ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ LGBTQA+ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ

του Κωνσταντίνου Καραλαριώτη, Ερευνητή της ομάδας Κοινωνικών Ζητημάτων

Εισαγωγή

Η παρούσα ανάλυση έχει ως επιδιωκόμενο σκοπό την εξέταση της διαδικασίας ασύλου, υπό το πρίσμα, ωστόσο, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια σύντομη παρουσίαση της “διαδρομής” όσων τρέπονται σε φυγή από τη χώρα καταγωγής τους και στοχεύουν στη διεκδίκηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, λόγω διακρίσεων και διώξεων βάσει του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή/και της ταυτότητας φύλου. Κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως, κατά τη διάρκεια της έρευνας, παρατηρήθηκε σημαντική έλλειψη ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων, γεγονός που επαληθεύουν και οι ήδη υπάρχουσες αναφορές και αναλύσεις.

Νομικό/Θεσμικό Πλαίσιο 

Το βασικό νομοθετικό κείμενο περί ασύλου θεωρείται η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (εφεξής “Η Σύμβαση”), η οποία έχει επικυρωθεί από 145 κράτη και είναι αυτή που ορίζει ποιος θεωρείται πρόσφυγας, ποια τα δικαιώματα του, καθώς και τις νομικές υποχρεώσεις των κρατών. Βασική αρχή της Σύμβασης είναι η “μη-επαναπροώθηση”, βάσει της οποίας ο πρόσφυγας δεν πρέπει να επιστρέφεται σε χώρα, όπου απειλείται η ζωή του ή η ελευθερία του. Η αρχή αυτή πλέον αποτελεί κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Μεταξύ των αρχών, εντοπίζονται κι αυτές της “μη επιβολής κυρώσεων” και της “μη-διάκρισης”.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το Άρθρο 1Α της εν λόγω Σύμβασης, ως πρόσφυγας ορίζεται οποιοσδήποτε άνθρωπος, ο οποίος έχοντας βάσιμο φόβο δίωξής του (well-founded fear of persecution) για λόγους θρησκείας, εθνικότητας ή/και επειδή είναι μέλος μιας συγκεκριμένης πολιτικής ή κοινωνικής ομάδας, βρίσκεται εκτός των συνόρων της χώρας καταγωγής του και δεν είναι σε θέση, λόγω του προαναφερθέντος φόβου, ή δεν επιθυμεί να ωφεληθεί από την προστασία της συγκεκριμένης χώρας. Στο ίδιο άρθρο, συγκαταλέγονται όσοι δεν διαθέτουν υπηκοότητα, αλλά βρίσκονται εκτός των συνόρων της τελευταίας χώρας που διέμεναν.

Παρατηρείται πως στο κείμενο της Σύμβασης δεν υπάρχουν ευκρινείς επισημάνσεις σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα εμπερικλείεται στο χωρίο που αναφέρεται στο “μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας”. Επιπλέον, η πρόοδος του Διεθνούς Δικαίου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ενισχύσει την αρχή της μη διάκρισης, συγκαταλέγοντας παραμέτρους, όπως η σεξουαλικότητα, το φύλο, η ηλικία ή/και κάποια αναπηρία. Στη Ευρώπη, ειδικότερα, το Άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ) για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, αναφέρει τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, μεταξύ των κριτηρίων ως πιθανούς λόγους δίωξης. Πέραν τούτων, όμως, το “κενό” που δημιουργείται σχετικά με αιτήματα ασύλου βασισμένα στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου, έρχονται να καλύψουν οι “Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διεθνή Προστασία Νο 9”  που δημοσίευσε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το 2012.

Το άνωθεν κείμενο έχει στόχο να αποσαφηνίσει ορισμένα τυφλά σημεία και ουσιαστικά να δώσει μια ορισμένη βάση για τέτοιας φύσεως αιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, και δίνοντας έμφαση σε ορισμένα από τα όσα αναφέρονται, υπογραμμίζει πως η διάκριση ισοδυναμεί με δίωξη, όταν “τα επίμαχα μέτρα, μεμονωμένα ή σωρευτικά, έχουν συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα για τον ενδιαφερόμενο”, ενώ “ο ενδιαφερόμενος δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει ότι οι αρχές της χώρας του γνώριζαν για το σεξουαλικό του προσανατολισμό και/ή για την ταυτότητα του φύλου πριν αποφασίσει να διαφύγει αναζητώντας προστασία”. Σχετικά με τη δίωξη μελών της Κοινότητας, “για την απόδειξη της δίωξης αρκεί η σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού.”

