Κοινή Κληρονομιά της Ανθρωπότητας: Το καθεστώς του διεθνούς βυθού

του Νίκου Ζίνγκο, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα κράτη, ενόψει της ταχείας τεχνολογικής εξέλιξης, έχουν εντατικοποιήσει τις προσπάθειές τους ως προς την εξερεύνηση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων σε περιοχές που βρίσκονται εκτός της εθνικής τους δικαιοδοσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Διεθνής Βυθός, μία περιοχής που είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν άρχισαν να ανακαλύπτονται στα βάθη των ωκεανών οι λεγόμενοι πολυμεταλλικοί κόνδυλοι (Tanaka Y., 2012, p. 170). Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν παρά μέχρι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν έγινε αντιληπτή η ιδιαίτερη οικονομική σημασία των εν λόγω πλουτοπαραγωγικών πηγών, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν διαπραγματευτικές διαδικασίες για την νομική ρύθμιση του καθεστώτος εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του Διεθνούς Βυθού στο πλαίσιο της γενικότερης αναθεώρησης κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, που έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1970. Έτσι, οδηγηθήκαμε στη σύναψη της Σύμβασης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS), στο άρθρο 136 της οποίας ορίζεται ότι ο Διεθνής Βυθός και οι φυσικοί του πόροι αποτελούν Κοινή Κληρονομιά της Ανθρωπότητας (εφεξής ΚΚΑ). Παρόλα αυτά, η εισαγωγή της ως άνω αρχής προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις. Τα αναπτυσσόμενα κράτη αφενός υποδέχθηκαν με θέρμη την ανακήρυξη του Διεθνούς Βυθού ως Κοινής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, αφετέρου τα ανεπτυγμένα κράτη εξέφρασαν έντονα τις αμφιβολίες τους ως προς αυτήν την εξέλιξη, υποδηλώνοντας με σαφή τρόπο το γενικότερο διαχωρισμό Βορρά-Νότου ως προς τη χάραξη της διεθνούς πολιτικής.

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Η πρώτη αναφορά στην ΚΚΑ συναντάται στην ιστορική δήλωση στην οποία προέβη το 1967 ο εκπρόσωπος της Μάλτας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ Arvid Pardo περί «κατοχύρωσης του χώρου και των πλουτοπαραγωγικών πηγών των θαλάσσιων και ωκεάνιων βυθών πέρα από τα όρια της εθνικής δικαιοδοσίας, ως Κοινής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας» (Τσάλτας Γ., 2010, σελ. 275). Αυτή η δήλωση αποτέλεσε τον προπομπό του ψηφίσματος της ΓΣ του ΟΗΕ 2749 του 1970, βάσει του οποίου υιοθετήθηκε η Παγκόσμια Διακήρυξη των αρχών που διέπουν τους θαλάσσιους και ωκεάνιους βυθούς και του υπεδάφους τους πέρα από τα όρια της εθνικής δικαιοδοσίας, ενώ παράλληλα ώθησε τα κράτη και στην αναθεώρηση του Δικαίου της Θάλασσας, με αποτέλεσμα τη σύναψη της UNCLOS το 1982 και τη συμβατική κατοχύρωση της ΚΚΑ, όπως αναφέρθηκε.

