Προϋπολογισμός της ΕΕ: Τα πρώτα βήματα

του Ηλία Τσακαγιάννη, Ερευνητή της Ομάδας Οικονομικών Θεμάτων

Εισαγωγή

Η πρώτη πολιτική Κοινότητα του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), ιδρύθηκε το 1952. Ο ρόλος της συνίστατο στη ρύθμιση των βιομηχανιών άνθρακα και χάλυβα των έξι ιδρυτικών κρατών μελών (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες και Λουξεμβούργο) και στη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς για τα προϊόντα αυτά. Η ΕΚΑΧ διοικείτο από τα τέσσερα κεντρικά, ενιαία, θεσμικά όργανα: α) την Ανώτατη Αρχή, εκτελεστικό όργανο-πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, β) το Συμβούλιο, το οποίο εκπροσωπούσε τα κράτη μέλη και του οποίου η Προεδρία ασκείτο εκ περιτροπής για τρίμηνες περιόδους από ένα κράτος μέλος, γ) τη Συνέλευση, η οποία απαρτιζόταν από αντιπροσώπους των εθνικών Κοινοβουλίων και αποτελούσε πρόδρομο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και τέλος, δ) το Δικαστήριο, το οποίο εξέδιδε αποφάσεις επί νομικών αναφορών (Benedetto, 2019).

Σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες Κοινότητες, η ΕΚΑΧ δεν λειτουργούσε βάσει ετήσιου προϋπολογισμού, αλλά χρηματοδοτείτο μέσω της επιβολής μέγιστης εισφοράς της τάξης του 1% επί του κύκλου εργασιών των βιομηχανιών άνθρακα και χάλυβα, δασμών επί των εισαγωγών άνθρακα και χάλυβα, καθώς και προστίμων που αντιστοιχούσαν κατ’ ανώτατο όριο στο 5% του κύκλου εργασιών των σχετικών επιχειρήσεων. Η Ανώτατη Αρχή καθόριζε την εισφορά εντός των ορίων αυτών και η απόφαση της ίσχυε μόνο με πλειοψηφία τεσσάρων από τα έξι κράτη μέλη στο Συμβούλιο (Benedetto, 2019).

Τα ποσά που συγκεντρώνονταν μέσω αυτού του πραγματικού ευρωπαϊκού φόρου εισφοράς, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη διοικητικών δαπανών από τα θεσμικά όργανα της ΕΚΑΧ (άρθρο 78 ΕΚΑΧ) ή για τη διεξαγωγή τεχνικής και οικονομικής έρευνας σχετικά με τον άνθρακα και τον χάλυβα (άρθρο 56 ΕΚΑΧ). Για την αναπροσαρμογή των τομέων του άνθρακα και του χάλυβα (άρθρο 56 ΕΚΑΧ), η ΕΚΑΧ μπορούσε να δανείζει χρήματα, τα οποία συγκεντρώνονταν μέσω δανείων στις χρηματοπιστωτικές αγορές (άρθρο 51 παρ. 1 ΕΚΑΧ), με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται με χρέος, πρακτική που απαγορεύτηκε στις μεταγενέστερες Ενωσιακές Συνθήκες. Οι διοικητικές δαπάνες εγκρίνονταν με ομόφωνη απόφαση της «Επιτροπής των Τεσσάρων Προέδρων», η οποία  απαρτιζόταν από τους Προέδρους καθενός από τα τέσσερα θεσμικά όργανα και τελούσε υπό την προεδρία του Δικαστηρίου (Downes, Moletti & Nicol, 2017).

1950-1979: Η αρχή για έναν ενιαίο προϋπολογισμό

Μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, δημιουργήθηκαν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) με τη Συνθήκη της Ρώμης, το 1957. Στο πρώιμο αυτό στάδιο, την ιδρυτική Συνθήκη υπέγραψαν 6 χώρες (ΟΔ της Γερμανίας, Γαλλία, Ιταλία και οι Βenelux). Στόχος ήταν η δημιουργία τελωνειακής ένωσης με κοινό δασμολόγιο, με την οποία θα εξασφαλιζόταν η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και εργαζομένων. Η μεταβίβαση μιας σειράς σημαντικών αρμοδιοτήτων από τα κράτη προς τα όργανα του νέου Οργανισμού καταδείκνυε την πολιτική βούληση των ευρωπαϊκών κρατών να προσχωρήσουν σε μια νέας μορφής συνεργασία και συλλογική δράση (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017). Αρμοδιότητες, όπως η κοινή αγορά, η τελωνειακή και εμπορική πολιτική και η εγκαθίδρυση κοινών πολιτικών (ΚΑΠ), προετοίμαζαν το έδαφος για την οικονομική ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού χώρου. Σε αυτό το αρχικό στάδιο, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΠΕΕ) χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από εισφορές των κρατών-μελών, επί τη βάσει κλιμακούμενου ΑΕΠ και μιας σειράς άλλων δευτερευόντων κριτηρίων (Downes, Moletti & Nicol, 2017).

