Η Στρατηγική του Τζορτζ Μπους: Από την 11η Σεπτεμβρίου στην Εισβολή στο Ιράκ το 2003

της Κωνσταντίνας Μόδα, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Στην παρούσα ανάλυση, επιχειρείται η προσέγγιση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί Τζορτζ Μπους του νεότερου στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, σκιαγραφείται η περίοδος αναδιαμόρφωσης αυτής, ενώ παρουσιάζεται και η αντίδραση των δρώντων της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας. Επιπλέον, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη στρατηγική των Η.Π.Α αναφορικά με το Ιράκ, η οποία αποτυπώθηκε στην αμερικανική  εισβολή του 2003. Ακολουθεί μία ανασκόπηση των αιτίων που οδήγησαν στη λήψη της εν λόγω απόφασης, με την παράθεση ορισμένων τοποθετήσεων επ’ αυτών, ενώ, τέλος, επιχειρείται η γενικότερη αποτίμηση της στρατηγικής του Αμερικανού Προέδρου.

«Η μέρα που άλλαξε τον κόσμο…»

H 11η Σεπτεμβρίου 2001 συνιστά ημερομηνία ορόσημο τόσο για την αμερικανική κοινωνία, όσο και για ολόκληρο τον πλανήτη, με την εκδήλωση τρομοκρατικών επιθέσεων κατά των Η.Π.Α. Συνολικά τέσσερα αμερικανικά αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας υπέστησαν αεροπειρατεία, δύο εκ των οποίων συνετρίβησαν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, ένα στο Πεντάγωνο και ένα στην περιοχή της Πενσυλβάνια (THE 9/11 COMMISSION REPORT). Οι καταστροφές που προκλήθηκαν είχαν άμεσο αντίκτυπο σε όλους τους τομείς της αμερικανικής κοινωνίας, ενώ οι εν λόγω τρομοκρατικές επιθέσεις, που στοίχισαν τη ζωή σε περίπου 3.000 άτομα, υπήρξαν ενέργειες της Αλ Κάιντα, «ενός συντονιστικού σώματος για τα μουσουλμανικά αντιστασιακά κινήματα». Επικεφαλής της οργάνωσης ήταν ο Σαουδάραβας Οσάμα μπιν-Λάντεν, ο οποίος τόνισε ότι «εάν ο φόνος εκείνων που σκοτώνουν τους γιους μας είναι τρομοκρατία, τότε ας γράψει η ιστορία ότι είμαστε τρομοκράτες». Δεδομένης, μάλιστα, της αμερικανικής υποστήριξης στα καθεστώτα της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Σαουδικής Αραβίας, όπως επίσης και της αμερικανικής στάσης αναφορικά με την Παλαιστίνη και το Ιράκ, οι προαναφερόμενες επιθέσεις κατά των Η.Π.Α εξελήφθησαν ως αντίποινα από την πλευρά της Αλ Κάιντα (Goldschmidt & Boum, 2016).

Αναδιαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής 

Η 11η Σεπτεμβρίου μετέβαλε αποφασιστικά το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής των κυρίαρχων κρατών, ιδίως δε αυτού των Η.Π.Α. Σχεδόν όλοι οι διεθνείς δρώντες καταδίκασαν τις ανωτέρω τρομοκρατικές επιθέσεις. Χαρακτηριστική του εύρους της υποστήριξης των λοιπών χωρών ήταν η τοποθέτηση του τότε αρχισυντάκτη Jean-Marie Colombani στην γαλλική εφημερίδα Le Monde: “Nous sommes tous Américains” (Colombani, 2011). Παρά την ομόφωνη, ωστόσο, καταδίκη, δεν προέκυψε κάποιος κοινά αποδεκτός ορισμός της έννοιας της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με την CIA, η τρομοκρατία ορίζεται ως «η απειλή ή η χρήση βίας για πολιτικούς σκοπούς από μεμονωμένα άτομα ή ομάδες, οι οποίες δρουν είτε υπέρ είτε κατά κάποιας αναγνωρισμένης κυβερνητικής εξουσίας, όταν τέτοιες πράξεις έχουν στόχο να συγκλονίσουν ή εκφοβίσουν μία ομάδα μεγαλύτερη από εκείνη των άμεσων θυμάτων» (Goldschmidt & Boum, 2016).