Πέρα από τον Διεθνή Βυθό, όμως, η έννοια της ΚΚΑ εντοπίζεται και στην περίπτωση της Σελήνης και των φυσικών της πόρων, όπως προβλέπεται από τη Σύμβαση των ΗΕ για τη Σελήνη του 1979, σύμφωνα με την οποία «η Σελήνη και οι φυσικοί της πόροι αποτελούν κοινό κτήμα της Ανθρωπότητας, κανένα κράτος δεν μπορεί να τα αποκτήσει και προβλέπεται ειδικό καθεστώς έρευνας και εκμεταλλεύσεως» (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ.232). Βέβαια, πρέπει  να τονιστεί ότι, παρά το γεγονός ότι και η Σελήνη και ο Διεθνής Βυθός αποτελούν ΚΚΑ, το ειδικό νομικό καθεστώς για την διαχείριση των φυσικών τους πόρων διαφέρει και ισχύουν μονάχα κάποιες κοινές αρχές, όπως η χρήση για ειρηνικούς σκοπούς και η προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, σε αυτό το σημείο πρέπει να διασαφηνιστεί ότι δεν αποτελούν ΚΚΑ όλες οι περιοχές που βρίσκονται εκτός εθνικής δικαιοδοσίας. Κάποιες από αυτές, όπως η Ανοιχτή Θάλασσα και το εξωατμοσφαιρικό διάστημα έχουν παγιωθεί ως Πάνδημοι Χώροι ή αλλιώς γνωστοί ως res communis omnium. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι οι χώροι που θεωρούνται res communis είναι ανοιχτοί προς την ελεύθερη εξερεύνηση και εκμετάλλευση από τα κράτη, ενώ οι χώροι που θεωρούνται ΚΚΑ τελούν υπό ένα συγκεκριμένο και αυστηρό νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα όρια και την έκταση της έρευνας και της εκμετάλλευσης (Shaw M. N., 2017, p.385).

Τέλος, είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι υπάρχει πλειάδα απόψεων σχετικά με το νομικό χαρακτήρα της αρχής της ΚΚΑ. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όταν η αρχή εμπεριέχεται σε συμβάσεις είναι νομικά δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα κράτη. Το σημείο, όμως, για το οποίο έχει υπάρξει διχογνωμία στη διεθνή κοινότητα είναι για το αν η αρχή αποτελεί εθιμικό κανόνα ή όχι (Noyes J. E., 2012, p. 454-455). Ο Joyner, ο οποίος αναφέρθηκε στην αρχή της ΚΚΑ σε σχετικό έργο του το 1986, υιοθέτησε μία ψυχροπολεμική-ιμπεριαλιστική προσέγγιση προερχόμενη από τη σχολή σκέψης των ΗΠΑ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η αρχή της ΚΚΑ δεν διαπνέεται από μακροχρόνια κρατική πρακτική και πεποίθηση δικαίου, ώστε να θεωρηθεί εθιμικός κανόνας (Joyner C.C., 1986, p.197-199), ενώ παράλληλα θεωρείται ότι η ενδογενής αοριστία που διακατέχει την έννοια της ΚΚΑ καθιστά δύσκολη την πρακτική της εφαρμογή (Ακριβούλης Δ. Ε., 2012, σελ. 2). Παρόλα αυτά, έχει επικρατήσει η μεταγενέστερη άποψη του Wolfrum περί εθιμικότητας της αρχής της ΚΚΑ, ο οποίος υιοθετεί μία περισσότερο προοδευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι «η αρχή της ΚΚΑ, όσον αφορά τη χρήση των κοινών χώρων, αποτελεί μέρος του διεθνούς εθιμικού δικαίου (…) παρέχοντας (…) νομικές υποχρεώσεις σχετικά με την αξιοποίηση περιοχών πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας» (Wolfrum R., 2009, para. 25). 

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΒΥΘΟΥ

Το μέρος XI της UNCLOS περιλαμβάνει τους ειδικούς κανόνες που διέπουν τον Διεθνή Βυθό (ή αλλιώς την «Περιοχή»), ορίζοντάς τον ως ΚΚΑ στο άρθρο 136. Στα ακόλουθα άρθρα, παρατίθενται οι βασικοί άξονες που αποτελούν τον πυρήνα του καθεστώτος της Περιοχής. Ειδικότερα, αυτοί οι άξονες είναι α) η απαγόρευση άσκησης κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων επί της Περιοχής και των φυσικών της πόρων (άρθρο 137 UNCLOS), β) η χρήση του διεθνούς βυθού για το όφελος της ανθρωπότητας στο σύνολό της (άρθρο 140 UNCLOS), τονίζοντας την ανάγκη για ουσιαστική δικαιοσύνη στον διαμοιρασμό των κερδών και για σεβασμό ως προς τις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών, και γ) η χρήση του αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς (άρθρο 141 UNCLOS), αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε ενδεχόμενο χρήσης ή απειλής χρήσης βίας (Wang C., Chang Y. C., 2020, p.4).