Οι δαπάνες κατανέμονταν με ειδικές αποφάσεις των κρατών μελών χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το οικονομικό ενδιαφέρον για τον ΠΕΕ εξαντλούνταν στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της Κοινότητας και σε κάποιες μικρής μορφής δράσεις για το Κοινωνικό και το Γεωργικό Ταμείο (Santos, Neheiber, 2009). Οι ίδιοι οι δημιουργοί της ΕΟΚ θεωρούσαν ότι στην παρούσα φάση, οι εθνικοί προϋπολογισμοί δεν χρειάζονται περαιτέρω ενίσχυση, η οποία θα δρούσε συμπληρωματικά προς την ίδια κατεύθυνση. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ΠΕΕ ως ενιαίος προϋπολογισμός της Κοινότητας προέκυψε το 1967, 10 χρόνια δηλαδή μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, από τη συγχώνευση δύο ξεχωριστών προϋπολογισμών (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017). Ο πρώτος αφορούσε την κάλυψη των δαπανών από την ΕΚΑΕ και ο δεύτερος την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε αυτό το αρχικό στάδιο ο κοινοτικός προϋπολογισμός είχε μάλλον δευτερεύουσα σημασία. Η διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, ενώ η ανάπτυξη άλλων πρωτοβουλιών σε ζητήματα της λεγόμενης υψηλής πολιτικής αποτελούσε μελλοντική μόνο προοπτική και τίποτα παραπάνω (Benedetto, 2017). Για τον λόγο αυτό, επιλέχθηκε η σταδιακή εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε θέματα χαμηλής πολιτικής, όπως η οικονομική ολοκλήρωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ούτε οι ίδιοι οι κοινοτικοί θεσμοί θα μπορούσαν να στηρίξουν μια τέτοια διαδικασία, καθώς δεν είχαν ούτε τα μέσα ούτε την τεχνογνωσία για κάτι τέτοιο. (Treaty amending Budgetary Provisions, 1970).

Παράλληλα, η υψηλή οικονομική ανάπτυξη των 6 ιδρυτικών χωρών και η σχετική τους ομοιογένεια (Fisher, 2013), δηλαδή τα κοινά σημεία της εσωτερικής οικονομικής διάρθρωσής τους, δεν άφηνε το περιθώριο να αναπτυχθούν πολιτικές πρωτοβουλίες σε άλλους τομείς πέραν της οικονομίας. Για παράδειγμα, η ύπαρξη της πολιτικής, της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής δεν είχαν κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα, αφού στο εσωτερικό των ιδρυτικών χωρών (με την εξαίρεση τη Ν. Ιταλία), δεν υπήρχαν σημαντικές αποκλίσεις από άποψη οικονομικής ευημερίας (Benedetto, 2017). Επομένως, η διαδικασία της οικονομικής ολοκλήρωσης δεν χρειαζόταν σημαντικές υποστηρικτικές πολιτικές σε άλλους τομείς. Οι μόνες πολιτικές πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στο πεδίο της περιφερειακής πολιτικής ήταν: η χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) περιοχών με προβλήματα ανεργίας ή δανειοδοτήσεις με ευνοϊκούς όρους από την ΕΚΑΧ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) σε περιοχές με οικονομικά προβλήματα, με επιτόκιο πολύ χαμηλότερο από αυτό που ίσχυε στην αγορά  (Downes, Moletti & Nicol, 2017).

Ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου

H οικονομική αυτονομία των κοινοτήτων και, συνεπώς, η διακοπή της ετήσιας οικονομικής εξάρτησης από τα κράτη μέλη, ήταν πάντα ένας στόχος που επεδίωκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017). Σε αυτό το πνεύμα, το 1965, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε κοινές προτάσεις για τη χρηματοδότηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), των ιδίων πόρων της ΕΟΚ και για επέκταση των εξουσιών του Κοινοβουλίου. Αυτές οι προτάσεις αντιμετώπισαν έντονη αντίθεση από τη Γαλλία, η οποία έβλεπε την ΚΑΠ να εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Στο πλαίσιο της διαφωνίας της, η Γαλλία αποφάσισε το 1965, να ακολουθήσει μια πολιτική «κενής έδρας» στο Συμβούλιο των Υπουργών (Treaty of Brussels, 1967).

Ο μόνος τρόπος επίλυσης αυτής της κρίσης έγινε με την υιοθέτηση του συμβιβασμού του Λουξεμβούργου, το 1966. Αυτός ο συμβιβασμός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια συμφωνία, η οποία θα υποχρέωνε στο μέλλον το Συμβούλιο των Υπουργών να λαμβάνει αποφάσεις ομόφωνα, ακόμη και σε περιπτώσεις, όπου η Συνθήκη προέβλεπε την πλειοψηφία (Treaty amending Budgetary Provisions, 1970).

Την 1η και 2α Δεκεμβρίου 1969, αποδείχθηκε δυνατό να επιτευχθεί μια σημαντική συμφωνία για να ξεπεραστεί το δημοσιονομικό αδιέξοδο, χάρη στην πίεση που ασκούνταν συνεχώς από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, με την υποστήριξη των εθνικών Κοινοβουλίων. Αυτή η συμφωνία οδήγησε στη Συνθήκη του Λουξεμβούργου, της 21ης ​​Απριλίου 1970, τροποποιώντας τη Συνθήκη της Ρώμης και τη συνθήκη για τη συγχώνευση των κοινοτικών οργάνων (The Luxembourg Compromise, 1966). 

Η Συνθήκη για την τροποποίηση της Συνθήκης της Ρώμης ενίσχυσε την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση (Treaty of Luxembourg, 1970). Οι δημοσιονομικές εξουσίες του Κοινοβουλίου ενισχύθηκαν σημαντικά. Σε αυτό το Συμβούλιο, τα κράτη-μέλη έλαβαν επίσης “απόφαση για την αντικατάσταση των χρηματοδοτικών συνεισφορών των κρατών μελών από τους ίδιους πόρους των Κοινοτήτων και επισημαίνονται επίσημα ως ίδιοι οι ίδιοι πόροι της Κοινότητας: τελωνεία, δασμοί και γεωργικές εισφορές, καθώς και ένας τρίτος ίδιος πόρος που περιλαμβάνει ένα ετήσιο προσαρμοσμένο ποσοστό της εναρμονισμένης βάσης ΦΠΑ” (Haug, Lamassoure and Verhofstadt, 2011). Αυτή η απόφαση συνεπαγόταν την κατάργηση των συνεισφορών από τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών και οδηγούσε σε οικονομική αυτονομία για την Κοινότητα. Αυτή η πρώτη απόφαση για τους ίδιους πόρους ήταν επίσης σημαντική ως ένα ζωτικό μέρος του «θεσμικού πλαισίου» της Κοινότητας, καθώς απαιτούσε την έγκριση των κοινοβουλίων όλων των κρατών μελών (Haug, Lamassoure and Verhofstadt, 2011).

Επιπλέον, το Συμβούλιο από κοινού με το Κοινοβούλιο, είναι τα αρμόδια όργανα για την απαλλαγή της Επιτροπής από την ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Στην ίδια Συνθήκη καθιερώνεται η διάκριση μεταξύ υποχρεωτικών δαπανών (ΥΔ) και μη υποχρεωτικών δαπανών (ΜΥΔ) (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017).