Ακόμη πιο συγκεκριμένα, “προσπάθειες για εξαναγκασμένη αλλαγή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου μπορεί να συνιστούν βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και εμπεριέχουν σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια”.

Σε κοινωνικό επίπεδο, αναφορά και συσχετισμός γίνεται με την “τιμή της οικογένειας”, όπου το φάσμα ενεργειών κινείται από απλά αποδοκιμασία μέχρι ειδεχθή εγκλήματα που πραγματώνονται στο όνομα της “τιμής”. Άλλοι τομείς που σχετίζονται και καθιστούν βάσιμο το φόβο δίωξης έχουν να κάνουν με τα δικαιώματα του ιδιωτικού και οικογενειακού δικαίου, καθώς και με την πρόσβαση που έχουν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σε οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη στέγη, την εκπαίδευση, την εργασία καθώς και στη φροντίδα της υγείας.

Η διαδικασία αίτησης ασύλου 

Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας ανάλυσης, τα δεδομένα -τόσο τα ποιοτικά όσα και τα ποσοτικά- κρίνονται ανεπαρκή. Ωστόσο, βάσει έρευνας των Jansen & Spijkerboer (2011), οι πρακτικές που εφαρμόζονται σχετικά με το εν λόγω ζήτημα σε πολλές περιπτώσεις κρίνεται πως βρίσκονται υπό των βασικών προδιαγραφών, που απαιτούνται από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των προσφύγων. Οι αιτίες θα παρουσιαστούν ανά κατηγορίες, ενώ ποιοτικά στοιχεία από έρευνα του Πανεπιστημίου του Sussex (2020) θα προστεθούν, προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη αντικειμενική και πλήρης παρουσίαση της κατάστασης.

Παρά την εγκληματοποίηση σε πλήθος κρατών -78 χώρες ανά τον κόσμο- οι αρμόδιες αρχές συχνά παρατηρούνται να απορρίπτουν αιτήσεις, με την αιτιολογία ότι ο νόμος σε αυτές τις περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται, ή επειδή δεν διαθέτουν αρκετά δεδομένα επί της εφαρμογής τους. Κρίνεται, λοιπόν, πως ο αιτών δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο. Σε πολλές περιπτώσεις, παρόλο που το κράτος δεν έχει θεσπίσει ποινές, η κοινωνία και οι ομάδες αυτές τείνουν να εμφανίζουν σκληρές ομοφοβικές και τρανσφοβικές συμπεριφορές. Ζητείται, λοιπόν, από τους αιτούντες να απευθυνθούν στις αρχές του κράτους για περαιτέρω προστασία, οι οποίες εν τούτοις στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν βίαιο χαρακτήρα και κακοποιητικές συμπεριφορές διάκρισης εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Αν συν τοις άλλοις προβλέπονται και ποινές, τότε ακόμη κι αν το άτομο είναι θύμα κακοποίησης, είναι πολύ πιθανό οι αρχές να προβούν σε δίωξη αυτού, βάσει του νόμου.

Η απόκρυψη του σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, ή αλλιώς η διακριτικότητα ως ζητούμενη προϋπόθεση – αν και δεν πρόκειται για επίσημη προϋπόθεση- χρησιμοποιείται χωρίς νομική βάση σε περίπτωση που αναγνωρίζεται δίωξη εις βάρος ατόμου. Η σεξουαλική ταυτότητα περιορίζεται αμιγώς στην σεξουαλική επαφή, ενώ ζητείται από τον αιτούντα να διατηρήσει κρυφή την ταυτότητα του. Δεδομένης μιας τέτοιας κατάστασης, η συνεχής αίσθηση φόβου και δίωξης συντροφεύουν τον απορριφθέντα, δημιουργώντας έτσι χειρότερες, στο όριο του μη ανθρώπινου, συνθήκες ζωής (O’Leary, 2008).