Επιπλέον, η UNCLOS προβλέπει την ύπαρξη ενός αυτόνομου οργανισμού, της Διεθνούς Αρχής του Διεθνούς Βυθού (International Seabed Authority) (εφεξής ISA), για την ανάληψη του έργου της οργάνωσης και του ελέγχου των δραστηριοτήτων στην Περιοχή προς όφελος της ανθρωπότητας (άρθρο 153 UNCLOS). Ο Διεθνής αυτός Οργανισμός ιδρύθηκε το 1994, μετά την θέση της UNCLOS σε ισχύ. Η φύση και οι διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στους κόλπους του ορίζονται στα άρθρα 156-185 (Jaeckel A., Ardron J. A., Gjerde K. M., 2016, p.2). Το άρθρο 156 UNCLOS ορίζει ότι όλα τα συμβαλλόμενα κράτη-μέρη στην UNCLOS είναι ipso facto μέλη της ISA, με αυτή σήμερα να αριθμεί 168 μέλη. Όσον αφορά τη σύνθεσή της, τα κύρια όργανά της είναι η Συνέλευση, η οποία είναι υπεύθυνη για τη χάραξη της γενικής πολιτικής σχετικά με τα προγράμματα που αναλαμβάνει να εκπονήσει η ISA, το Συμβούλιο, που αποτελεί το εκτελεστικό όργανο και διαθέτει αποφασιστική αρμοδιότητα για την εφαρμογή των προγραμμάτων (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ.340), και η Γραμματεία, που συνιστά το διοικητικό όργανο (International Seabed Authority). Σχετικά με τη δικαιοδοσία της, η UNCLOS τονίζει ότι αυτή περιορίζεται μονάχα στο Διεθνή Βυθό και ότι οι λειτουργίες της είναι μόνο όσες προβλέπει η Σύμβαση (άρθρο 57 UNCLOS), ενώ παράλληλα της παραχωρούνται κάποιες νομοθετικές αρμοδιότητες για θέματα όπως η θαλάσσια επιστημονική έρευνα, η μεταφορά της τεχνολογίας, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής (άρθρα 143-146 UNCLOS). Επιπρόσθετα, υπεύθυνη για την καθαυτή εκπόνηση δραστηριοτήτων στην Περιοχή ορίζεται στο άρθρο 153 UNCLOS η Επιχείρηση, η οποία αποτελεί το επιχειρησιακό όργανο της ISA. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται και η δυνατότητα διεξαγωγής δραστηριοτήτων από ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη, κρατικές επιχειρήσεις ή ιδιώτες που φέρουν την εθνικότητα κράτους-μέλους, αφότου έχει προηγηθεί υποβολή σχετικού αιτήματος στην ISA (Shaw M. N., 2017, p.456), εγκαθιδρύοντας συνεπώς το λεγόμενο παράλληλο σύστημα, που ουσιαστικά αποτελεί απότοκο ενός συμβιβασμού, στον οποίο κατέληξαν διάφορες ομάδες συμφερόντων κατά τη διαμόρφωση της Σύμβασης (Tanaka Y., 2012, p. 177).

Κατά την περίοδο 1982-1994, ξεκίνησαν διαδικασίες για την τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του Μέρους XI UNCLOS, ύστερα από διάφορες αντιρρήσεις που είχαν τα βιομηχανικά κράτη, με πρωτοστάτη τις ΗΠΑ (η οποία καταψήφισε την UNCLOS), ως προς το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ.337). Αυτές οι διαδικασίες κατέληξαν στην συμπλήρωση της UNCLOS από τη Συμφωνία της Νέας Υόρκης του 1994 περί εφαρμογής του μέρους XI της Σύμβασης (Implementation Agreement 1994). Οι κυριότερες αλλαγές που επιφέρει η Συμφωνία αφορούν κυρίως σε ζητήματα οικονομικής φύσεως και χρηματοδότησης. Ειδικότερα, απαλλάσσει τα συμβαλλόμενα κράτη από την υποχρέωση της οικονομικής συνεισφοράς σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της Επιχείρησης στην Περιοχή, της καταβολής πληρωμής σχετικά με τα συμβόλαια εκπόνησης δραστηριοτήτων στην περιοχή, της μεταφοράς της τεχνολογίας, καθώς και της οικονομικής αρωγής προς τα αναπτυσσόμενα κράτη των οποίων οι εξαγωγές πλήττονται από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του Βυθού (Tanaka Y., 2012, p. 179-181). Τέλος, η Συμφωνία εισάγει και αλλαγές ως προς τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς πλέον προβλέπεται το δικαίωμα αρνησικυρίας στο πλαίσιο του Συμβουλίου της ISA (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ. 340).

