υποχρέωση για τη τήρηση και το σεβασμό των προβλέψεων αυτής. Αυτό προστάζει, άλλωστε, και η εθιμικής ισχύος αρχή του pacta sunt servanda (Nicaragua Judgment, 1986, para. 180), η οποία εντοπίζεται στο άρθρο 26 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969). Σε αυτό το σημείο, κρίνεται σκόπιμο, λοιπόν, να διευκρινιστεί το κατά πόσο το κράτος της Βόρειας Κορέας σέβεται τις υποχρεώσεις που ανέλαβε μέσω της συμμετοχής του στο ICCPR. 

Οι παραβιάσεις του ICCPR από τη Βόρεια Κορέα 

Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Βόρεια Κορέα δεν έχει καταφέρει να τηρήσει την πλειονότητα των άρθρων του ICCPR (Ryu, 2018). Μεταξύ αυτών, το κράτος έχει επανειλημμένα παραβιάσει το σημαντικότερο άρθρο της Σύμβασης, το άρθρο 6. Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου  «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο. Από κανένα δεν μπορεί να αφαιρεθεί αυθαίρετα η ζωή.». Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν αναφερθεί δημόσιες εκτελέσεις ανθρώπων. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2018, οι αρχές του κράτους πραγματοποίησαν δημόσια την εκτέλεση του Hyon Ju Song, πρώην εργαζομένου των ενόπλων δυνάμεων (Dong, 2018). Η συγκεκριμένη εκτέλεση έγινε με εντολή του Kim Jong Un, ο οποίος, εκτός από το ICCPR, καταπάτησε και τον εθνικό Ποινικό Κώδικα, αλλά και το άρθρο 418 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που με τη σειρά του ορίζει ότι οι ποινές εκτελούνται μόνο στη βάση δικαστικής απόφασης. Η παραπάνω πράξη αυθαίρετης σύλληψης και εκτέλεσης αποτελεί παραβίαση και του άρθρου 19 του Συμφώνου.

Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, που δημοσιεύθηκε το 2004, πολλοί άνθρωποι έχουν εκτελεστεί δημόσια για εγκλήματα που σχετίζονται με την ανάγκη επιβίωσης, όπως η κλοπή τροφίμων. Το παραπάνω έρχεται με τη σειρά του σε σύγκρουση με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 6, σύμφωνα με την οποία «Σε όσες χώρες δεν έχει καταργηθεί η θανατική ποινή, αυτή μπορεί να επιβάλλεται μόνο για τα σοβαρότερα των εγκλημάτων.».

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμφώνου έχει τοποθετηθεί πολλάκις επί του ζητήματος, δηλώνοντας πως οι δημόσιες εκτελέσεις δεν συμβαδίζουν με την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σύμφωνα με τις καταληκτικές παρατηρήσεις της στη δεύτερη περιοδική έκθεση που υποβλήθηκε από τη Κυβέρνηση σχετικά με την εφαρμογή του ICCPR, η Επιτροπή δήλωσε πως «προβληματίζεται καθώς τα τέσσερα από τα πέντε εγκλήματα που εντοπίζονται στα άρθρα 44, 45, 47 και 52 του Ποινικού Κώδικα της Βόρειας Κορέας είναι πολιτικά και, επομένως, η επιβολή της θανατικής ποινής αποφασίζεται με υποκειμενικά κριτήρια.». 

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συμφώνου, «Κανείς δεν υπόκειται σε αυθαίρετες ή παράνομες παρενοχλήσεις της ιδιωτικής του ζωής, της οικογένειας, της κατοικίας ή της αλληλογραφίας του, ούτε σε παράνομες προσβολές της τιμής και της υπόληψης του.». Απαγορεύοντας, ωστόσο, οποιαδήποτε μη καταγεγραμμένη τηλεφωνική επικοινωνία μέσω Διαδικτύου και καταστέλλοντας τις πράξεις επικοινωνίας μέσω διεθνών τηλεφωνικών δικτύων με άτομα εκτός της επικράτειας του κράτους, η Κυβέρνηση αποδεικνύει ότι απέχει από το σεβασμό του άρθρου 17. Την ίδια στάση έχει υιοθετήσει και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Amnesty International, 2016).