Επιπλέον, σε αρκετές υποθέσεις, αυτό που προτείνεται από τις υπηρεσίες ασύλου, είναι η μετεγκατάσταση σε μια διαφορετική περιοχή της χώρας προέλευσης. Αυτό, οφείλουμε να σημειώσουμε, είναι εφαρμόσιμο και ωφέλιμο μόνο σε υποθέσεις όπου ο αιτών θεωρείται πως έχει δικαιολογημένο φόβο καταδίωξης από μη κρατικούς δρώντες, οι οποίοι και εντοπίζονται σε συγκεκριμένο τμήμα/περιοχή της χώρας. Σε κάθε κράτος, το οποίο θεσπίζει νομικά και τιμωρεί, τον διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, απαιτείται η παροχή προστασίας.

Το ζήτημα, της αξιοπιστίας είναι ο “θεμέλιος λίθος” της διαδικασίας παροχής ασύλου∙ το κομβικό σημείο βάσει του οποίου μια αίτηση γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτούντα είναι μια διαδικασία όπου όλοι όσοι επιδιώκουν την απόκτηση ασύλου αντιμετωπίζουν. Η αξιοπιστία εξετάζεται κυρίως βάσει των λεγομένων του αιτούντα, ενώ συμπληρωματικά λειτουργούν οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, είτε από επίσημες αναφορές είτε από τα ΜΜΕ (τοπικά και διεθνή). Υπό αμφισβήτηση κρίνεται η ποιότητα των πληροφοριών από τους ΛΟΑΤΚΙ+ οργανισμούς, επισημαίνοντας πως συχνά οι πηγές στερούνται συγκεκριμένων πληροφοριών ή αυτές είναι αναχρονισμένες. Οι τοπικές ΜΚΟ είναι βασική πηγή πληροφόρησης, εν τούτοις τα Κράτη συχνά αγνοούν την ύπαρξη τους ή δεν επιθυμούν να βασιστούν σε αυτές (FRA, 2017). Σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (2018), είναι σημαντικό να τονιστεί πως αντικρουόμενες πληροφορίες για την κατάσταση που υφίσταται σε μια χώρα προέλευσης, ή ακόμη και η πλήρης απουσία τέτοιων πληροφοριών, δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην αξιολόγηση του εάν ο αιτών χρήζει ή όχι διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη αντικειμενικών πληροφοριών δεν συνεπάγεται και την έλλειψη βίαιων φαινομένων.

Η εξέταση της αξιοπιστίας συναποτελείται συνήθως από δύο βασικά μέρη: το υποκειμενικό στοιχείο, αν δηλαδή ο αιτών φοβάται όντως την πιθανή δίωξη και το αντικειμενικό στοιχείο, όπου εξετάζεται αν ο φόβος αυτός είναι βάσιμος. (Thomas R., 2006). Στην περίπτωση, όμως, ,ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, η διαδικασία αποδεικνύεται πιο σύνθετη. Η πιθανότητα άγνοιας ή έλλειψης ευαισθησίας για τέτοιου είδους κοινωνικές ομάδες, καθώς και η παρουσία στερεοτύπων, είναι ικανές να ωθήσουν σε μια λανθασμένη απόφαση. Σε σχετική αναφορά της Ύπατης Αρμοστείας (2013) υπογραμμίζεται ότι πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η διάσταση του φύλου, σε συνδυασμό πάντοτε με παράγοντες όπως ο πολιτισμός, η θρησκεία, η οικογένεια και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο στη χώρα καταγωγής. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, διατηρείται ως «υπόλειμμα» ότι η σεξουαλική ταυτότητα μπορεί να αποδειχθεί με ιατρικά, ψυχιατρικά ή/και ψυχολογικά μέσα και μέτρα∙ μέθοδος μη αποδεκτή και πλήρως ακατάλληλη, δεδομένου ότι μπορεί να επιβαρύνει το ήδη υπάρχον τραύμα.

To Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μάλιστα, σε απόφαση του στην υπόθεση CJEU – Judgment in Joined Cases C‑148/13 to C‑150/13 A, B and C v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (2014), ότι το Άρθρο 4 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ διατυπώνεται υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, θέτοντας ευδιάκριτα όρια στις Αρχές κατά την αξιολόγηση γεγονότων και συνθηκών αναφερόμενων στο σεξουαλικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπογράμμισε πως ερωτήσεις που αφορούν λεπτομέρειες της σεξουαλικής ζωής των αιτούντων ή/και εξετάσεις (π.χ φαλλομετρία) ή στοιχεία για απόδειξη της σεξουαλικότητας, έρχονται σε αντίθεση με το σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (Άρθρο 1) και στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (Άρθρο 7) – όπως ορίζονται στο Χάρτη. Το ίδιο ισχύει ακόμη κι αν ο αιτών οικειοθελώς παραθέσει τέτοιου είδους στοιχεία. 

Στο ίδιο πλαίσιο, η ύπαρξη στερεοτύπων και δη Δυτικών, επιβαρύνει την όλη διαδικασία, καθώς αναμένεται από τους αιτούντες να παρουσιάζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, να γνωρίζουν για την ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα στη χώρα τους (χωρίς απαραίτητα να έχουν υπάρξει ενεργά μέλη αυτής), ενώ συχνά κάποια έγγαμη σχέση ή η ύπαρξη ενός παιδιού δημιουργούν αμφιβολίες για το εάν οι ισχυρισμοί είναι αληθείς. Η παρουσία ή απουσία συγκεκριμένης και στερεοτυπικής συμπεριφοράς και παρουσιαστικού δεν πρέπει να συγκαταλέγονται στα τεκμήρια σχετικά με το εάν είναι ή όχι αληθείς ο σεξουαλικός προσανατολισμός και/ή ταυτότητα φύλου (UNHCR, 2013). Το τελευταίο αυτό ζήτημα έχει απασχολήσει, πέραν από τις προαναφερόμενες έρευνες, και ορισμένες υποθέσεις των αμερικανικών δικαστηρίων – Shahinaj v. Gonzales (2007), Razkane v. Holder, Attorney General (2009), Todorovic vs US Attorney General (2010).

Ανοίγοντας μια παρένθεση, γεωγραφικού χαρακτήρα, και αναφερόμενοι προς στιγμήν στο αμερικανικό σύστημα, παρατηρούμε πως το ζήτημα του παρουσιαστικού έχει τεθεί από πολύ νωρίτερα. Άρθρο στο “The Yale Law Journal” (2005) αναφέρεται στην υπόθεση Soto Vega v. Gonzales (2004), όπου το Συμβούλιο Προσφυγών Μετανάστευσης (BIA) απέρριψε την αίτηση ενός ομοφυλόφιλου άντρα, επειδή συμπεριφερόταν με υπερβάλλοντα ετεροφυλόφιλα στερεοτυπικό τρόπο∙ απόφαση που συνεπάγεται πως οι “ορατοί” ομοφυλόφιλοι άνδρες έχουν θεμελιωδώς έτερες ταυτότητες από τους “μη ορατούς” -συνθέτοντας μια εγγενώς διαφορετική κοινωνική ομάδα στο πλαίσιο του ασύλου. Αυτή η πεποίθηση εδράζεται σε ένα συμπεριφορικό μοντέλο όπου η ταυτότητα καθορίζεται από συμπεριφορές και όχι αμετάβλητα χαρακτηριστικά. Ο Δικαστής της υπόθεσης ισχυρίστηκε πως η ομοφυλοφιλία του Soto Vega ήταν αόρατη σε καθημερινούς ανθρώπους δίχως πρότερη επίγνωση και βάσει αυτής της έλλειψης ορατότητας ο τελευταίος απέτυχε να παρουσιάσει βάσιμο φόβο μελλοντικής δίωξης. Στην άλλη πλευρά αυτού του οξύμωρου φάσματος, στην υπόθεση Hernandez-Montiel v. INS (2000), η παροχή ασύλου εγκρίθηκε υπό το πρίσμα ότι “οι ομοφυλόφιλοι άνδρες με θηλυκές σεξουαλικές ταυτότητες” αποτελούν “συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα” και “υποσύνολο του ευρύτερου ομοφυλόφιλου πληθυσμού”, ενώ η απόφαση βασίστηκε στο ότι “οι θηλυπρεπείς ομοφυλόφιλοι άνδρες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κακοποίησης από τους ανδροπρεπείς”. 

