Η ανάμειξη της Τουρκίας στην Ρώσο-Τσετσενική διαμάχη και η γεωπολιτική της ενέργειας στον Καύκασο

του Δημήτρη Καράμπαλη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγικές Παρατηρήσεις

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία προήλθε εν πολλοίς λόγω της στρατιωτικής, οικονομικής, τεχνολογικής, πολιτισμικής υπεροχής των Ηνωμένων Πολιτειών (Brzezinski, 1998, σ.52-53), άλλαξε άρδην τους παγκόσμιους γεωπολιτικούς συσχετισμούς ισχύος, διαρριγνύοντας το διπολικό παγκόσμιο σύστημα των διακρατικών σχέσεων που χαρακτήριζε τις διεθνείς σχέσεις για περισσότερο από μισό αιώνα. Ειδικότερα στην περιοχή του Καυκάσου, όπου εντοπίζεται το θέμα μας, η μετα-σοβιετική περίοδος χαρακτηρίστηκε από την ανεξαρτητοποίηση νέων κρατών, την δημιουργία αποσχιστικών τάσεων και γενικότερα την εμφάνιση διακρατικών και ενδοκρατικών συγκρούσεων (Αλεξόπουλος, 2001, σ.100). Ο Α’ Πόλεμος της Τσετσενίας (1994-1996), στον οποίο θα εστιάσουμε, αποτέλεσε σημείο τριβής για την Μόσχα και την Άγκυρα, αποτέλεσμα μεταξύ άλλων του ρωσοτουρκικού ανταγωνισμού ως προς το ζήτημα μεταφοράς των φυσικών πόρων του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο θα αποπειραθούμε να αποδείξουμε στην παρούσα μελέτη. Αρχικά, θα εξεταστεί η επίδραση της σοβιετικής κατάρρευσης στην τουρκική εξωτερική πολιτική στον Καύκασο εν γένει και, στη συνέχεια, θα εστιάσουμε στην ρωσοτσετσενική διαμάχη, συνδέοντάς την με την γεωπολιτική του πετρελαίου της Κασπίας, καθιστώντας ευκρινείς του λόγους της Τουρκικής ανάμειξης.

Παρατηρήσεις σχετικά με την Τουρκική πολιτική στον Καύκασο κατά την πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο

Η παύση της σοβιετικής απειλής οδήγησε στην μεταβολή της ισορροπίας ισχύος και την  ανάδειξη συστημικής ευκαιρίας για διείσδυση της Τουρκίας στην περιοχή του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας (Goudarzi, Lashaki & Lakani, 2015, σ. 125), παρέχοντας έτσι νέες πρωτοφανείς δυνατότητες για την τουρκική εξωτερική πολιτική (Μάζης, 2008, σ.68). Η Τουρκία είχε αντιληφθεί ότι εν τη απουσία της ΕΣΣΔ μειωνόταν αισθητά ο γεωστρατηγικός της ρόλος για την Βορειοατλαντική Συμμαχία (NATO) και ένεκα αυτού επιχείρησε να εντάξει τις δύο αυτές γεωγραφικές περιοχές στην σφαίρα επιρροής της (Aydin, 2002, σ. 39), με σκοπό να αναβαθμίσει της θέση της στη διεθνή σκηνή ως τοποτηρητή των δυτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής (Καραγιάννης, 2015, σ. 39-40). Η Τουρκία ήταν η πρώτη χώρα που προχώρησε στην αναγνώριση των νέων δημοκρατιών: Αζερμπαϊτζάν, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν, Κιργιστάν (Zürcher, 2004, σ.417), κατόπιν προχώρησε στην αναγνώριση της Αρμενίας (Hill, Kirişci & Moffatt, 2015, σ.132), και της Γεωργίας το Δεκέμβριο του 1991 (Modebadze, Sayın & Yılmaz, 2014, σ. 360). 