Άξια αναφοράς είναι και η παραβίαση του άρθρου 18 περί θρησκευτικής ελευθερίας και ελευθερίας σκέψης και συνείδησης. Η Βόρεια Κορέα, ως σοσιαλιστικό κράτος, απαγορεύει αυστηρά όλες τις μορφές θρησκευτικής λατρείας. Υπάρχουν, βέβαια, εκκλησίες στην Pyongyang, ανοιχτές για το διπλωματικό προσωπικό τρίτων χωρών.

Επιπροσθέτως, ο νόμος της Βόρειας Κορέας απαγορεύει την μη εξουσιοδοτημένη από το κράτος αναχώρηση από τη χώρα, γεγονός που αποτελεί παραβίαση του άρθρου 12 (2) του ICCPR, σύμφωνα με το οποίο «Καθένας είναι ελεύθερος να εγκαταλείψει οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του.». Μάλιστα, οι Βορειοκορεάτες που παράνομα διασχίζουν ή βοηθούν άλλους να διασχίσουν τα σύνορα υπόκεινται σε αυστηρότατες ποινές σύμφωνα με το άρθρο 117 του Ποινικού Κώδικα (ReliefWeb, 2007). Επίσης, οι πολίτες που δε θεωρούνται σημαντικοί για την Κυβέρνηση -ή θεωρούνται ανάξιοι της εμπιστοσύνης της- τοποθετούνται σε απομονωμένα μέρη έξω από την πρωτεύουσα. Η εν λόγω πρακτική αποτελεί παραβίαση της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου (Sungwoo, 2019).

Όπως ορίζει το άρθρο 19 (2) του Συμφώνου, «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, προφορικά, γραπτά, σε έντυπα, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του». Ωστόσο, οι πολίτες της Βόρειας Κορέας δεν ενημερώνονται για τις πολιτικές ελευθερίες ή τις διατάξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που τους προστατεύουν διεθνώς απέναντι σε αυθαιρεσίες του συστήματος. Επιπλέον, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας δεν παρέχει καμία τέτοια γνώση, ενώ η αναζήτηση πληροφοριών μέσω πηγών τρίτων κρατών ή της διεθνούς κοινότητας απαγορεύεται αυστηρά (Amnesty International, 2016). Η διακριτική μεταχείριση των πιο φιλικών προς την Κυβέρνηση πολιτών σε συνδυασμό με τη δίωξη των αντιφρονούντων, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, αποδεικνύει την παραβίαση και της πρώτης παραγράφου του εν λόγω άρθρου σύμφωνα με την οποία «Κανείς δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του.».

Σχετική έκθεση που δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία το έτος 2015, αναφέρει ότι πολλοί πολίτες της χώρας ξυλοκοπούνται από τις δυνάμεις επιβολής της τάξης (Amnesty International, 2015). Φυσικά, κάτι τέτοιο αποτελεί παραβίαση του άρθρου 7 του Συμφώνου. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μέσω του Γενικού Σχολίου της για την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου, τόνισε ότι δε θα πρέπει κατά τις δικαστικές διεργασίες του κράτους, να γίνονται δεκτές δηλώσεις ή ομολογίες που έχουν αποκτηθεί με τη χρήση βίας. Αναφερόμενη ειδικά στη Βόρεια Κορέα, το 2001, η Επιτροπή δήλωσε προβληματισμένη σχετικά με τις «πολλές καταγγελίες σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης αλλά και ελλιπούς ιατρικής περίθαλψης στις φυλακές και τα κέντρα κράτησης της Βόρειας Κορέας» Οι εν λόγω καταγγελίες, εφόσον ισχύουν, συνεπάγονται ταυτόχρονα παραβίαση του άρθρου 10 (1) του Συμφώνου, σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο που στερείται της ελευθερίας του αντιμετωπίζεται με ανθρωπισμό και σεβασμό της εγγενούς ανθρώπινης αξιοπρέπειας.»  Επιπλέον, η σύλληψη πολιτών για την άσκηση του δικαιώματός τους στην ελευθερία έκφρασης ή κίνησης, όπως αυτά αναλύονται ανωτέρω, αποτελεί εξίσου κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 9 (1) του Συμφώνου (Goedde, 2019).

