Η περιβαλλοντική πολιτική της Ελλάδας και το παράδειγμα της Σουηδίας

της Παναγιώτας Πασσάκου, Ερευνήτριας της Ομάδας Περιβάλλοντος & Ενέργειας

Εισαγωγή 

Η Ελλάδα έχει “κατηγορηθεί” ουκ ολίγες φορές για τη μη επίτευξη παγκόσμιων, αλλά και ενωσιακών στόχων σχετικά με τη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος. Παρά τη συμμετοχή της σε όλες σχεδόν τις προσπάθειες που γίνονται για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, με πιο πρόσφατη την επικύρωση της Συμφωνίας των Παρισίων για το κλίμα (2016), η χώρα παρουσιάζει αρνητικές περιβαλλοντικές επιδόσεις και δυσχέρειες στην εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων για μια πράσινη ανάπτυξη. Στην παρούσα ανάλυση, θα εξεταστεί η κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στη χώρα, αλλά και το αν και κατά πόσο κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση μετά και από την εξαγγελία του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (11/2019), αντιπαραβάλλοντας τις ελληνικές δράσεις με τα βήματα μιας χώρας-πρότυπο, όπως η Σουηδία.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα

Η Ελλάδα φέρεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη διαχείριση των απορριμμάτων και του νερού, καθώς και στην αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Αν και η παραγωγή αστικών αποβλήτων έχει παραμείνει στο ίδιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια, είναι ελαφρώς άνω του μέσου όρου της Ε.Ε. Παράλληλα, ο ρυθμός υγειονομικής ταφής μπορεί να έχει μειωθεί, όμως η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει το 80% των αστικών αποβλήτων της σε τέτοιους χώρους (έναντι του μέσου όρου 24% της Ε.Ε.). Ταυτόχρονα, μόνο το 19% αυτών ανακυκλώνεται, τη στιγμή που ο μέσος όρος της Ένωσης είναι 46% και ο στόχος για το 2020 ήταν τουλάχιστον 50% (Commission, 2019). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακύκλωση ως ποσοστό έχει αυξηθεί ελαφρώς με την πάροδο των χρόνων. Το 2012, ψηφίσθηκε νόμος για φορολόγηση των χώρων υγειονομικής ταφής, προκειμένου να πάψουν να αποτελούν μια φθηνή και εύκολη λύση εναπόθεσης αποβλήτων και να προωθηθεί με αυτό το τρόπο η ανακύκλωση. Ωστόσο, δεν τέθηκε ποτέ ουσιαστικά σε ισχύ (είχε αναβληθεί για το 2019 το νωρίτερο). Την ίδια στιγμή, καταρτίστηκαν σχέδια για ένα σύστημα pay as-you-throw (PAYT) για την ενθάρρυνση των ανθρώπων να διαχωρίζουν τα σκουπίδια τους, με σκοπό την ξεχωριστή διαλογή. Βέβαια, ούτε αυτά εφαρμόστηκαν, αλλά με το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ανακύκλωση που τέθηκε σε διαβούλευση, φαίνεται πως υπάρχει η διάθεση και ο σχεδιασμός να τεθούν  σε ισχύ. Σίγουρα, η αύξηση των φόρων υγειονομικής ταφής θα έδινε κίνητρο στην ανάπτυξη υποδομών και συστημάτων για χωριστή συλλογή και θα εξυπηρετούσε τη σταδιακή κατάργηση της ταφής ανακυκλώσιμων, ανακτήσιμων και οργανικών/βιοαποδομήσιμων αποβλήτων (Commission, 2019).