Γενικότερα, θεωρήθηκε ότι η Συμφωνία του 1994 δεν συμπληρώνει, αλλά μάλλον αποδυναμώνει τις διατάξεις του μέρους XI UNCLOS, καθώς τα ανεπτυγμένα κράτη αναλαμβάνουν λιγότερες υποχρεώσεις σε επίπεδο χρηματοδότησης, ενώ παράλληλα η Συμφωνία φαίνεται να αφήνει ασαφές το ζήτημα της δίκαιης κατανομής των ωφελημάτων, αφήνοντάς το να διευθετηθεί στο μέλλον στο πλαίσιο της ISA (Jaeckel A., Ardron J. A., Gjerde K. M., 2016, p.2). Παρόλα αυτά, τα γενικότερα και κυριότερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το καθεστώς του Διεθνούς Βυθού, όπως η απαγόρευση οικειοποίησης της Περιοχής και των πόρων της, η χρήση για ειρηνικούς σκοπούς και ο διαμοιρασμός των κερδών σε όλη την ανθρωπότητα, έμειναν άθικτα (Tanaka Y., 2012, p. 182).

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΕΠΤΥΓΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

Η πόλωση μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων κρατών σχετικά με τη στάση τους απέναντι στην αρχή της ΚΚΑ και το νομικό καθεστώς του Διεθνούς Βυθού αντανακλά τη γενικότερη διαφορά που υφίσταται ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες κρατών σχετικά με τον ρόλο τους στη διεθνή κοινότητα. Οι αναπτυγμένες χώρες διαθέτουν ισχυρή οικονομία και βιομηχανία, ενώ οι αναπτυσσόμενες χαρακτηρίζονται από οικονομική και κοινωνική υπανάπτυξη. Παρεπόμενα, η συγκεκριμένη διαφορά συνεπάγεται και εκ διαμέτρου αντίθετες επιδιώξεις σε διάφορους τομείς της διεθνούς σκηνής, όπως στον τομέα της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του βυθού.

Ξεκινώντας από τα αναπτυγμένα κράτη, σημείο τομή συνιστά η περίφημη διακήρυξη Τρούμαν στην οποία προέβησαν οι ΗΠΑ, το 1945, και με την οποία υπερασπίζονται το δικαίωμα τους να καρπωθούν τα οφέλη των φυσικών πόρων του βυθού πέρα από την Αιγιαλίτιδα Ζώνη τους (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ. 317). Αυτή η δήλωση αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα κράτη, τα οποία προχώρησαν σε παρόμοιες Διακηρύξεις. Όλες αυτές οι Διακηρύξεις αποτέλεσαν τη δικαιολογητική βάση της αποδεκτής -πλέον- επέκτασης της υφαλοκρηπίδας (που καταλαμβάνει το έδαφος και το υπέδαφος) πέραν των συμβατικά κατοχυρωμένων 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσεις. Επιπλέον, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αξιοσημείωτη είναι και η συμβατική κατοχύρωση του κριτηρίου της τεχνολογικής δυνατότητας για την οριοθέτηση του εξωτερικού ορίου της υφαλοκρηπίδας στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 περί υφαλοκρηπίδας, η οποία φυσικά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ανεπτυγμένων κρατών που διέθεταν την κατάλληλη τεχνολογία.

Η εισαγωγή της αρχής της ΚΚΑ στο Δίκαιο της Θάλασσας και η σύνδεσή της με το νομικό καθεστώς του Διεθνούς Βυθού στο πλαίσιο της UNCLOS προκάλεσε έντονη καχυποψία στα αναπτυγμένα κράτη, καθώς θεωρούσαν ότι το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο δεν συμβαδίζει με τα συμφέροντά τους, δίνει υπερβολικά πολλά πλεονεκτήματα στα κατά πολύ περισσότερα αναπτυσσόμενα κράτη, και υποστήριζαν ότι «η όλη αντιμετώπιση του θέματος του Διεθνούς Βυθού παρουσίαζε χαρακτηριστικά μονοπωλιακού σχήματος και ήταν αντίθετη προς τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού» (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ. 337). Το αποτέλεσμα ήταν η καταψήφιση της UNCLOS από τις ΗΠΑ, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η αντίδραση των αναπτυγμένων κρατών οδήγησε στη Συμφωνία της Νέας Υόρκης του 1994, η οποία περιείχε ρυθμίσεις περισσότερο ευνοϊκές για αυτές τις χώρες.

Από την άλλη μεριά, συναντάμε τα αναπτυσσόμενα κράτη, τα οποία επιδοκίμασαν τον καθορισμό του Διεθνούς Βυθού ως ΚΚΑ. Η συντριπτική πλειονότητα των αναπτυσσόμενων κρατών προέρχεται από τα μαζικά κύματα αποαποικιοποίησης των δεκαετιών 1950 και 1960, με αυτό να συνεπάγεται την μεγάλης κλίμακας ανακατανομή της διεθνούς κοινότητας και την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος ως ένα βαθμό. Τα νεοϊδρυθέντα αυτά κράτη, τα οποία πλέον αποτελούσαν την πλειοψηφία, υποστήριζαν ότι αδικούνται από την μη συμμετοχή τους στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών των θαλάσσιων βυθών. Επιπλέον, το Διεθνές Δίκαιο, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί εθιμικά και συμβατικά μέχρι τότε, εξέφραζε κυρίως τις επιθυμίες των βιομηχανικά αναπτυγμένων κρατών, δίνοντας την εντύπωση στα αναπτυσσόμενα κράτη ότι το υπάρχον διεθνές νομικό σύστημα δεν λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες τους, αλλά, αντίθετα, τα αποτρέπει από το να διαθέτουν τον έλεγχο ακόμα και δικών τους φυσικών πόρων (Crawford J., 2012, p.333). Αυτή η πραγματικότητα οδήγησε τα αναπτυσσόμενα κράτη στην προσπάθεια εγκαθίδρυσης μίας νέας παγκόσμιας οικονομικής τάξης που θα βασιζόταν στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, καθώς και στην πολιτική ομαδοποίηση τους το 1964 υπό την Ομάδα 77, σκοπός της οποίας θα ήταν η προώθηση των συμφερόντων τους σχετικά με το εμπόριο και την ανάπτυξη, και η προοδευτική ανάπτυξη του Διεθνούς Δικαίου. (Τσάλτας Γ., 2010, σελ. 149).

Η εμφάνιση της ΚΚΑ στο Δίκαιο της Θάλασσας θεωρείται ως μία νίκη για τα αναπτυσσόμενα κράτη, καθώς η ΚΚΑ συνιστά τον κύριο εκφραστή των διεκδικήσεων των αναπτυσσόμενων κρατών τόσο σε επίπεδο διεθνούς δικαίου όσο και σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής. Μέσω, λοιπόν, της κοινής διαχείρισης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της Περιοχής, τα αναπτυσσόμενα κράτη επιζητούν την ισότιμη συμμετοχή τους, καθώς και το να μην οδηγήσει η συγκεκριμένη εκμετάλλευση στην κατάρρευση των τιμών παρόμοιων ορυκτών που βρίσκονται στο χερσαίο έδαφος τους (Ρούκουνας Ε., 2015, σελ. 338).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