Όσον αφορά την περιοχή του Καυκάσου, η τουρκική διείσδυση παρέμεινε περιορισμένη. Παρά την επιθυμία κάποιων κρατών να απομακρυνθούν από την ρωσική σφαίρα επιρροής (Brzezinski, 1998, σ.164), η Ρωσία κατάφερε να διατηρήσει πρωτεύοντα ρόλο στις εξελίξεις (Αλεξόπουλος, 2001, σ.424). Ειδικότερα, σχετικά με την περιοχή του Βορείου Καυκάσου, η Τουρκία απέφυγε την όποια δραστηριοποίηση εκεί προς αποφυγήν συγκρούσεως με την Ρωσία έως την έκρηξη της ρωσοτσετσενικής σύγκρουσης, όπου ετέθη υπό αμφισβήτηση η κυριαρχία της Μόσχας (Καραγιάννης, 2015, σ.133). Όπως επισημαίνει ο Αχμέτ Νταβούτογλου, η Τουρκία εισήλθε ανεπαρκώς προετοιμασμένη στον Καύκασο, δίχως να έχει προσδιορίσει μια πολυδιάστατη πολιτική επ’ αυτού (Νταβούτογλου, 2010, σ.207-208). 

Η Τουρκία σε όλη αυτή την απόπειρα προσέγγισης των νέων δημοκρατιών, είχε την στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες παρότι στην αρχή δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή, καθότι την αντιμετώπιζαν ακόμα ως κομμάτι της ρωσικής επικράτειας, σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαν να περάσουν οι νέες δημοκρατίες του Καυκάσου στην ιρανική σφαίρα επιρροής (Zürcher, 2004, σ.417). Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή του Καυκάσου εντάθηκε αναλογικά με τις συζητήσεις περί του ελέγχου της διαμετακόμισης του πετρελαίου της Κασπίας (Καραγιάννης, 2015, σ.186). Την ίδια περίοδο, στα μέσα της δεκαετίας του 1990,  εξαιτίας αυτών των συζητήσεων οξύνθηκε ο ανταγωνισμός Άγκυρας-Μόσχας επί του θέματος.

Ανταγωνισμός Άγκυρας-Μόσχας για τον έλεγχο των οδών μεταφοράς των υδρογονανθράκων της Κασπίας

Το ζήτημα του ελέγχου των οδών μεταφοράς των υδρογονανθράκων της Κασπίας, αναδύθηκε εκ νέου στο προσκήνιο από της διαλύσεως της ΕΣΣΔ, προκαλώντας έναν διακρατικό ανταγωνισμό και την δραστηριοποίηση πληθώρας ξένων εταιρειών. Η απουσία πρόσβασης στη θάλασσα, οδηγούσε το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν (κυριότερες χώρες παραγωγής στη Κασπία) στην επιθυμία κατασκευής αγωγών, καθ’ ότι αποτελούν τον οικονομικότερο τρόπο μεταφοράς των ενεργειακών πόρων τους (Καραγιάννης, 2015, σ.139). 