Στην πραγματικότητα, το ίδιο αυθαίρετο με τη διαδικασία σύλληψης είναι και το δικαστικό σύστημα της χώρας. Οι δικηγόροι υπερασπίζονται το σύστημα και διορίζονται από το κράτος, χωρίς να παρέχεται εναλλακτική επιλογή στον κατηγορούμενο. Η παραπάνω πρακτική αποτελεί παραβίαση του άρθρου 14 (3) (b).  Επιπροσθέτως,  εντός του κράτους λειτουργούν κέντρα αναμόρφωσης των πολιτών  (kyo-hwa-so), αλλά και κέντρα κράτησης πολιτικών κρατουμένων (kwan-li-so). Αν και η Κυβέρνηση αρνείται κατηγορηματικά τη λειτουργία τέτοιων δομών εντός της επικράτειας της Βόρειας Κορέας, υπολογίζεται ότι κρατούνται 8.000 με 20.000 άτομα. Πολλοί εξ αυτών έχουν συλληφθεί λόγω μη επαρκούς αφοσίωσης στον ανώτατο ηγέτη, ενώ σύμφωνα με άλλες σχετικές εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, οι φυλακισμένοι υπόκεινται σε σκληρά βασανιστήρια -ακόμη μια παραβίαση του άρθρου 14 (Young, 2006).

Τέλος, οι τοπικές αρχές οργανώνουν και επιβάλλουν εργασίες που μπορούν να περιλαμβάνουν τον καθαρισμό δρόμων, την εργασία στον αγροτικό τομέα και την παροχή βοήθειας σε περιπτώσεις καταστροφών. Οι εν λόγω εργασίες ανατίθενται σε άτομα, στερώντας τους το δικαίωμα να αρνηθούν την ανάληψη τους και, φυσικά, δεν δέχονται αμοιβή για αυτές (Amnesty International, 2006). Κάτι τέτοιο αποτελεί μία ακόμα παραβίαση του άρθρου 8 (3) (a) του Συμφώνου, σύμφωνα με το οποίο «Κανείς δεν πιέζεται να εκτελέσει εξαναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία». Ωστόσο, στο άρθρο 8 (c) εντοπίζονται εξαιρέσεις από την εν λόγω διάταξη, στις οποίες, όμως, δεν εμπίπτει η ανωτέρω διαδικασία. 

Δεδομένων των ανωτέρω, η Βόρεια Κορέα παραβιάζει κατάφωρα και συγχρόνως  αδυνατεί να σεβαστεί τις προβλέψεις του ICCPR και, συνεπώς, την νομική επιταγή pacta sunt servanda, όπως αυτή προβλέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι παρά το γεγονός ότι η Βόρεια Κορέα δεν αποτελεί κράτος-μέρος της τελευταίας, η αρχή pacta sunt servanda δεσμεύει το κράτος ήδη εθιμικά (Nicaragua Judgment, 1986, para. 180),ενώ αποτελεί μια εκ των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου και, συνεπώς, πηγή αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης. 

Η διεθνής ευθύνη της Βόρειας Κορέας

Η υποχρέωση σεβασμού του Συμφώνου, όπως και οποιασδήποτε άλλης διεθνούς σύμβασης, απαιτεί από το κράτος να απέχει από πράξεις που ενδέχεται να παραβιάζουν τις διατάξεις του, αλλά και το καθιστά υπεύθυνο να λαμβάνει τα αναγκαία για την τήρηση των προβλέψεων και την αποφυγή παραβιάσεων μέτρα (LaGrand, 2001, para. 47).

Σύμφωνα με τα άρθρα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ περί ευθύνης των κρατών από διεθνώς άδικες ενέργειες (2001), επομένως, κάθε διεθνώς άδικη ενέργεια κράτους επιφέρει τη διεθνή του ευθύνη. Μια τέτοια ενέργεια υφίσταται, όταν η συμπεριφορά αφορά πράξη ή παράλειψη που είναι καταλογιστή στο κράτος σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα συνιστά παραβίαση διεθνούς υποχρέωσης του κράτους. Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί να επηρεαστεί από το χαρακτηρισμό της ίδιας πράξης ως νόμιμης σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4(1), οι ενέργειες κρατικών οργάνων θεωρούνται ενέργειες του κράτους (Oil Platforms, 2003, para. 26).

Η παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της Βόρειας Κορέας υπό το ICCPR, εγείρουν τη διεθνή της ευθύνη. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω πράξεις νομιμοποιούνται από το εσωτερικό δίκαιο, όπως για παράδειγμα η επιβολή της θανατικής ποινής για μη σοβαρά εγκλήματα βασισμένα σε υποκειμενικά κριτήρια, η διεθνής ευθύνη εξακολουθεί να υφίσταται (LaGrand, 2001, para. 51). Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των παράνομων κατά το διεθνές δίκαιο πράξεων που αναλύθηκαν παραπάνω διεξάγεται από όργανα του κράτους και άρα καταλογίζεται σε αυτό. Τέλος, οι πράξεις της Βόρειας Κορέας δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 20-25 των άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ περί ευθύνης των κρατών,  οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα μίας πράξης.

Φυσικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, το κράτος οφείλει επανόρθωση (άρθρο 31) ως συνέπεια της διεθνούς ευθύνης του. Σε πολλές περιστάσεις, η Βόρεια Κορέα έχει δράσει παρανόμως κατά υπηκόων τρίτων κρατών χωρίς να έχει λάβει κανένα μέτρο επανόρθωσης. Τέλος, οι μορφές επανόρθωσης εντοπίζονται στα άρθρα 34-37 και συνεπώς, όπως άλλωστε ορίζει το άρθρο 30, το κράτος οφείλει να παύσει αυτήν την ενέργεια, εφόσον συνεχίζεται (Chorzow, PCIJ, page 24).

Η Κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας, ανεξαρτήτως των δηλώσεών της περί εφαρμογής και σεβασμού των διεθνών της υποχρεώσεων, γνώριζε πως η συνέχιση της συμμετοχής της στο ICCPR αποτελεί τροχοπέδη στην επιδιωκόμενη αυθαίρετη πολιτική στο εσωτερικό του κράτους. Ενδεχομένως λοιπόν, αυτός να είναι ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο κοινοποίησε εγγράφως την αποχώρηση της από το Σύμφωνο (Ludwig Boltzmann Institute, 2014).  Η εν λόγω κοινοποίηση έγινε προς το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, στις 23 Αυγούστου του 1997. To ίδιο έτος, η Κυβέρνηση είχε καταδικάσει θέση της Επιτροπής, η οποία είχε κρίνει πως η Βόρεια Κορέα δε σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και χαρακτήρισε τη νομική πράξη ως “προϊόν πολιτικής αντιπαλότητας, δημιουργημένο από τις εχθρικές δυνάμεις” (The New York Times, 1997).

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ απάντησε στο αίτημα αποχώρησης, στις 23 Σεπτεμβρίου 1997, με ένα aide mémoire (UN doc. C.N. 467.1997), το οποίο εστάλη στην Κυβέρνηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποχώρηση της Βόρειας Κορέας δεν είναι δυνατή χωρίς τη συμφωνία όλων των κρατών-μερών, καθώς το ICCPR δεν περιλαμβάνει καμία ρήτρα αποχώρησης. Η εν λόγω θέση συμβαδίζει άλλωστε και με τις προβλέψεις του άρθρου 56 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Επίσης, έναν μήνα αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου του 1997, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσίευσε το Γενικό Σχόλιο υπ’αριθμόν 26 (CCPR/C/21/Rev.1/Add.8/Rev.1,1997), υιοθετώντας την ίδια θέση και υπογραμμίζοντας πως η αποχώρηση από το Σύμφωνο δεν είναι δυνατή. Φυσικά, το Σχόλιο δεν έκανε αναφορά συγκεκριμένα στη Βόρεια Κορέα, αλλά προωθήθηκε στην Κυβέρνηση της από την τότε Πρόεδρο της Επιτροπής, Christine Chanet. 

Συνεπώς, η Βόρεια Κορέα αποδέχθηκε σιωπηρά τη θέση του Γενικού Γραμματέα, αλλά και της Επιτροπής -χωρίς ποτέ να το δηλώσει ξεκάθαρα, ωστόσο- και δεν προχώρησε σε εκ νέου αμφισβήτηση της συμμετοχής της. Η εν λόγω αποδοχή αποδείχθηκε πρακτικά δύο χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1999, όταν η Κυβέρνηση  κατέθεσε τη δεύτερη Έκθεσή της -ως όφειλε βάσει του άρθρου 40 του Συμφώνου– για τη τήρηση των διατάξεων του ICCPR (Ryu, 2018).