Οι διευρύνσεις της Ε.Ε. και οι νέες πρωτοβουλίες για τον Προϋπολογισμό

Η νέα φάση της ευρωπαϊκής πολιτικής χαρακτηρίζεται από μια σειρά σημαντικών γεγονότων. Οι αλλεπάλληλες διευρύνσεις με την ένταξη της Μ. Βρετανίας, της Ιρλανδίας και της Δανίας (1973), της Ελλάδας (1981), της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (1986), άλλαξαν τους συσχετισμούς των δυνάμεων στον ευρωπαϊκό χώρο και έδωσαν ώθηση σε μια σειρά νέων μέτρων και πρωτοβουλιών (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017). Οι νέες χώρες που εντάσσονταν στην Κοινότητα αντιμετώπιζαν σημαντικά οικονομικά προβλήματα διαφορετικού χαρακτήρα. Επομένως, δημιουργήθηκε ένα νέο περιβάλλον στο εσωτερικό της Κοινότητας με έντονες οικονομικές αντιθέσεις και μεγάλη απόκλιση τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Η προώθηση της διαδικασίας της οικονομικής ολοκλήρωσης απαιτούσε την κάλυψη των εν λόγω δυσχερειών. Η επιτυχία αυτής της μεγαλεπήβολης πολιτικής βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ύπαρξη ενός ομογενοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος με μικρές αποκλίσεις. Επομένως, η ανάγκη αναθεώρησης των προτεραιοτήτων του ΠΕΕ ήταν επιβεβλημένη (Benedetto, 2019).

Μια πρώτη πολιτική πρωτοβουλία αποτέλεσε η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Περιφερειακού Ταμείου (ΕΤΠΑ) που στην ουσία εισήγαγε την έννοια της περιφερειακής πολιτικής στην Κοινότητα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020). Στόχος του νέου ταμείου ήταν να συνεισφέρει στη διόρθωση των κύριων ανισορροπιών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Η ανάγκη σύστασης του ΕΤΠΑ κρίθηκε επιβεβλημένη εξαιτίας:

1) της διεθνούς ενεργειακής κρίσης του 1973 που περιόρισε την οικονομική δυνατότητα των κρατών μελών της Κοινότητας να χρηματοδοτήσουν τις φτωχότερες περιφέρειές τους,

2) της ένταξης της Μ. Βρετανίας, της Ιρλανδίας και της Δανίας, 

3) της ανάγκης προώθησης των πολιτικών οικονομικής ολοκλήρωσης (Britannica,2020).

Από την ίδρυσή του το 1975 μέχρι και το 1984, το ΕΤΠΑ είχε μάλλον περιορισμένο ρόλο και στην ουσία απλώς συγχρηματοδοτούσε εθνικές πολιτικές περιφερειακής ανάπτυξης. Το νέο Ταμείο δεν είχε καμία δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλιών και, επομένως, καμία αυτονομία δράσης. Παρόλα αυτά, μετά το 1984, ο ρόλος του διαφοροποιείται σε δύο σημεία: 

1) επιτρέπει πλέον τη χρηματοδότηση τομεακών πολιτικών και όχι μόνο μεμονωμένων έργων, ενώ παράλληλα δίνει τη δυνατότητα ενίσχυσης δράσεων που δεν υπάγονται αυστηρά στην εθνική περιφερειακή πολιτική και

2) εισάγεται η θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης (Λαγός, 2007) των τοπικών οικονομιών της Κοινότητας (Benedetto, 2019).

Το σύστημα των ίδιων πόρων

Το 1970 καθιερώθηκε η χρηματοδότηση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού όχι από τη συμμετοχή των κρατών μελών, αλλά από ένα σύστημα «ιδίων πόρων» της Κοινότητας. Ήταν η πρώτη φορά που ο ΠΕΕ αποκτούσε οικονομική αυτοτέλεια έναντι των εθνικών Κυβερνήσεων. Η καθιέρωση των ιδίων πόρων εντάχθηκε στη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των φεντεραλιστικών δυνάμεων και εκείνων που προτιμούν μια χαλαρή συνομοσπονδία κρατών (European Parliament, 2020). Αποτέλεσε ένα καθοριστικό βήμα στην πορεία της οικονομικής ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού χώρου και μια νίκη των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των εθνικών κρατών. Παράλληλα, το βασικό στοιχείο που διαχωρίζει πλέον την Ένωση από τους Διεθνείς Οργανισμούς (Λιαργκόβας, Παπαγεωργίου, 2017). Η απόφαση για την καθιέρωση της χρηματοδότησης μέσων των ιδίων πόρων εκκινούσε ουσιαστικά τη διαδικασία πολιτικής εμβάθυνσης και σε άλλα πεδία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν τούτοις, η μετάβαση στη νέα εποχή χρηματοδότησης δεν ήταν ρόδινη. Ορισμένα κράτη μέλη (όπως η Μ. Βρετανία) αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την όλη διαδικασία, με αποτέλεσμα η πολιτική των ιδίων πόρων να εφαρμοστεί πλήρως μόλις το 1980. Το μεσοδιάστημα αυτό των δέκα χρόνων, το σύστημα των ιδίων πόρων πραγματοποιήθηκε σταδιακά και πέρα από την αρχική πρόβλεψη που μιλούσε για πλήρη εφαρμογή του μέχρι το 1975. Η ισόρροπη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού μέχρι το 1979 εξασφαλίστηκε από τις μεταβατικές και αποκλιμακωμένες κρατικές συνεισφορές. Με τον όρο «ίδιοι πόροι», με βάση τον ορισμό της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζονται τα «ίδια μέσα χρηματοδότησης, τα οποία είναι ανεξάρτητα των κρατών μελών. Πρόκειται για έσοδα φορολογικού χαρακτήρα, τα οποία προορίζονται άπαξ και δια παντός για την Κοινότητα, με σκοπό τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της, της αποδίδονται δε αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά σχετική απόφαση των οικείων εθνικών αρχών». Οι πόροι αυτοί εισπράττονται από τους κρατικούς προϋπολογισμούς των κρατών μελών και εν συνεχεία, αποδίδονται στην Κοινότητα.  Το σύστημα των ιδίων πόρων, στην αρχική του μορφή, περιλάμβανε τέσσερις κατηγορίες: (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2020)

1) τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, βάσει του κοινού εξωτερικού δασμολογίου της Κοινότητας. Οι δασμοί εισπράττονται από τα κράτη μέλη και εν συνεχεία αποδίδονται στην Ε.Ε., αφού πρώτα παρακρατηθεί από τις εθνικές κυβερνήσεις το 10% ως έξοδα είσπραξης. 

2) τις γεωργικές εισφορές που επιβάλλονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες στο πλαίσιο της εφαρμογής της ΚΑΠ. Πρόκειται στην ουσία για ένα μέτρο προστατευτισμού της γεωργικής παραγωγής της Κοινότητας έναντι του ανταγωνισμού (αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης). 

3) τις εισφορές στην παραγωγή και στα αποθέματα ζάχαρης και ισογλυκόζης που επιβάλλονται στα κράτη μέλη.

4) τις συνεισφορές που αποδίδονται από τα κράτη μέλη ως ποσοστό επί της φορολογητέας βάσης από τον ΦΠΑ. Το ποσοστό αυτό ορίστηκε καταρχάς (1970) στο 1% της προκαθορισμένης φορολογικής βάσης (Santos & Neheider, 2009).

Βιβλιογραφία

Benedetto, G.(2019). “The History of the EU Budget”. European Parliament. Available here.

Benedetto, G. (2017). “Institutions and the route of the European Union’s budget revenue, 1970-2017”. Empirica,44 pp 615-633. Available here. 

Downes, R., Moletti, M. & Nicol, S. (2017). “Budgeting and  performance in the European Union:  A review by the OECD in the context of EU budget focused on results.” OECD. Available here. 

Santos, I. & Neheiber, S. (2009). ”Reframing the EU Budget Decision-Making Process”. Journal of Common Market Studies. vl 49. Available here.  

Treaty amending Budgetary Provisions, 22 April 1970. [Online]. Available here. 

Fisher, M. (2013), “A revealing map of the world’s most and least ethnically diverse countries”. Washinghton Post. Available here.

Λιαργκόβας, Π. & Παπαγεωργίου, Χ. (2017). Το Ευρωπαϊκό Φαινόμενο. Αθήνα: Εκδόσεις Τζιόλα. 

Treaty establishing a single Council and single Commission of the European Communities, 8 April 1967. [Online] . Available here. 

The Luxembourg Compromise, January 1966. [Online]. Available here

Treaty of Luxembourg, 22 April 1970. [Online] European Parliament. Available here.

Haug, J. Lamassoure, A. and Verhofstadt, G.( 2011). “Europe for Growth, for radical change in financing in the EU”. European Parliament. Available here.

Λαγός Δ. (2007) Θεωρίες Περιφερειακής Ανάπτυξης, Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2020. Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Διαθέσιμο εδώ.

Britannica, 2020. European Union. Available here.

European parliament, 2020. The Union’s Revenue. Fact Sheets of the European Union. Available here.

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2020. Τα έσοδα της Ένωσης. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση