Το Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου

της Κωνσταντίνας Μαύρου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Πριν την ανάλυση του νέου μεταναστευτικού συμφώνου, σκόπιμη κρίνεται η οριοθέτηση της έννοιας της “μετανάστευσης”. Ως μετανάστευση θεωρείται η μεταβολή του τόπου εγκατάστασης ενός ατόμου ή ενός κοινωνικού συνόλου και διακρίνεται σε α) εσωτερική ή εξωτερική ανάλογα με τον τόπο, β) εκούσια ή ακούσια, με βάση την πρόθεση, γ) προσωρινή ή μόνιμη σε σχέση με τον χρόνο διαμονής και δ) σε ηπειρωτική ή υπερπόντια με το κατά πόσο παρεμβάλλεται η θάλασσα ή όχι. Κύρια αίτιά της είναι τόσο η έλξη μιας χώρας εν συγκρίσει με μία άλλη, όσο και διάφοροι κοινωνικοπολιτικοί, οικονομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. 

Κατ’ ουσίαν, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας εξέλιξης. Κοιτώντας πίσω, στις πρώτες μετακινήσεις των φύλων, την εύρεση της Αμερικής έως και σήμερα, παρατηρούμε την θετική πλευρά αυτής. Συγκεκριμενοποιώντας το θέμα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με παρονομαστή την αλληλεγγύη και την συνοχή μεταξύ των κρατών-μελών, έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες “ανοιχτών συνόρων”, όπως με την Συνθήκη Σένγκεν, την κυκλοφορία στο χώρο της γηραιάς ηπείρου με τη χρήση μόνο ταυτοτήτων, ακόμη και με τα φοιτητικά προγράμματα τύπου Erasmus. Στον αντίποδα, όμως, η μετανάστευση δεν έχει μόνο θετικό πρόσημο και δεν αφορά αποκλειστικά την μετακίνηση μεταξύ των πολιτών της Ε.Ε. Η γεωγραφική θέση της, ανάμεσα σε 4 θάλασσες, 2 ωκεανούς και 3 ηπείρους, χρησιμεύει ως δίαυλος για την εν γένει μετακίνηση ανά τον κόσμο. Το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι η πλειονότητα των μεταναστών/προσφύγων συσσωρεύεται κυρίως στα λεγόμενα “κράτη υποδοχής”, τα οποία πρόδηλα αδυνατούν να στηρίξουν οικονομικά και λόγω έλλειψης υποδομών, τον νεο-εισαχθέντα πληθυσμό. Αρκεί μια παρατήρηση στα έτη 2015-2016, δηλαδή στη μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση του 21ου  αιώνα, με περίπου 2 εκατομμύριο μετακινήσεις προς την Ευρώπη. Οι περισσότερες εξ αυτών πραγματοποιήθηκαν μέσω υδάτων, καθιστώντας τα παράκτια κράτη τα πλέον ευάλωτα, την ίδια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία «κατέρρεε».