H ΚΚΑ αποτελεί μία βαρυσήμαντη αρχή που προσδίδει μία νέα διάσταση στο Διεθνές Δίκαιο. Η εισαγωγή της στο Δίκαιο της Θάλασσας, η συμβατική της αποτύπωση στην UNCLOS και η καθιέρωση της ως εθιμικού πλέον κανόνα συμβάλλουν στην προοδευτική ανάπτυξη του Διεθνούς Δικαίου, καθώς δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ανθρωπότητα, η οποία καθίσταται ως αποδέκτης των ωφελημάτων που απορρέουν από το καθεστώς εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του Διεθνούς Βυθού, προχωρώντας από τη διάσταση της ατομικότητας στη διάσταση της συνολικότητας. Επιπρόσθετα, το εν λόγω καθεστώς είναι ιδιαίτερα καινοτόμο, αφού εισάγει ένα ιδιαίτερο πλέγμα κανόνων, όπως το παράλληλο σύστημα και τη μεταφορά της τεχνολογίας. Όμως, παρ’ όλο που η ΚΚΑ είναι γενικότερα αποδεκτή ως η ύψιστη αρχή που διέπει το Διεθνή Βυθό, οι τροποποιήσεις που επήλθαν στον απόηχο της υιοθέτησης της Συμφωνίας του 1994 για την εφαρμογή του μέρους XI και η διάσταση Βορρά-Νότου καθιστούν ως ένα βαθμό αβέβαιο τον τρόπο διεκπεραίωσης του καθεστώτος αξιοποίησης των πόρων του Διεθνούς Βυθού. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Ακριβούλης Δ. Ε. (2012). ‘Η ειρωνεία των παγκόσμιων κοινών: Η κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας στην UNCLOS’, Περράκης, Σ. (επιμ) Διεθνολογικές Επικαιρότητες και Ελλάδα: Δίκαιο Θάλασσας και Δικαστικές Ασυλίες σε Κίνηση. Πρακτικά του Ετήσιου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων. Διαθέσιμο εδώ.

[2] Ρούκουνας Ε. (2015). Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2η Έκδοση.

[3] Τσάλτας Γ. (2010). Αναπτυξιακό Φαινόμενο και Τρίτος Κόσμος, ΑΘήνα: Παπαζήση.

 ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Crawford, J. (2012). Brownlie’s principles of Public International Law, Oxford, 8th Edition.

[2] Jaeckel A., Ardron J. A., Gjerde K. M. (2016). “Sharing benefits of the common heritage of mankind – Is the deep seabed mining regime ready?”, Marine Policy, Vol. 70, pp. 198-204. Available here.

[3] Joyner C. C., (1986). “Legal Obligations of the Concept of the Common Heritage of Mankind”, The International and Comparative Law Quarterly, Vol. 35, Issue 1, p. 190-199. Available here.

[4] Noyes J. E. (2012). “ The Common Heritage of Mankind: Past, Present and Future”, University of Denver Sturm College: Denver Journal of International Law and Policy, 40th Edition, Vol. 40, Issue 1, Article 24, p. 447-471. Available here.

[5] Shaw, M.N. (2017). International Law, Cambridge: Cambridge University Press, 7th Edition.

[6] Tanaka Y., (2012). The International Law of the Sea, Cambridge: Cambridge University Press. Available here.

[7] Wang C., Chang Y. C., (2020). “A new interpretation of the common heritage of mankind in the context of the international law of the sea”, Ocean and Coastal Management, Vol. 191. Available here.

[8] Wolfrum R., (2009). “ The Common Heritage of Mankind”, in: Max Planck Encyclopedia of Public International Law, Oxford: Oxford University Press.

ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ

[1] Agreement Governing the Activities of States on the Moon and other Celestial Bodies (Moon Agreement). Available here.

[2] Agreement relating to the Implementation of Part XI of the United Nations Convention of the Law of the Sea 1994. Available here.

[3] Declaration of Principles Governing the Seabed and the Ocean Floor, and the Subsoil Thereof, beyond the Limits of National Jurisdiction. Available here.

[4] United Nations Convention on the Continental Shelf 1958. Available here.

[5] United Nations Convention on the Law of the Sea 1982. Available here.

 ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

https://www.isa.org.jm/


Απάντηση