Τον Σεπτέμβριο του 1994, υπεγράφη συμφωνία, αποκαλούμενη και ως «Συμβόλαιο του Αιώνα», μεταξύ της αζερικής Κυβέρνησης και ξένων επενδυτών, με την κρατική εταιρεία πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν, SOCAR, για την εκμετάλλευση τριών πετρελαιοπηγών στη Κασπία, η οποία προσέδωσε νέα δυναμική στο ζήτημα των πετρελαιοπηγών (Αλεξόπουλος, 2001, σ.437). Σημείο αναφοράς της τουρκικής πολιτικής στον Καύκασο ήταν η κατασκευή ενός αγωγού από το Μπακού μέχρι το Τζεϊχάν (τουρκικό λιμάνι), μέσω της Γεωργίας (Hale, 2016, σ.350), κάτι το οποίο είχε καταστεί σαφές προτού αρχίσουν οι διαβουλεύσεις για την επιλογή δρόμων μεταφοράς του αζερικού πετρελαίου από της υπογραφής του «Συμβολαίου του Αιώνα». Πιο συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 1993, υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας-Αζερμπαϊτζάν μνημόνιο συνεργασίας για την κατασκευή ενός αγωγού από το Αζερμπαϊτζάν μέχρι την Τουρκία. Ωστόσο, η πραξικοπηματική ανατροπή της αζερικής κυβέρνησης Ελτσιμπέη ανέτρεψε τα δεδομένα (Bagirov, 2001, σ.190). Κατόπιν, ο Τούρκος Πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, σε συνάντησή του με τον Γεωργιανό Πρόεδρο Έντουαρντ Σεβαρντνάντζε, πρότεινε εκ νέου την κατασκευή του εν λόγω αγωγού (Αλεξόπουλος, 2001, σ.437). Στα μέσα του 1995, εν μέσω διαβουλεύσεων για την επιλογή δρόμων μεταφοράς του αζερικού πετρελαίου, οι εναλλακτικές είχαν περιοριστεί μετά την απόρριψη του σχεδίου σύνδεσης Κασπίας-Περσικού Κόλπου εξαιτίας της αναξιοπιστίας του Ιράν και των αμερικανικών πιέσεων (Modebadze, Sayın & Yılmaz, 2014, σ. 361) σε δύο: αφενός η χρησιμοποίηση του υπάρχοντος αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ (ρωσικό λιμάνι, το μεγαλύτερο λιμάνι στη Μαύρη θάλασσα), αφετέρου η κατασκευή ενός καινούργιου αγωγού από το Μπακού στο γεωργιανό λιμάνι της Σούπσα. Όπως είναι λογικό, Ρωσία και Τουρκία ανέπτυξαν ανταγωνιστικά σχέδια στο ζήτημα των αγωγών (Zürcher, 2004, σ.419), καθώς η Τουρκία, αν και δεν είχε άμεσα ανάμειξη στη βραχυπρόθεσμη μεταφορά του αζερικού πετρελαίου, επεδίωκε την κατασκευή του γεωργιανού αγωγού, καθώς φιλοδοξούσε, όπως προαναφέραμε, την μακροπρόθεσμη επέκταση του στην Τουρκία (Καραγιάννης, 2015, σ.153-154). 

Η Αμερική είχε κάθε λόγο να στηρίζει, έστω και διακριτικά, την Τουρκία στο σχέδιο της, καθότι μέσα από έναν αγωγό ο οποίος δε θα ελέγχεται από την Ρωσία ή το Ιράν, θα μειωνόταν η πολιτική εξάρτηση της περιοχής από την Ρωσία (Brzezinski, 1998, σ.242), θα περιοριζόταν η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από την Ρωσία (Modebadze, Sayın & Yılmaz, 2014, σ. 361), και όπως επισημαίνει ο Erik J. Zürcher «τερμάτιζε τον εναγκαλισμό των πηγών ενέργειας της λεκάνης της Κασπίας από τους Ρώσους και γιατί απομόνωνε το εχθρικό προς την Αμερική Ιράν» (Zürcher, 2004, σ.419). Επιπλέον, για την Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν, η επιλογή του αγωγού που θα τις συνέδεε με το Τζεϊχάν, θα ήταν ένα βήμα προς την απομάκρυνση από την ρωσική σφαίρα επιρροής, και την παράλληλη σύγκλιση με την Δύση, μέσω της Τουρκίας, κάτι το οποίο, όπως είναι λογικό, ερχόταν σε αντίθεση με τα Ρώσο-Ιρανικά συμφέροντα (Karaosmanoğlu, 2001, σ.157). Επομένως, ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των οδών μεταφοράς των υδρογονανθράκων της Κασπίας, είχε διαμορφώσει δύο ομάδες κρατών που τα ενεργειακά συμφέροντα τους συγκρούονταν: Αζερμπαϊτζάν-Γεωργία-Τουρκία-ΗΠΑ εναντίον Ρωσίας-Ιράν-Αρμενίας (Καραγιάννης, 2015, σ.171).