Το γεγονός ότι το κράτος δεν αποχώρησε ποτέ από τη Συνθήκη, δε σημαίνει σε καμία των περιπτώσεων ότι άρχισε να τη σέβεται. Αντιθέτως, συν τω χρόνω, οι καταγγελίες για αυθαίρετες κρατικές ενέργειες και πρακτικές εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας συνέχισαν να πληθαίνουν, αναγκάζοντας τα Ηνωμένα Έθνη να προχωρήσουν σε πιο δραστικές λύσεις. Συγκεκριμένα, το 2004, η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (Human Rights Commission) δημιούργησε την εντολή του Ειδικού Εισηγητή για Ζητήματα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Βόρεια Κορέα (E/CN.4/RES/2004/13, 2004). Δυστυχώς, η Κυβέρνηση αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον εν λόγω θεσμό και έκτοτε, σε κανένα από τα άτομα που έχουν διοριστεί σε αυτή τη θέση δεν έχει δοθεί άδεια εισόδου στη χώρα (Amnesty International, 2016).

Η άρνηση της Βόρειας Κορέας να επιτρέψει οποιουδήποτε είδους έρευνα στο έδαφός της οδήγησε με τη σειρά της στη λήψη περισσότερων μέτρων. Συνεπώς, στις 21 Μαρτίου του 2013, δημιουργήθηκε από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, ειδική εξεταστική επιτροπή για το ζήτημα (A/HRC/RES/22/13, 2013). Σκοπός της επιτροπής ήταν να ερευνήσει «τις συστηματικές, διαδεδομένες και σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Βόρεια Κορέα». Η Έκθεση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα επιβεβαίωσε τις αυθαιρεσίες.

Οι προσπάθειες της Διεθνούς Κοινότητας για βελτίωση της κατάστασης και προώθηση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν έχουν οδηγήσει σε σημαντικά αποτελέσματα. Αυτό αποδεικνύεται ακόμη και σήμερα. Σύμφωνα με το πρακτορείο κατασκοπείας της Νότιας Κορέας, ο ηγέτης της χώρας, Kim Jong Un, διέταξε την εκτέλεση τουλάχιστον δύο ατόμων, την απαγόρευση της αλιείας και την επιβολή γενικού lockdown στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πανδημίας COVID19 (Kuhn, 2020).

Συνοπτικά, δε θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη η συνέχιση τετοιων πρακτικών, δεδομένου ότι η πολιτική εξουσία δεν έχει εκδηλώσει ως σήμερα καμία βούληση αλλαγής του αυταρχικού καθεστώτος, που η ίδια έχει επιβάλλει. Επιπλέον, οι νομικές πράξεις και οι εκθέσεις που εκδίδονται τόσο από τα αρμόδια όργανα του ΟΗΕ, όσο και από άλλες οργανώσεις, π.χ. τη Διεθνή Αμνηστία, δεν είναι νομικά δεσμευτικές, αλλά αποτελούν ήπιο δίκαιο (soft law), με εξαίρεση, φυσικά, τις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που λαμβάνονται στο πλαίσιο του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ωστόσο, το μόνο που φαίνεται να μπορεί να επηρεάσει την πολιτική της χώρας είναι η επιβολή κυρώσεων ή ο φόβος της διεθνούς κατακραυγής, αλλά, δυστυχώς, όσον αφορά το συγκεκριμένο κράτος, το κέντρο βάρους της διεθνούς πολιτικής βρίσκεται περισσότερο στο πυρηνικό του πρόγραμμα, παρά στην αδυναμία του να σεβαστεί θεμελιώδεις ανθρωπιστικές επιταγές. Συνεπώς, κρατώντας κλειστές τις κάμερες και καταστέλλοντας κάθε μέσο επικοινωνίας των πολιτών με τον κόσμο εκτός επικράτειας, το κράτος έχει την πολυτέλεια να κάνει ακόμη λόγο για ειρήνη και σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών του, αλλά και να χαρακτηρίζει κάθε καταγγελία κατά του συστήματος ως “πολιτική και κατευθυνόμενη προπαγάνδα”. 

Βιβλιογραφία-Αρθρογραφία

[1] BORGEN MAGAZINE. Center for Global Justice & North Korean Human Rights.  Available here.

[2] FIDH, THE DEATH PENALTY IN NORTH KOREA. Available here.

[3] Goedde P. ‘UPDATE: Overview of the North Korean Legal System and Legal Research’.  Hauser Global Law School Program, New York University School of law. Available here.

[4] International Justice Resource Center, UN DISABILITY RIGHTS EXPERT FIRST TO VISIT NORTH KOREA. Available here. 