Μεγάλο ζήτημα αποτελούν, επίσης, εδώ και πολλά χρόνια οι παράνομες χωματερές της χώρας.  Παρότι τελευταία έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, η εξάλειψή τους θεωρείται ότι θα επέλθει μόνο με τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών από την πλευρά του κράτους, το οποίο καλείται να δημιουργήσει και ένα επαρκές δίκτυο διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων που αρκετές φορές κατέληγαν στα ανεξέλεγκτα αυτά μέρη. Θετικό βήμα αποτελεί πάντως η αναγωγή σε βασικό στόχο της ξεχωριστής συλλογής των βιολογικών αποβλήτων στα τοπικά/δημοτικά σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, τα οποία έχουν ήδη ενσωματωθεί στα περιφερειακά σχέδια, καθώς και η αξιοποίηση μια σημαντικής ποσότητας ευρωπαϊκών κονδυλίων σε μέτρα διαχείρισης αποβλήτων και σε υποδομές/ολοκληρωμένες εγκαταστάσεις επεξεργασίας τους (Commission, 2019). Η βελτίωση και επέκταση της χωριστής συλλογής αποβλήτων, από κοινού με τον καθορισμό ελάχιστου ορίου χωριστής συλλογής στους δήμους, μπορεί να διασφαλίσει υψηλά ποσοστά ανακυκλώσιμων αποβλήτων, προστατεύοντας έτσι τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Όσον αφορά τη διαχείριση των υδάτων, η χώρα μας φέρεται να χρησιμοποιεί αλόγιστα το νερό, ειδικά για αρδευτικούς σκοπούς, με ελάχιστο έως και μηδαμινό έλεγχο. Η ένταση με την οποία λαμβάνει χώρα η υπέρμετρη αυτή άντληση σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή και την άνοδο της θερμοκρασίας που επιφέρει, δύναται τα επόμενα χρόνια να οδηγήσουν σε λειψυδρία Μάλιστα, ως μεσογειακή χώρα, με πληθώρα νησιών, καθίσταται ακόμα πιο ευάλωτη έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, κυρίως στην αναμενόμενη αύξηση της στάθμης της θάλασσας, αλλά και στη μείωση των βροχοπτώσεων, με επακόλουθο την έλλειψη γλυκού νερού. Η χώρα καλείται άμεσα να λάβει μέτρα για τη μείωση της ρύπανσης και κυρίως της κατάχρησης υδάτων με συγκεκριμένες στρατηγικές για τους τομείς της γεωργίας και του τουρισμού, αλλά και να ενθαρρύνει την αποταμίευση νερού μέσα από γεωργικά-περιβαλλοντικά μέτρα. Στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού της μόλυνσης των υδάτων, οφείλει να βελτιώσει την επεξεργασία των αστικών λυμάτων και να τη συμμορφωυεί με τις απαιτήσεις της Ε.Ε. (OECD, 2020)

Παρότι σε γενικές γραμμές οι εκπομπές και συγκεντρώσεις των κυριότερων ατμοσφαιρικών ρύπων έχουν μειωθεί και η χώρα βαίνει σε καλό δρόμο για την τήρηση των δεσμεύσεών της σχετικά με τη μείωση των εκπομπών  για την περίοδο 2020-2030, η καταγεγραμμένη ατμοσφαιρική ρύπανση στις αστικές περιοχές συνεχίζει να είναι υψηλή και να υπερβαίνει τα τιθέμενα από την ενωσιακή νομοθεσία όρια  (OECD, 2020). Αν και ήδη από τη δεκαετία του ‘80 είχε αναγνωριστεί ως μία από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές προκλήσεις και είχαν ληφθεί τα πρώτα μέτρα από το 1982 για την αντιμετώπιση του νέφους της πρωτεύουσας, το φαινόμενο αυτό συνέχισε να εμφανίζεται σε μέρες με λίγο αέρα και έντονο ήλιο, ενώ εξαπλώθηκε και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και το Ηράκλειο (Pridham,et al, 1995). Όσα μέτρα λαμβάνονται τείνουν να έχουν βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, με τη χώρα να εξακολουθεί να μην διαθέτει ένα εθνικό πρόγραμμα ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με σοβαρότατες συνέπειες για τη δημόσια υγεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Επίσης, η φορολογική επιβάρυνση της ενέργειας και των καυσίμων δεν αντανακλά την κλιματική επιβάρυνση που προκαλεί η χρήση τους. Αν και η τιμή της βενζίνης είναι μεταξύ των υψηλότερων ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, δεν ισχύει το ίδιο για το πετρέλαιο που είναι συρκτιτικά περισσότερο ρυπογόνο, γεγονός που δημιουργεί αντικρουόμενα αποτελέσματα και δεν συμβάλλει σίγουρα στη μείωση της ρύπανσης της ατμόσφαιρας. Τέλος, ο στόλος οχημάτων της χώρας είναι από τους γηραιότερους στην Ευρώπη και, ιδιαίτερα στα χρόνια της κρίσης, τα μειωμένα τέλη κυκλοφορίας για παλαιότερα Ι.Χ. αποτέλεσαν αντικίνητρα στην ενθάρρυνση απόκτησης νέων οχημάτων με χαμηλότερες εκπομπές CO2 (OECD, 2020).  Σήμερα, ωστόσο, η παροχή των κατάλληλων κινήτρων από την πλευρά του κράτους, οδήγησε τα νεοαποκτηθέντα οχήματα να βρίσκονται μεταξύ των πιο φιλικών προς το περιβάλλον στην Ε.Ε. (Commission, 2019).