Στο προσκήνιο πλέον δέσποζε η οργάνωση του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Η διεθνής απειλή ήταν ορατή, γεγονός που ωθούσε τις Η.Π.Α προς την κατεύθυνση της ισχυροποίησης των διακρατικών δεσμών της, κατά την περίοδο που επιχειρούνταν μία γενικότερη αναδιαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, η δημιουργία στενότερων σχέσεων με χώρες, όπως η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα θα συνέβαλε σημαντικά στον αγώνα κατά του τρόμου (Baylis, Smith & Owens, 2013).

Κατά την πρώτη περίοδο της Προεδρίας του Τζορτζ Μπους, η ατζέντα της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής περιελάμβανε ως επί το πλείστον ζητήματα που άπτονταν επί του κοινωνικού και οικονομικού πεδίου, ενώ δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για χάραξη συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής. Το ζήτημα της διεθνούς τρομοκρατίας μετουσιώθηκε στην κορωνίδα της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α μετά την 11η Σεπτεμβρίου, τη στιγμή που οι απαρχές αυτής βρίσκονταν ήδη από την δεκαετία του 1980 στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και συγκεκριμένα στον πόλεμο στο Αφγανιστάν, υπό τη μορφή της «τζιχάντ» (Παπασωτηρίου, 2018).

Η αμερικανική στάση απέναντι στο Ιράκ 

Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε και το γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας ενίσχυε περαιτέρω τους φόβους και τις ανησυχίες για μία ενδεχόμενη κλιμάκωση των τρομοκρατικών επιθέσεων. Σημαίνοντα ρόλο στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α επί Τζορτζ Μπους διαδραμάτισε η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν το 2001 με την υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν η οποία είχε οδηγήσει επιτυχώς στην ανατροπή των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα. Ύστερα από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στράφηκε προς τη Μέση Ανατολή, δεδομένου του γεγονότος ότι η Αλ Κάιντα είχε αναλάβει την ευθύνη των τρομοκρατικών επιθέσεων. Η έδρα της οργάνωσης βρισκόταν στο Αφγανιστάν και οι Ταλιμπάν, έχοντας εγκαθιδρύσει βιαίως ένα αυταρχικό ισλαμικό καθεστώς στην περιοχή, αρνήθηκαν στις Η.Π.Α την παράδοση τόσο του Οσάμα μπιν-Λάντεν, όσο και των μελών που συμμετείχαν στις προαναφερόμενες επιθέσεις, γεγονός που οδήγησε στη σύρραξη (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2019). Ακολούθως και εντός του στρατηγικού σχεδιασμού για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η λήψη της απόφασης για άρδην αλλαγή της στάσης των Η.Π.Α απέναντι στο Ιράκ υποκινήθηκε από την ύπαρξη -μη ταυτοποιημένων- πληροφοριών περί όπλων μαζικής καταστροφής και του φόβου επικείμενης πραγματοποίησης τρομοκρατικών επιθέσεων μέσω αυτών. Ως εκ τούτου και προς αποφυγή διοχέτευσης των εν λόγω όπλων στην Αλ Κάιντα από τον Σαντάμ Χουσεΐν, η αμερικανική Kυβέρνηση αποφάσισε την εισβολή στο Ιράκ το 2003 (Παπασωτηρίου, 2018).