Σύνδεση Ρώσο-Τσετσενικής διαμάχης με τη γεωπολιτική του πετρελαίου της Κασπίας

Όπως επισημάναμε και στην αρχή της ανάλυσης μας, η μετα-σοβιετική περίοδος χαρακτηρίστηκε από την ανεξαρτητοποίηση νέων κρατών, την δημιουργία αποσχιστικών τάσεων και γενικότερα την εμφάνιση διακρατικών και ενδοκρατικών συγκρούσεων. Επίσης, εξετάσαμε τον διακρατικό ανταγωνισμό πάνω στο ζήτημα του ελέγχου των οδών μεταφοράς των υδρογονανθράκων της Κασπίας, ο οποίος οξύνθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Την ίδια περίοδο, στην περιοχή του Καυκάσου, και συγκεκριμένα σε αυτή του Βορείου Καυκάσου, συντελείται ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο συνδέεται άμεσα με την γεωπολιτική του πετρελαίου της Κασπίας, και αυτό είναι η εισβολή της Ρωσίας στην Τσετσενία τον Δεκέμβριο του 1994, με σκοπό την κατάληψη της αυτό-ανακηρυχθείσης από το 1991 δημοκρατίας (Moore & Tumelty, 2009, σ.74), η οποία οδήγησε στον Α’ Πόλεμο της Τσετσενίας (1994-1996) (Galeotti, 2014, σ.57).Η επίσημη εξήγηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την εισβολή ήταν ότι ήθελε να προστατέψει τους Ρώσους και τους Τσετσένους πολίτες που διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο από τις συγκρούσεις μεταξύ των στρατευμάτων του Ντζοκάρ Ντουντάιεφ (πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος της Τσετσενίας) και αυτών της αντιπολίτευσης (Αλεξόπουλος, 2001, σ.384). Εντούτοις, εκτιμούμε ότι ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην λήψη της απόφασης για στρατιωτική επέμβαση στην Τσετσενία, είχε η κομβική γεωπολιτική θέση αυτής ως προς το ζήτημα των αγωγών (Hughes, 2001, σ. 24). Πιο συγκεκριμένα, το έδαφος της Τσετσενίας και του Νταγκεστάν (γειτονική δημοκρατία), αποτελούσαν σημεία διέλευσης ενός εκ των δύο αγωγών που είχαν προταθείγια την μεταφορά του αζερικού πετρελαίου προς τη Δύση, του αγωγού ρωσικών συμφερόντων Μπακού-Νοβοροσίσκ (Αλεξόπουλος, 2001, σ.360). Η διέλευση του αγωγού από την αποσχισμένη δημοκρατία της Τσετσενίας, δημιουργούσε προβλήματα ασφαλείας ως προς την ασφαλή διαμετακόμιση του αζερικού πετρελαίου, λόγω της ευαλωτότητάς του σε επιθέσεις,  υπονομεύοντας κατά συνέπεια το ρωσικό σχέδιο (Καραγιάννης, 2015, σ.153-154). Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη μέριμνα των ρωσικών στρατευμάτων προς τις πετρελαϊκές υποδομές κατά τη διάρκεια του Α’ πολέμου, σε αντίθεση με τον Β’ Πόλεμο της Τσετσενίας (1999), όπου οι πετρελαϊκές υποδομές αποτέλεσαν στόχο των ρωσικών δυνάμεων, καθώς πλέον είχαν εγκαταλειφθεί τα σχέδια για τον στρατηγικό αγωγό Μπακού-Νοβοροσίσκ (Baev, 2001, σ. 99). Η Ρωσία είχε κάθε λόγο να είναι αβέβαιη ως προς την ασφαλή διαμετακόμιση του  αζερικού πετρελαίου μέσω του Γκρόζνυ (πρωτεύουσα Δημοκρατίας της Τσετσενίας), δεδομένων και των απειλών που δεχόταν από την κυβέρνηση της Τσετσενίας, σε  επίπεδο μυστικών πληροφοριών (Bodansky, 2009, σ.50), αλλά και των περιστατικών αρπαγής και παράνομης μεταπώλησης πετρελαίου από την κυβέρνηση του Ντουντάιεφ (Hughes, 2001, 29). Συνεπώς, ούτως ώστε η Μόσχα να διασφαλίσει τα συμφέροντα της, θα έπρεπε να προφυλάξει τον αγωγό Μπακού-Νοβοροσίσκ, ανακτώντας τον έλεγχο της περιοχής διέλευσης του (Hughes, 2001, 24). 