Βασική θέση σχετικά με τα όσα μέχρι τώρα -αλλά και στη συνέχεια- έχουν γραφτεί είναι η εξής: όταν ο φόβος μεγεθύνεται, η ορατότητα μετριάζεται. Όταν η απόκρυψη ενός χαρακτηριστικού είναι αποτέλεσμα του φόβου, η άρνηση παροχής ασύλου βάσει έλλειψης ορατότητας αντικρούεται με το στόχο του ασύλου. 

Συχνό φαινόμενο, είναι η απόκρυψη στοιχείων όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός, συνήθως λόγω συναισθημάτων όπως ο φόβος ή η ντροπή. Σε άλλες περιπτώσεις, ο αιτών είναι πιθανό να μην είναι εξοικειωμένος με την ορολογία και τις ταυτότητες που αποδίδονται σε ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο ή να αγνοεί τη δυνατότητα συμπερίληψης της εν λόγω αιτιολογίας στην αίτηση του (O’Leary, 2008). Αιτούντες που έχουν πέσει θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή/και δίωξης είναι πιθανό να νιώθουν ιδιαίτερα διστακτικοί στην γνωστοποίηση πρωτύτερων βιωμάτων∙ συχνά οι αξιολογητές των αιτήσεων θεωρούν την καθυστερημένη γνωστοποίηση στοιχείων ως δυνάμει ψευδή στοιχεία. Εναλλακτικά, όμως, και η άμεση γνωστοποίηση μπορεί να αμφισβητηθεί υπό το πρίσμα ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος που έχει τέτοιου είδους βιώματα θα ήταν λογικό να δείχνει απροθυμία στο να τα μοιραστεί με κάποιον τρίτο (Thomas R, 2006). Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί πως η παρουσία αποκλίσεων στα λεγόμενα ενός αιτούντα μπορεί να οφείλονται στο περιθώριο σφάλματος της ανθρώπινης μνήμης και πρέπει, συνεπώς, να μην συγκαταλέγονται στη διαδικασία αξιολόγησης (Cohen J, 2001). Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι και το παράδειγμα της απόρριψης αίτησης  δεκαεξάχρονου, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να αποδώσει επαρκώς τις σκέψεις και τα συναισθήματα του σχετικά με την σεξουαλική του ταυτότητα (FRA, 2017).

Καθ’ όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων, η παρουσία διερμηνέα κρίνεται απαραίτητη. Με αυτόν τον τρόπο όμως δημιουργούνται ορισμένες συνθήκες που δύνανται να επιδράσουν ιδιαίτερα αρνητικά τόσο στη συνέντευξη αυτή καθαυτή όσο και στην πορεία της αίτησης. Δεδομένου ότι πρόκειται για γλώσσες ή διαλέκτους που δεν συναντώνται στην γηραιά ήπειρο κι όπως είναι φυσικό, προτιμώνται διερμηνείς που έχουν ως μητρική την εκάστοτε γλώσσα. Αυτό συνεπάγεται πως μπορεί να υπάρχει ανεπαρκής γνώση ορισμένης ορολογίας αλλά το σημαντικότερο είναι η ύπαρξη προκατάληψης. Αν λάβουμε υπόψιν την κοινή καταγωγή ή ακόμη και τη διαφορετική φυλή μεταξύ διερμηνέα και αιτούντα, είναι πολύ πιθανό ο πρώτος να είναι αρνητικά προσκείμενος στον δεύτερο ή ακόμη και να περιορίσει τον λόγο αυτού∙ εγκαθιδρύοντας ένα κλίμα ανασφάλειας.