Παράλληλα, η τεχνολογική ανάπτυξη συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος των Η.Π.Α. Οι νέες τεχνολογίες επί στρατιωτικού πεδίου συνέτειναν σε έναν ικανότατο «στρατιωτικό μετασχηματισμό», μη συγκρίσιμο με την ιρακινή ισχύ. Επιπροσθέτως, η προοπτική της εν δυνάμει δημιουργίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στην περιοχή, συνιστούσε επιπλέον κινητήριο δύναμη προς την κατεύθυνση της εισβολής, Ο εκδημοκρατισμός του Ιράκ θα συνέβαλε στη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, τη στιγμή που οι Η.Π.Α θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα περισσότερο ευνοϊκό περιβάλλον για το Ισραήλ, ενώ θα προωθούνταν και η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Σαουδική Αραβία, με άμεσο αντίκτυπο στην προμήθεια πετρελαίου. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, «η μετατροπή του Ιράκ από αντίπαλο σε φίλο» θα ενίσχυε σημαντικά τη γεωστρατηγική αμερικανική πολιτική. Τέλος, το κλίμα για την ανάγκη της πλήρους απομάκρυνσης του Σαντάμ Χουσεΐν από την εξουσία ενισχυόταν και από το αίσθημα της ημιτελούς προσπάθειας για επίτευξη αυτής που επιχειρούνταν ήδη από τον Πόλεμο του Κόλπου, το 1990-91(Gompert, Binnendijk & Lin, 2014).

Με βάση τα ανωτέρω, στις 17 Σεπτεμβρίου 2002. ο Πρόεδρος των Η.Π.Α γνωστοποίησε τη νέα «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας», που επρόκειτο να ακολουθήσει. Προκειμένου να μην απειλείται η ασφάλεια του αμερικανικού κράτους και να υπάρχει δυνατότητα αποτροπής τυχόν εχθρικών πράξεων, ο Πρόεδρος Μπους αποφάσισε να δράσει στην βάση του προληπτικού ελέγχου. Επί της εν λόγω στρατηγικής άπτονταν και η εισβολή στο Ιράκ ένα χρόνο αργότερα (Johnson, 2007).

Θέση Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ΝΑΤΟ και τρίτων χωρών 

Η διεθνούς κλίμακας καταδίκη των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου αποτυπώθηκε  στην υποστήριξη του αγώνα κατά του τρόμου από το Συμβούλιο Ασφαλείας, όντας υπεύθυνο για την διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και της ασφάλειας, με την παράλληλη προάσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη βάση των γενικών αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (ΧΗΕ). Ειδικότερα ως προς την περίπτωση του Ιράκ, η «κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» λόγω της υποψίας περί κατοχής πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων, αποτέλεσε την πρόφαση της εισβολής. Ωστόσο, παρά την έγκριση της Απόφασης 687 του 1991 αναφορικά με την καταστροφή των ιρακινών όπλων μαζικής καταστροφής και της Απόφασης 1441 του 2002 που τόνιζε τις «σοβαρές συνέπειες» που θα επέρχονταν σε περίπτωση μη παράδοσης αυτών, το 2003 δεν προέκυψε σαφής έγκριση «για χρήση βίας κατά του Ιράκ». Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους προχώρησε στην εισβολή, έπληξε σημαντικά την αξιοπιστία του ΟΗΕ (Baylis, Smith & Owens, 2013). 

Επιπροσθέτως, ενεργοποιήθηκε το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον από το ΝΑΤΟ, τη στιγμή που ως γνωστόν στο ευρύτερο πλαίσιο του Οργανισμού επιχειρείται η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των μελών, η προώθηση των συμφερόντων τους και η διατήρηση της εθνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με αυτό, τα μέλη της Συμμαχίας του Βορειοατλαντικού Συμφώνου «συμφωνούν ότι ένοπλος επίθεσις εναντίον ενός ή πλειόνων εξ αυτών εν Ευρώπη ή Βορείω Αμερική θέλει θεωρηθεί επίθεσις εναντίον απάντων». Στην περίπτωση αυτή, δύνανται να ασκήσουν «το δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής αυτοαμύνης», το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εντός του οποίου συμπεριλαμβάνεται και η προσφυγή στη χρήση βίας (Gorka, 2006, North Atlantic Treaty Organization). 

Αναφορικά με την αμερικανική στρατηγική στο ζήτημα του Ιράκ υπήρξε έκδηλη διχογνωμία. Η τοποθέτηση των Η.Π.Α για την επικείμενη εισβολή ήγειρε αντιδράσεις τόσο εντός της αμερικανικής επικράτειας, όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο, ιδίως από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Οι μέχρι τότε προσπάθειες για στενότερες επαφές μεταξύ Η.Π.Α. και Ρωσίας επηρεάστηκαν εξίσου, με τη δεύτερη να τείνει προς τις ευρωπαϊκές θέσεις επί του ζητήματος. Παράλληλα, και εντός της Γηραιάς Ηπείρου σημειώθηκαν αντιπαραθέσεις, ενώ η τοποθέτηση της Τουρκίας για μη χρήση του εδάφους της από τις αμερικανικές δυνάμεις ως πεδίο πρόσβασης στο Ιράκ ήταν κατηγορηματική (Hunter, 2004).