Σύνδεση Τουρκικής πολιτικής απέναντι στην Τσετσενία με τον Ρώσο-Τουρκικό ανταγωνισμό

Όπως υποδείξαμε προγενέστερα, σχετικά με την περιοχή του Βορείου Καυκάσου, η Τουρκία απέφυγε την όποια δραστηριοποίηση εκεί προς αποφυγήν διαμάχης με την Ρωσία, έως την έκρηξη της ρωσοτσετσενικής σύγκρουσης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία της Μόσχας. Η ρωσική εισβολή στην Τσετσενία, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον και της ίδιας της τουρκικής κοινής γνώμης, αποτέλεσμα των θρησκευτικών και ιστορικών δεσμών μεταξύ των δύο λαών και της ύπαρξης  δραστήριας τούρκο-τσετσενικής κοινότητας εντός της Τουρκίας. Εκτιμάται ότι υπήρχαν περίπου 25.000 Τούρκοι πολίτες τσετσενικής καταγωγής και συνολικά ένας αριθμός 5 εκατομμυρίων κατοίκων της Τουρκίας οι οποίοι κατάγονταν από τον Βόρειο Καύκασο και την Υπερκαυκασία, εξηγώντας έτσι την ύπαρξη διαφόρων τούρκο-τσετσενικών πολιτιστικών οργανισμών στην Τουρκία (Hale, 2016, σ.346). Κυρίως διαμέσου αυτών, η Άγκυρα προσπάθησε να στηρίξει οικονομικά και στρατιωτικά την τσετσενική ηγεσία. Ευθύς αμέσως μετά την ρωσική εισβολή, οι τούρκο-τσετσενικοί σύλλογοι ίδρυσαν στην Άγκυρα την Καύκασο-Τσετσενική Επιτροπή Αλληλεγγύης (τουρκιστί  Kafkas-Çeçen Dayanışma Komitesi), μέσω της οποίας αποστέλλονταν χρηματικά ποσά, ελαφρύς οπλισμός και μικρός αριθμός Τούρκων εθελοντών στην Τσετσενία (Καραγιάννης, 2015, σ.121-122). Παρά την επίσημη θέση της Άγκυρας, ότι η ρωσοτσετσενική διαμάχη αποτελεί εσωτερικό ζήτημα της Ρωσίας θεωρώντας την Τσετσενία ως αναπόσπαστο κομμάτι της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Danilov, 2001, σ. 02), σύμφωνα και με την επίσημη αμερικανική θέση (Gordon, 1999), και αρνούμενη την όποια υποστήριξη σε Τσετσένους αυτονομιστές (ICG, 2018, σ. 25), το Κρεμλίνο ισχυρίζεται ότι η Άγκυρα λειτούργησε ως υποκινητής της τοπικής αντίστασης εναντίον της Ρωσίας, παρέχοντας αποτελεσματική βοήθεια στο Γκρόζνυ (Brzezinski. 1998, σ.235,σ.164). 

Η τουρκική εμπλοκή στην ρωσοτσετσενική διαμάχη συνδέεται άρρηκτα με την γεωπολιτική του πετρελαίου της Κασπίας, καθώς στόχευε εν μέρει στην υπονόμευση των προσπαθειών της Μόσχας για διοχέτευση του ενεργειακού πλούτου του Αζερμπαϊτζάν μέσω του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ (Καραγιάννης, 2015, σ.229). Η παράταση των συγκρούσεων στην Τσετσενία, εξυπηρετούσα άριστα τα τουρκικά συμφέροντα, αχρηστεύοντας τον εν λόγω αγωγό, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες οι ξένες εταιρίες να αναζητήσουν εναλλακτική διαδρομή, κρίνοντας ως ασφαλέστερη διαδρομή αυτή του αγωγού Μπακού-Σούπσα (και μελλοντικά Τζεϊχάν), αναβαθμίζοντας το ρόλο της Τουρκίας στη μεταφορά του πετρελαίου της Κασπίας και ως τοποτηρητή των δυτικών συμφερόντων στον Καύκασο και την Κασπία. Για τον λόγο αυτό, η Μόσχα συμφώνησε στην εύρεση λύσης για την λήξη της πολεμικής αντιπαράθεσης όταν κατέστη ευκρινές ότι η παράταση της ένοπλης αντιπαράθεσης ακύρωνε το ρωσικό ενεργειακό σχέδιο περί χρήσης του αγωγού Μπακού-Νοβοροσίσκ (Καραγιάννης, 2015, σ.180, σ.170), ωστόσο το Γκρόζνυ είχε ήδη περιέλθει υπό τον έλεγχο των Τσετσένων αυτονομιστών (MAR Project, 2004). Η ανακωχή η οποία υπεγράφη μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, δεν έδινε σαφή λύση ως προς το θέμα της ανεξαρτησίας της Τσετσενίας (Mathers, 1999, σ. 104). Συνεπώς, σύμφωνα με την επισήμανση του Αχμέτ Νταβούτογλου, η ρωσοτσετσενική σύγκρουση δύναται να ενταχθεί άμεσα σε κάποιο σημείο εξίσωσης των ρωσοτουρκικών σχέσεων (Νταβούτογλου, 2010, σ.205).