Σηματοδοτώντας μια νέα αρχή, ορίστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 2020 το Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, αποσκοπώντας στην στήριξη των περισσότερων εκτεθειμένων χωρών, κατά την διακριτική ευχέρεια των υπολοίπων κρατών-μελών όσον αφορά στον τρόπο και στα μέσα της αρωγής, όχι, όμως, την αρωγή αυτή καθ’ αυτή, που είναι υποχρεωτική. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αναλογική ισορροπία των ευθυνών, με διαρθρωτική παρέμβαση της Επιτροπής σε περιπτώσεις μη παροχής της αναγκαίας βοήθειας. Μάλιστα, έχει θεσμοθετηθεί και συγκεκριμένος “Μηχανισμός Στήριξης”, ο οποίος ενεργοποιείται υπό την προϋπόθεση συνδρομής τριών περιπτώσεων: της πίεσης ή της απειλής πίεσης αυξημένων ροών, της γενικότερης κρίσης και στο τομέα των θαλάσσιων διασώσεων. Ωστόσο, και το ίδιο το κράτος, που βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση δύναται να καταθέσει αίτημα αναγκαιότητας στήριξης για μια εκ των τριών προϋποθέσεων. Η Επιτροπή, αφού διαπιστώσει την εγκυρότητα του αιτήματος, ζητάει από τις υπόλοιπες χώρες την έμπρακτη αλληλεγγύη τους, η οποία μπορεί να λάβει δύο κυρίως μορφές: είτε αυτή της “μετεγκατάστασης” είτε της “χορηγίας επιστροφών”. Κατά την μετεγκατάσταση (δηλαδή, τη μεταφορά ατόμων που χρήζουν διεθνούς ή επικουρικής προστασίας από ένα κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα άλλο) η διεξαγωγή πραγματοποιείται κατά προτεραιότητα, με πρώτο κύμα τα ασυνόδευτα ανήλικα τέκνα. Ο αριθμός που τα κράτη-μέλη είναι σε θέση να δεχθούν υπολογίζεται με βάση το ΑΕΠ (40%), το μέγεθος του πληθυσμού (40%), τον μέσο αριθμό των αιτήσεων ασύλου κατά τα τέσσερα προηγούμενα έτη (10%) και το ποσοστό ανεργίας (10%). Οι χώρες υποδοχής πρόκειται να λαμβάνουν 6.000 ευρώ για κάθε άτομο που δέχονται, ενώ στα κράτη-μέλη ενεργοποίησης της διαδικασίας αποδίδονται 500 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς. Όσον αφορά στην χορηγία επιστροφών, κατά βάση θεσμοθετήθηκε ως λύση μετριοπάθειας για τις ανένδοτες χώρες στο κομμάτι της υποδοχής προσφύγων στα εδάφη τους. Οι “χορηγοί” της μετεγκατάστασης, λοιπόν, είναι υπεύθυνοι για την επιστροφή των ατόμων, κατόπιν ενεργοποίησης της διαδικασίας μετά από απόρριψη ασύλου. Το μερίδιο της συνεισφοράς τους υπολογίζεται κατά 50 % βάσει του ΑΕΠ και κατά 50% ανάλογα με τον πληθυσμό.

Στον τομέα του ασύλου, το νέο Σύμφωνο, ως μια αναθεώρηση του Κανονισμού του Δουβλίνου,  προσδιορίζει το υπεύθυνο κράτος-μέλος για την εξέταση των αιτήσεων. Οι νέοι προσαρμοσμένοι κανόνες προβλέπουν την παραμονή στην εδαφική ακεραιότητα του κράτους των ατόμων των κατεχόντων δίπλωμα, καθώς και την επανένωση αδελφών στην ίδια χώρα. Κρίσιμος στόχος και η κάλυψη των κενών εκείνων, που έμμεσα συνήθιζαν να ενθαρρύνουν τους αιτούντες σε προσπάθεια διαφυγής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ταυτοχρόνως, πλεον επιτρέπεται από τη συμπλήρωση τριών ετών -αντί των μέχρι πρότινος πέντε- η ελεύθερη κυκλοφορία όσων αναγνωρίζονται επισήμως ως πρόσφυγες.

Το Σύμφωνο περιλαμβάνει, επίσης, αυστηροποίηση στη φύλαξη των συνόρων, καθώς και νομικά εχέγγυα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών και προσφύγων. Αναλυτικά: σύμφωνα με τη νέα διαδικασία, θα εξασφαλίζεται η ασφάλεια τους και η αξιόπιστη εφαρμογή των κανόνων, με ίδρυση συστήματος παρακολούθησης. Παράλληλα, προ των πυλών είναι και η δημιουργία εθνικών μηχανισμών, ανεξάρτητων από την κυβέρνηση με αντίστοιχες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου (EASO). Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, θα περνάει από διαδικασία “ταυτοποίησης”, με παράλληλο έλεγχο της υγείας του με αφορμή πλέον και την πανδημία του COVID-19.  Μεταρρυθμίσεις προβλέπονται και στη ζώνη Σένγκεν, με την εγκατάσταση μόνιμου σώματος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, από τις αρχές του 2021 και με την ενίσχυσή του έως το 2023 με την συνεργασία και των συστημάτων πληροφοριών διαχείρισης των συνόρων των κρατών. Έτσι, οι ομάδες φύλαξης θα είναι σε θέση να γνωρίζουν ποιοι εισέρχονται στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από πλευράς θάλασσας, τα παράκτια κράτη  είναι αρμόδια για έρευνα και διάσωση, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συνολική διαχείριση της μετανάστευσης στην Ευρώπη.