Οδεύοντας προς την εισβολή…

Σε κάθε περίπτωση η Kυβέρνηση Μπους κινήθηκε ανεξαρτήτως των θέσεων των εξωτερικών παραγόντων γεγονός, για το οποίο υπέστη σφοδρή επίκριση κυρίως λόγο της απόφασής της να προχωρήσει στην εισβολή δίχως την συγκατάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας, τη στιγμή που το φιλόδοξο όραμα του Προέδρου προς την αποτελεσματική εκπλήρωση του εγχειρήματός του, τον έφερνε συχνά αντιμέτωπο με τους ρεαλιστές της αμερικανικής πολιτικής σκηνής (Goldschmidt & Boum, 2016). Είναι γεγονός ότι η αδυναμία χάραξης κοινής πολιτικής γραμμής και η απουσία εσωτερικής ενότητας αναφορικά με τον πόλεμο στο Ιράκ δεν διευκόλυνε το εν λόγω εγχείρημα, ωστόσο, οι προαναφερθείσες βλέψεις γεωστρατηγικού -ως επί το πλείστον- περιεχομένου συνιστούσαν τη «Λυδία Λίθο» της αμερικανικής στρατηγικής του Τζορτζ Μπους και τίποτα δεν μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη στην εφαρμογή της. 

Στις 20 Μαρτίου 2003, πραγματοποιήθηκε η εισβολή. Σε σύντομο χρονικό διάστημα το αποτέλεσμα είχε κριθεί. Οι αξιοσημείωτου βεληνεκούς αμερικανικές δυνάμεις, οι επιθέσεις από αέρος και η χρήση πυραυλικών συστημάτων έπληξαν το Ιράκ «σε μία εκστρατεία σοκ και δέους». Οι αμερικανικές επιθέσεις στόχευαν πέραν των ιρακινών ενόπλων δυνάμεων ακόμη και νοικοκυριά και σχολεία, με αποτέλεσμα τις βαρύτατες απώλειες αμάχων. Στον αντίποδα της σαφούς αντίδρασης των προαναφερθεισών δυνάμεων αλλά και του Καναδά, συστάθηκε από σαράντα χώρες η «συμμαχία των προθύμων» σε μία προσπάθεια ενίσχυσης της αμερικανικής επιχείρησης στο Ιράκ.. Ορισμένα μέλη αυτής περιορίστηκαν στην προσφορά συμβολικής/οικονομικής στήριξης, ενώ άλλα συνέδραμαν με την παροχή στρατιωτικών δυνάμεων. Χαρακτηριστική ήταν η κίνηση της Βρετανίας η οποία ενίσχυσε την εν λόγω εκστρατεία με την αποστολή περίπου 45.000 ανδρών (MacAskill, 2003, Schifferes, 2003). 

Άμεσο επακόλουθο της εισβολής ήταν η ήττα του ιρακινού στρατού, η εκδίωξη από την εξουσία του Σαντάμ και η εγκαθίδρυση κατοχικής κυβέρνησης από τις συμμαχικές δυνάμεις. Ο Πρόεδρος Μπους κήρυξε το τέλος του πολέμου την 1η Μαΐου 2003, όμως, οι αντάρτικες ενέργειες με πρωτοστάτη το Σουνιτικό Τρίγωνο, που λάμβαναν χώρα στην περιοχή δυσχέραιναν την αμερικανική στρατηγική. Ακολούθως, το 2007, ανακοινώθηκε η περαιτέρω ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή προς καταστολή των αναταραχών, επιχείρηση που ολοκληρώθηκε ένα χρόνο αργότερα. Εν συνεχεία, και ύστερα από πληθώρα προσπαθειών, επήλθε συμφωνία μεταξύ του Προέδρου του Ιράκ Νούρι αλ Μαλίκι και των Η.Π.Α. Τα αμερικανικά στρατεύματα αποχώρησαν πλήρως την 31η Δεκεμβρίου 2011, ενώ η ιρακινή προεδρία ανελήφθη από μία σιιτική κυβέρνηση δεχόμενη επιρροές από το Ιράν (Goldschmidt & Boum, 2016).