[5] Kirby M. ‘UN COMMISSION OF INQUIRY ON HUMAN RIGHTS VIOLATIONS IN THE DEMOCRATIC PEOPLE’S REPUBLIC OF KOREA: TEN LESSONS’. Melbourne Journal of International Law. Available here.

[6] Ludwig Boltzmann Institute, CIVIL AND POLITICAL RIGHTS IN THE REPUBLIC OF KOREA AND IN THE DEMOCRATIC PEOPLE’S REPUBLIC OF KOREA. Available here.

[7] Ryu E. (2018). ‘Human Rights Situation in North Korea: Lack of Significant Progress from the United Nations Human Rights Mechanisms and What Can be Done’. Minnesota Journal of International Law. Available here.

[8] ReliefWeb, North Korea: Harsher Policies against border- crossers. Available here.

[9] Sungwoo C.  (2019). ‘Promoting the Well-Being of North Korea’s Residents and Refugees through US- ROK Cooperation’. PACIFIC FORUM. Available here. 

[10]  Kimberly Lim Ming Ying, “The Malaysia-North Korea Hostage Crisis – An International Law Perspective”, (Reviewed by Dr. Sarah Tan Yen Ling) (Edited by Leeroy Ting Kah Sing), University of Malaya Law Review. Available here.

[11] Young Sok K. (2006). ‘Responsibility to Protect, Humanitarian Intervention and North Korea’. Journal of International Business and Law. Available here.

Αρθρογραφία/Ειδησεογραφία

[1] Dong H. M. (2018). ‘Kim Jong Un continues to ignore rule of law in public execution of military officer’. DAILY NK. Available here.

[2] Kuhn A. (2020). ‘North Korea Executed Coronavirus Rule- Breaker, Says South Korean Intelligence’. npr news. Available here.

[3] The New York Times, U.N. Blocks Rights Move By North Korea. Available here.

Νομικά Κείμενα/Εκθέσεις/Συμβάσεις

[1] Amnesty International, Starved of Rights: Human Rights and the Food Crisis in the Democratic People’s Republic of Korea (North Korea). Available here.

[2] Amnesty International, CONNECTION DENIED. Available here.

[3] Charter of the United Nations (1945). Available here.

[4] Committee for Human Rights in North Korea, Human Rights at the Local Level in North Korea. Available here. 

[5] CCPR General Comment No. 26: Continuity of Obligations Adopted at the Sixty-first Session of the Human Rights Committee, 1997 CCPR/C/21/Rev.1/Add.8/Rev.1. Available here. 

[6] Draft Articles on Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts with commentaries (2001). Available here.

[7] European Parliament resolution on North Korea (2016/2521(RSP)). Available here.

[8] General Assembly, Resolution 2200 A (XXI), A/RES/21/2200, 1966.

[9] Human Rights Council, Resolution, A/HRC/RES/22/13, 2013..

[10] International Covenant on Civil and Political Rights (1966). Available here.

[11] Notification of Withdrawal by the Democratic People’s Republic of Korea (1997). Available here.

[12] Optional Protocol to the International Covenant on Civil and Political Rights (1966). Available here.

[13] Report of the Commission of Inquiry on Human Rights in the Democratic People’s Republic of Korea  UN DOC A/HRC/25/63. Available here.

[14] Report of the Special Rapporteur on the situation of human rights in the Democratic People’s Republic of Korea, Marzuki Darusman, UN doc. A/HRC/22/57, 2013. Available here.

[15] Second Optional Protocol to the International Covenant on Civil and Political Rights, aiming at the abolition of the death penalty (1989). Available here. 

[16]Statute of the International Court of Justice (1945). Available here.

[17] UNSG aide memoire  UN doc. C.N. 467.1997.TREATIES. Available here.

[18] UN Commission on Human Rights Resolution, UN doc. E/CN.4/RES/2004/13, 2004. Available here.

[19] Vienna Convention on the Law of Treaties (1969). Available here.

Νομολογία

[1] Case concerning the Factory at Chorzow, Permanent Court of International Justice, Judgment of 26 July 1927. Available here.

[2] Case concerning LaGrand (Germany/United States of America), Judgment, ICJ Reports 2001. Available here. 

[3] Case concerning the Military and Paramilitary Activities in and against Nicaragua (Nicaragua/United States of America),Judgment, ICJ Reports 1986. Available here. 

[4] Case concerning the Oil Platforms (Islamic Republic of Iran/United States of America), Judgment,  ICJ Reports 2003. Available here.


Απάντηση