Τα τελευταία έτη παρατηρείται μια έντονη μείωση του ποσοστού μετακίνησης προς την Ευρώπη, με συνολικά περίπου 141.000 ανθρώπους το 2019 και 39.000 το 2020 -η προηγούμενη χρονιά, προφανώς δεν αποτελεί κύριο δείγμα εξαιτίας της πανδημίας- ωστόσο, το γενικό ρεύμα οδεύει λόγω και του όγκου της γραφειοκρατίας, σε απομάκρυνση της ηπείρου από τους προορισμούς πρώτης προτίμησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την βραδύνουσα πολιτισμική εξέλιξη, πέρα από την απομόνωση. Η Ευρώπη, λόγω του ενδεχόμενου και ίσως αναμενόμενου προβλήματος των ανθρωπίνων πόρων, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει, θα χρειαστεί τη συμβολή των  οικονομικών μεταναστών, που αποτελούν σημαντικό κομμάτι του εργατικού δυναμικού. Κατά την πρώην Ειδική Απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τη Διεθνή Μετανάστευση, Λουίζ Άρμπουρ, οι μετανάστες κατά την πλειονότητά τους ξοδεύουν το 85% του εισοδήματός τους συνήθως κερδίζοντας λιγότερα -με βάση την πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κατάσταση είναι ορθή ή μη- από τους ιθαγενείς. Το υπόλοιπο 15% αποστέλλεται στις οικογένειές τους. Το ύψος αυτού του ποσοστού κυμαινόταν το 2017 στα 600 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή, τρεις φορές περισσότερο από την επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια που στέλνουν οι πλούσιες χώρες στον αναπτυσσόμενο κόσμο. 

Κρίνοντας και από το ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας, οι πρόσφυγες συμβάλλουν, επιπλέον, και στην εν γένει διαμόρφωση των εθνικών ταυτοτήτων και συνάμα των πολιτιστικών παραδόσεων, προσφέροντάς αξιόλογους καλλιτέχνες. Σε μια προσπάθεια, προσέλκυσης, λοιπόν, ταλαντούχων ανθρώπων, η Ευρώπη προχώρησε σε τέσσερις μεταρρυθμίσεις αναφορικά με την οδηγία για την μπλε κάρτα, την αναθεώρηση της ενιαίας άδειας και της άδειας των επί μακρόν διαμενόντων και  στην δημιουργία δεξαμενής ταλέντων. Για τη συγκρότηση του σχεδίου δράσης 2021-2024, πρόκειται να συνεκτιμηθούν και οι απόψεις των ίδιων των μεταναστών μέσω μιας ειδικής ομάδας Εμπειρογνωμόνων, που θα συμβάλει στην Επιτροπή. 

Εν κατακλείδι, το Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, πρόκειται να συμβάλει θετικά στο κρίσιμο ζήτημα των μετακινήσεων, δεδομένης και της γεωγραφικής θέσης τόσο της ίδιας της Ελλάδας, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν συνόλω. Ένα από τα βασικά ιδεώδη της Ένωσης αποτελεί η αλληλεγγύη και η συνδρομή ανάμεσα στα κράτη-μέλη κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο. Πέρα από κινήσεις συμβολισμού και λόγους απαράμιλλης δυναμικής και ενθάρρυνσης, στο τέλος της ημέρας, αυτό που έχει σημασία είναι οι πράξεις και οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσεων, εφικτών, ρεαλιστικών και πάνω απ’ όλα δίκαιων. Αναμένεται να δούμε τα αποτελέσματα του νέου Συμφώνου και κατά πόσο αυτό μπορεί να ανταποκριθεί στην υφιστάμενη κατάσταση. Σίγουρα, πάντως αποτελεί το έναυσμα για την περαιτέρω αντιμετώπιση του θέματος υπό το πρίσμα φυσικά του σεβασμού στα κράτη-μέλη και τους πολίτες τους, αλλά και στους ίδιους τους μετανάστες και πρόσφυγες.


Απάντηση