Αποτίμηση της στρατηγικής του Τζορτζ Μπους

Είναι γεγονός ότι το ενδιαφέρον των Η.Π.Α ως προς το Ιράκ δεν περιοριζόταν απλώς στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Στο επίκεντρο της πολιτικής τους βρίσκονταν η μετέπειτα διαμόρφωση του καθεστώτος στην περιοχή, καθώς και η προσπάθεια ελέγχου αυτού και των αναταραχών που σημειώνονταν. Η απόφαση της εισβολής, πέραν του γεγονότος ότι επικρίθηκε σφοδρώς από σημαίνουσες δυνάμεις της διεθνούς πολιτικής σκηνής, αμφισβητήθηκε εξίσου και ως προς τη σημασία της έκβασης του αποτελέσματος, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τα οικονομικά έξοδα του πολέμου των εκατέρωθεν μερών. Στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, δεν υπήρξε αντίκτυπος στη στάση της Συρίας και στην απόσυρση των δυνάμεών της από το Λίβανο, η οποία πραγματοποιήθηκε εν μέρει λόγω διεθνών πιέσεων και ως απάντηση σε σχετική Απόφαση του ΣΑΗΕ, ούτε και στις προεδρικές εκλογές που διενεργήθηκαν το 2005 στην Αίγυπτο, τις πρώτες με πολλούς υποψηφίους και μη προκαθορισμένο αποτέλεσμα  (Goldschmidt & Boum, 2016). 

Επιπροσθέτως, σημειώθηκαν καθοριστικά σφάλματα της αμερικανικής στρατηγικής κατά τον πόλεμο στο Ιράκ. Η αδυναμία επιβολής της τάξης μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν οφειλόταν στο ανεπαρκές ποσοτικά εκστρατευτικό σώμα το οποίο, ήδη το 2002, είχε υποστεί μείωση δυναμικού κατά 355.000 άνδρες. Ακόμη, οι αποφάσεις επί της επιχείρησης του αμερικανού διπλωμάτη Πολ Μπρέμερ διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, ιδίως με την κίνησή του να μην παραδώσει άμεσα την εξουσία στο Ιράκ, αλλά να περιοριστεί στη συνδρομή απλώς μιας ιρακινής επιτροπής. Με βάση, μάλιστα, έργα των Allawi A. και Ricks Τ., το γεγονός αυτό «υπονόμευσε την εικόνα των Αμερικανών ως απελευθερωτών του Ιράκ», καθώς «ενίσχυσε την πεποίθηση ότι είχε επιβληθεί ταπεινωτικός και απεχθής ξένος ζυγός» (Παπασωτηρίου, 2018). Επιπλέον, σύμφωνα με τον Thomas Ricks, «η απόφαση του Τζορτζ Μπους να εισβάλει στο Ιράκ το 2003 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πιο αδίστακτες ενέργειες στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής». Ο πόλεμος κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους τη στιγμή που τελικά αποδείχθηκε ότι οι υποψίες περί κατοχής όπλων μαζικής καταστροφής από τον Σαντάμ Χουσεΐν ήταν αβάσιμες (Gregg, 2018). 