Η πρόοδος της Ελλάδας σε σχέση με τις ΑΠΕ

Από την άλλη, σημαντικά βήματα προόδου φαίνεται να σημειώνει η χώρα στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Είναι προφανές ότι η Ελλάδα είναι ένα κράτος με ισχυρό πλεονέκτημα στη χρήση ΑΠΕ χάρη στο κλίμα που διαθέτει, ιδιαίτερα όσον αφορά την αξιοποίηση του αέρα και του ήλιου στην παραγωγή ενέργειας. Βασιζόμενη στην κατασκευή κυρίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, πέτυχε σημαντική ανάπτυξη των ΑΠΕ, η οποία για το 2018 αντιστοιχούσε στο 13% της συνολικής παραγωγής πρωτογενούς ενέργειας και στο 31% της ηλεκτροπαραγωγικής (Commission, 2019). Η σταδιακή μετάβαση του ενεργειακού συστήματος σε ένα χαμηλότερων εκπομπών και η μειωμένη δραστηριότητα λόγω της οικονομικής κρίσης συνέβαλαν στη μείωση των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από το 2016 και έπειτα (NCSD-EKPAA, 2018). Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε, η χώρα παραμένει εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα. Η παρούσα Κυβέρνηση, όμως, έχει ανακοινώσει ένα σχέδιο για την απολιγνιτοποίηση της χώρας μέχρι το 2028 και τη δημιουργία μιας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας μέχρι το 2050. Οι στόχοι αυτοί βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα ως κράτος-μέλος της Ε.Ε., η οποία στα πλαίσια της Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή (2016) έχει θέσει τους φιλόδοξους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 20% έως το 2020 και κατά τουλάχιστον 40% έως το 2030 (σε σύγκριση με το 1990), ενώ ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι να μειώσει τις εκπομπές της κατά 80-95% έως το 2050 (Ενέργειας, 2019). Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Ελλάδα φέρεται να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά χρειάζεται ενδεχομένως να δοθεί έμφαση και στην προώθηση των οικολογικών καινοτομιών που θα ενισχύσει την προσπάθεια προς μια πιο πράσινη οικονομία και ανάπτυξη. 

Η πρωτοπόρος Σουηδία, οι στόχοι και οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Σουηδία που κατατάσσεται τέταρτη στην Ε.Ε. με βάση το δείκτη οικολογικής καινοτομίας, έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι είναι δυνατόν να συνδυαστεί η οικονομική ανάπτυξη με μειωμένο αποτύπωμα άνθρακα. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) μειώνονται συνεχώς με την πάροδο των ετών και η χώρα είναι ο ηγέτης των 27 της Ένωσης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ακαθάριστη τελική χρήση ενέργειας, καθώς και το πρώτο κράτος-μέλος που θα πετύχει τους στόχους για τις ΑΠΕ για το 2020 που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, οκτώ χρόνια νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα. Η οικολογική καινοτομία αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής στρατηγικής και περιβαλλοντικής πολιτικής της Σουηδίας, με τη χώρα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών σε τομείς, όπως η βιοενέργεια, τα έξυπνα δίκτυα (smart grids), ο βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων, τα απόβλητα και η ανακύκλωση, οι τεχνολογίες πράσινων οχημάτων, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η ενέργεια των ωκεανών και η ηλιακή ενέργεια (Commission, 2019). 

Είναι, επίσης, εντυπωσιακό ότι διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο που ορίζει ως γενικό στόχο την επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στο διάστημα μιας γενιάς (έως το 2025), τις βασικές αξίες που θα ακολουθηθούν και τις στρατηγικές για να επιτευχθούν, ήδη από το 2001, γνωστό ως NEOs (Emmelin & Aleh Cherp, 2015). Σήμερα, έχει κατορθώσει λιγότερο από το 1% των αστικών αποβλήτων της να απορρίπτονται σε χωματερές, βασιζόμενη σε ένα συνδυασμό φόρων και απαγορεύσεων υγειονομικής ταφής, προγραμμάτων ευθύνης παραγωγού (1994), κομποστοποίησης (2002), ανακύκλωσης υλικών και αποτέφρωσης με ανάκτηση ενέργειας. Η υλική παραγωγικότητα της οικονομίας της Σουηδίας (οικονομική παραγωγή ανά μονάδα χρησιμοποιούμενου υλικού) έχει βελτιωθεί μάλιστα, εν μέρει μέσω μιας αποτελεσματικής πολιτικής διαχείρισης αποβλήτων (OECD,2014).

Ο νέος μακροπρόθεσμος στόχος της χώρας έγκειται στο να μην έχει καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2045. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, τον Ιούλιο του 2020, η Κυβέρνηση υιοθέτησε μια εθνική στρατηγική για μια κυκλική οικονομία και μια πιο βιώσιμη σουηδική κοινωνία, με απώτερο σκοπό να γίνει το πρώτο κράτος χωρίς ορυκτά καύσιμα στον κόσμο. Φυσικά, και εκείνη αντιμετωπίζει προκλήσεις τις οποίες καλείται να διαχειριστεί  με κύριο περιβαλλοντικό ζήτημα τη ρύπανση της Βαλτικής θάλασσας από γεωργικές πηγές και εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων. Η απώλεια βιοποικιλότητας είναι ακόμα μια επίμονη πρόκληση για τη Σουηδία παρά τις αυξημένες δασικές εκτάσεις. Σύμφωνα με τη Σουηδική Κοινωνία για τη διατήρηση της φύσης (Swedish Society for Nature Conservation), τα αρχαία και παρθένα δάση εξαφανίζονται και  αντικαθίστανται με φυτείες μονοκαλλιέργειας. Αυτό έχει μεγάλο αντίκτυπο στη βιοποικιλότητα, απειλώντας ακόμη και με εξαφάνιση ορισμένα είδη (Commission, 2019). Η μέχρι τώρα επιτυχημένη αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων δημιουργεί μία αισιοδοξία σχετικά με την επίλυση και των μελλοντικών ζητημάτων.

Επίλογος

Πρωτοπορώντας σε όλους αυτούς τομείς, η Σουηδία αποδεικνύει τη σημαντικότητα ανάπτυξης οικολογικών καινοτομιών και δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί υπόδειγμα για χώρες όπως η Ελλάδα που αναζητούν τα σωστά βήματα προς την πράσινη ανάπτυξη. Η Ελλάδα σίγουρα σήμερα βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν και οι στόχοι που τέθηκαν με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα μοιάζουν να προσπαθούν να δώσουν λύση σε αρκετά σύγχρονα περιβαλλοντικά προβλήματα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι αντίστοιχες προσπάθειες έχουν γίνει και κατά το παρελθόν με μετριοπαθή αποτελέσματα. Η χώρα χρειάζεται άμεσες και ορθές λύσεις για να μπορέσει να άρει τις καταστροφικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. 

Βιβλιογραφία/Αρθρογραφία

Commission, E., 2019. Eco-innovation in Sweden. [Ηλεκτρονικό]. Available here.

Commission, E., 2019. The Environmental implementation review GREECE. [Ηλεκτρονικό]. Available here.

Emmelin, L. & Aleh Cherp, 2015. National environmental objectives in Sweden: a critical reflection. [Ηλεκτρονικό]. Available here.

OECD, 2020. OECD Environmental Performance Reviews: Greece 2020. [Ηλεκτρονικό]. Available here.

Plimakis, S., Ioannis Manolis & Nikos Papadakis, 2018 . Why Greece Does (Not) Comply with EU Environmental Acquis: The Case of. International Journal of Business and Social Science, Issue Vol. 9.

Ενέργειας, Y. Π. κ., 2019. Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). [Ηλεκτρονικό]. Available here.

OECD. (2014). Sweden Environmental Performance Review- Highlights. scribd. [Ηλεκτρονικό].. Available here.

National Centre for the Environment and Sustainable Development (NCSD – EKPAA),2018. The State of the Environment Report (SoER) for Greece for 2018. [Ηλεκτρονικό] Available here.


Pridham, G., Susannah Verney & Dimitrios Konstadakopulos, 1995. Environmental policy in Greece: Evolution, structures and process. Environmental Politics, pp. 244-270.


Απάντηση