Συμπεράσματα

Ασφαλώς, οι αιτίες της ρωσικής εισβολής στην Τσετσενίας, δεν περιορίζονται μόνο στην γεωπολιτική της ενέργειας στην περιοχή του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, αλλά εκτείνονται σε ένα ευρύ ιστορικό-κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο, δεδομένης της αντιπαράθεσης των δύο λαών για περίπου δύο αιώνες, όπως επίσης κομβικής σημασίας ήταν και η ανάγκη της Ρωσίας να επαναπροσδιορίσει γεωπολιτικά την θέση της στον πρώην σοβιετικό χώρο. Μολαταύτα, θα υποπίπταμε σε σφάλμα εάν διέφευγε της προσοχής μας η σημασία αυτού του παράγοντα, ο οποίος εξηγεί και την ανάμειξη της Τουρκίας στην εν λόγω διαμάχη, στην περιοχή του Ρωσικού «εγγύς εξωτερικού». Ο πρώτος πόλεμος της Τσετσενίας, ο οποίος έληξε με την υπογραφή κατάπαυσης πυρός και κατόπιν την απομάκρυνση των ρωσικών στρατευμάτων (BBC News, 2018), και αποτέλεσε μία από τις χειρότερες στρατιωτικές ήττες της Ρωσίας μετά τον Β’ Π.Π (Hughes, 2001, σ. 31), μείωσε την ικανότητα της Μόσχας να επηρεάσει τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου (Baev, 2001, σ. 96), ενώ με την δεύτερη εισβολή της, όπως επισημαίνει ο John J. Mearsheimer: «οι ενέργειες της Ρωσίας στην αποσχισθείσα δημοκρατία της Τσετσενίας καθιστούν σαφές ότι είναι πρόθυμη να διεξάγει έναν άγριο πόλεμο αν θεωρεί ότι τα ζωτικά συμφέροντά της απειλούνται» (Mearsheimer, 2011, σ.730). Η Τουρκία, κατά τον Β’ Πόλεμο της Τσετσενίας, δεν διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο (Reynolds, 2002), κάτι το οποίο ανάγεται, μεταξύ άλλων, στην υποστήριξη προς τις κουρδικές οργανώσεις εντός Τουρκίας που παρείχε το Κρεμλίνο (Kumberg, 2019), ως αντίδραση στις τουρκικές σχέσεις με την τσετσενική ηγεσία (Καραγιάννης, 2015, σ.129). Καταλήγοντας, το ζήτημα μεταφοράς του πετρελαίου,  το οποίο αποτέλεσε παράγοντα διαμόρφωσης των συσχετισμών ισχύος στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας του Καυκάσου (Καραγιάννης, 2015, σ.230), έθεσε την Τουρκία σε πορεία σύγκρουσης με τα γεωστρατηγικά, οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα της Ρωσίας στην περιοχή του Καυκάσου (Αλεξόπουλος, 2001, σ.425), οδηγώντας την, μεταξύ άλλων, στην υποστήριξη του τσετσενικού αντάρτικου. 

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσσα βιβλία

Αλεξόπουλος, Η.Κ. (2001). Οι Πολιτικοστρατηγικές Επιπτώσεις από την Κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στις τρεις ανεξάρτητες Δημοκρατίες του Καυκάσου: Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας, Γεωργίας. Αθήνα: Παπαζήση

Καραγιάννης, Μ. (2015). Η τουρκική εξωτερική πολιτική στον Καύκασο: Εσωτερικές και διεθνείς παράμετροι, προκλήσεις και προοπτικές. Αθήνα: Παπαζήση

Μάζης, Ι.Θ. (2008). Η Γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και η Τουρκία. Αθήνα: Λιβάνη