Εν κατακλείδι, οι τρομοκρατικές επιθέσεις κατά των Η.Π.Α την 11η Σεπτεμβρίου μετέβαλαν τη διεθνή κοσμοθεωρία επί παντός επιστητού και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τα εγκαίνια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, Ωστόσο, η αμερικανική εισβολή τόσο στο Αφγανιστάν, όσο και στο Ιράκ δεν στάθηκε ικανή να αντιμετωπίσει οριστικά την ισλαμική τρομοκρατία (Goldschmidt & Boum, 2016). Σε κάθε περίπτωση, το κίνητρο της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών και ιδίως του πετρελαίου του Ιράκ, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, τη στιγμή που αναμενόταν ιδιαιτέρως θετικός οικονομικός αντίκτυπος, δεδομένου του γεγονότος ότι το Ιράκ αποτελεί τη δεύτερη, μετά τη Σαουδική Αραβία, χώρα με τα περισσότερα κοιτάσματα «μαύρου χρυσού» (BBC Greek, 2003, Crahan, Goering & Weiss, 2004).  Παράλληλα, ο εν δυνάμει έλεγχος της ευρύτερης περιοχής θα καθιστούσε σαφή την αμερικανική ισχύ, ενώ η εδραίωση της παρουσίας των Η.Π.Α θα μπορούσε να συμβάλει γενικότερα στην αντιμετώπιση του «άξονα του κακού» που περιελάμβανε το Ιράκ, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, λόγω των καχυποψιών περί κατοχής όπλων μαζικής καταστροφής. Με βάση τα προαναφερθέντα και αναφορικά με την εισβολή στο Ιράκ, μπορεί φαινομενικά το επιχείρημα της εξασφάλισης ανθρώπινης ασφάλειας μέσω του πολέμου κατά της τρομοκρατίας να ήταν το επικρατέστερο, ωστόσο επί της ουσίας υπερίσχυαν λόγοι γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος.

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Παπασωτηρίου, Χ. (2018). Η Αμερικανική Πολιτική από τον Φράνκλιν Ρούζβελτ στον Ντόναλντ Τραμπ. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.

Baylis, J., Smith, S. & Owens, P. (2013). Η παγκοσμιοποίηση της διεθνούς πολιτικής. 5η Έκδοση. Μετάφραση από τα αγγλικά από Ψευτελή, Ε. & Κοτσυφού, Ε. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο. (το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε 2011)

Goldschmidt, A.Jr. & Boum, A. (2016). Ιστορία της Μέσης Ανατολής. Μετάφραση από τα αγγλικά από Αναγνωστόπουλο, Θ. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο. (το πρωτότυπο έργο εκδόθηκε 2016)

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Crahan, M., Goering, J. & Weiss, T.G. (2004). The Wars on Terrorism and Iraq: Human Rights, Unilateralism and US Foreign Policy. London: Routlegde, Taylor & Francis Group.

Gompert, D.C, Binnendijk, H. & Lin, B.(2014). Blinders, Blunders and Wars: What America and China Can Learn. (e-book). Santa Monica, Calif: RAND Corporation. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 18/12/2020].

Gregg, H.S. (2018). Building the Nation: Missed Opportunities in Iraq and Afghanistan.  Lincoln: Potomac Books.

Hunter, S. (2004). Strategic Developments in Eurasia after 11 September. (e-book). London: Routlegde, Taylor & Francis Group. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 18/12/2020].

Johnson, D.E. (2007). Learning Large Lessons: The Evolving Roles of Ground Power and Air Power in the Post-Cold War Era. Updated edition. (e-book). RAND Corporation. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 18/12/2020].

Άρθρα

Gorka, S.L. (2006). «Επίκληση του Άρθρου 5: πέντε χρόνια μετά». Δελτίο NATO. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 18/12/2020].

Colombani, J.M. (2011). “Nous sommes tous Américains”. Le Monde. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 19/12/2020].

MacAskill, E. (2003). “US claims 45 nations in coalition of willing”. The Guardian. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].

Schifferes, S, (2003). “US says “coalition of willing” grows”. BBC News. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].

(2019). «Αφγανιστάν: Σκοτώθηκε ο επικεφαλής της Αλ Κάιντα στην ινδική υποήπειρο». Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].

(2003). «Ο ρόλος του πετρελαίου στο Ιράκ». BBC Greek. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].

Εκθέσεις

THE 9/11 COMMISSION REPORT (2004). Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 18/12/2020].

Διεθνή Κείμενα 

Η Συνθήκη του Βόρειου Ατλαντικού. (1949). NORTH ATLANTIC TREATY ORGANIZATION. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].


ΧΑΡΤΗΣ Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Ηνωμένα Έθνη. Διαθέσιμο εδώ [Πρόσβαση 20/12/2020].


Απάντηση