Συμπεράσματα

Θα ήταν αφελές να υποθέσουμε πως κάποιοι αιτούντες δεν επιδιώκουν την απόκτηση ασύλου με αποκλειστική επιδίωξη την βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, δεδομένου ότι δεν δικαιούνται είσοδο στη χώρα υποδοχής, βάσει των μεταναστευτικών νόμων. Ωστόσο, στην προσπάθεια δίκαιης παροχής ασύλου από τις αρμόδιες Αρχές του κάθε κράτους, δεν δικαιολογείται η υπερβολικά δύσπιστη θέση ούτε η βασισμένη σε προκαταλήψεις και στερεότυπα αξιολόγηση των αιτήσεων. Άλλωστε, η άγνοια των ΛΟΑΤΚΙ+ αιτούντων για το δικαίωμα να επικαλεστούν δίωξη λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, αποτελεί ισχυρό έρεισμα πως δεν πρόκειται για μια ευκόλως επικαλούμενη αιτιολόγηση. Την προαναφερόμενη θέση έρχεται να ενισχύσει το στίγμα που παρατηρείται να βιώνουν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα τόσο στην χώρα καταγωγής, όσο και στη χώρα εισόδου∙ μια εμπειρία διόλου ευχάριστη, ώστε κάποιος να τη βιώσει “εθελοντικά”. Σε κάθε περίπτωση, και γενική παρότρυνση ειδικών και φορέων, είναι η περαιτέρω εκπαίδευση των αρμόδιων κρατικών υπαλλήλων και υπηρεσιών και η εξοικείωση τους με ζητήματα που αφορούν την εν λόγω κοινωνική ομάδα.

Βιβλιογραφία

Άρθρα/Βιβλία

Andrade V. L., Danisi C., Dustin M., Ferreira N. and Held N., (2020), Queering Asylum in Europe: A Survey Report, SOGICA Project / University of Sussex, Available here

European Union Agency for Fundamental Rights (2017), Current migration situation in the EU: Lesbian, gay, bisexual, transgender and intersex asylum seekers, Available here

Fadi H., (2005). Punishing Masculinity in Gay Asylum Claims, 114 Yale L.J. Available here

Jansen S. & Spijkerboer T., (2011), Fleeing Homophobia, Asylum Claims Related to Sexual orientation and gender identity in Europe, Vrije Universiteit Amsterdam (VU University Amsterdam), Available here 

O’Leary B., (2008) “We Cannot Claim Any Particular Knowledge of the Ways of Homosexuals, Still Less of Iranian Homosexuals …”: The Particular Problems Facing Those Who Seek Asylum on the Basis of their Sexual Identity. Fem Leg Stud 16, 87–95, Available here

Thomas R., (2006), Assessing the Credibility of Asylum Claims: EU and UK Approaches Examines, 8 European Journal of Migration and Law 79-96, Available here

Νομοθετικά κείμενα

Council of the European Union, (2004), Council Directive 2004/83/EC, On minimum standards for the qualification and status of third country nationals or stateless persons as refugees or as persons who otherwise need international protection and the content of the protection granted, Available here

EASO, (2018), Judicial Analysis; Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Available here

European Parliament & Council of the European Parliament, (2011), Directive 2011/95/EU (recast), On standards for the qualification of third-country nationals or stateless persons as beneficiaries of international protection, for a uniform status for refugees or for persons eligible for subsidiary protection, and for the content of the protection granted, Available here

European Parliament, Council of the European Union and European Commision, (2012), Charter of Fundamental Rights of the European Union, Available here

UNHCR, (2013), Beyond Proof; Credibility Assessment in EU Asylum Systems, Available here

UNHCR, (2012), Guidelines on International Protection No. 9: Claims to Refugee Status based on Sexual Orientation and/or Gender Identity within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees, Available here

UN, (1951, 1967), Convention and Protocol Relating to the Status of Refugees, Available here

Νομολογία

CJEU – Judgment in Joined Cases C‑148/13 to C‑150/13 A, B and C v Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (2014), Available here

Geovanni Hernandez-Montiel v. Immigration and Naturalization Service, (2000), 225 F.3d 1084 (9th Cir. 2000); A72-994-275, United States Court of Appeals for the Ninth Circuit, Available here

Razkane v. Holder, Attorney General, (2009), No. 08-9519, United States Court of Appeals for the Tenth Circuit, Available here

Shahinaj v. Gonzales, (2007), 481 F.3d 1027 (8th Cir. 2007), United States Court of Appeals for the Eighth Circuit Available here

Soto Vega v. Gonzales (2004), I No. A-95880786, B.I.A., Available hereTodorovic vs US Attorney General, (2010), No. 09-11652, United States Court of Appeals for the Eleventh Circuit Available here


Απάντηση