Νταβούτογλου, Α. (2010). Το στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας. Μετάφραση Ν. Ραπτόπουλος. Αθήνα: Ποιότητα

Brzezinski, Z. (1998). Η Μεγάλη Σκακιέρα. Μετάφραση: Ε. Αστερίου. Αθήνα: Λιβάνη

Hale, W. (2016). Τουρκική εξωτερική πολιτική 1774-2000. Μετάφραση: Ρ. Βασιλάκη & Σ. Σφυρόερα. Αθήνα: Πεδίο

Mearsheimer, J.J. (2011) Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Μετάφραση: Κ. Κολιόπουλος. Αθήνα: Ποιότητα

Zürcher, E.J. (2004). Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας. Μετάφραση: Β. Κεχριώτης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια

Ξενόγλωσσα βιβλία

Bagirov, S. (2001). ‘Azerbaijan’s strategic choice in the Caspian region’. Σε The security of the Caspian sea region. 151-165. Oxford: Oxford University Press. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 31/12/2020] 

Bodansky, Y. (2009). Chechen Jihad: Al Qaeda’s Training Ground and the Next Wave of Terror. New York: HarperCollins

Galeotti, M. (2014). Russia’s Wars in Chechnya 1994–2009. London: Bloomsbury Publishing

Karaosmanoğlu, A. (2001). ‘Turkey’s objectives in the Caspian region’. Σε The security of the Caspian sea region. 151-165. Oxford: Oxford University Press. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 31/12/2020] 

Ακαδημαϊκά άρθρα

Aydin, M. (2002). ‘Turkish Policy Toward the Caucasus’. Connections, 1(3), 39-48. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 18/01/21] 

Baev, P.K. (2001). ‘Russia’s policies in the Southern Caucasus and the Caspian area’. European Security, 10(2), 95–110. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2021]  

Danilov, V.I. (2001). ‘Some features of Russian-Turkish relations in the 1990s’. Perceptions: Journal of International Affairs, December 2001- February 2002, 6(4). Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2020] 

Goudarzi, M.R., Lashaki, A.B. & Lakani, S.F.M. (2015). ‘Turkish Foreign Policy in South Caucasus and Its Impact in Iran-Azerbaijan Relationship’. Journal of Politics and Law, 8(1), 122-129. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 31/12/2020] 

Hill, F., Kirişci, K. & Moffatt, A. (2015). ‘Armenia and Turkey: from normalization to reconciliation’. Turkish Policy Quarterly, Winter 2015, 13(4), 127-138. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2021] 

Hughes, J. (2001). ‘Chechnya: The causes of a protracted post‐soviet conflict’. Civil Wars, 4(4), 11–48. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 18/01/21] 

Kumberg, K.V. (2019). ‘The Russo-Turkish Alliance: With Friends Like These…’. Georgetown Security Studies Review. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 18/01/21] 

Mathers, J. G. (1999). ‘The lessons of Chechnya: Russia’s forgotten war?’. Civil Wars, 2(1), 100–116. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 18/01/21] 

Modebadze, V., Sayın, F.M. & Yılmaz, R. (2014). ‘Georgian – Turkish Relations since the Breakdown of Soviet Union’. Çankırı Karatekin Üniversitesi İktisadi ve İdari Bilimler Fakültesi Dergisi, 4(1), 359-369. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2021] 

Moore, C. & Tumelty, P. (2009). ‘Assessing Unholy Alliances in Chechnya: From Communism and Nationalism to Islamism and Salafism’. Journal of Communist Studies and Transition Politics, 25(1), 73–94. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 01/01/2021]

Reynolds, M.A. (2002). ‘Turkish-Russian relations and the conflict in Chechnya’. The Central Asia-Caucasus Institute. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/01/21] 

Άρθρα 

‘Chechnya profile – Timeline’. BBC News, 17 January 2018. Διαθέσιμο  εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2021]  

‘Chronology for Chechens in Russia’, Minorities at Risk Project. 2004, Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 18/01/21] 

Gordon, M.R. (1999). ‘Summit in Turkey: The overview; Yeltsin and West clash at summit over Chechen War’. The New York Times, November 19. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2021] 


‘Russia and Turkey in the Black Sea and the South Caucasus’. International Crisis Group, Europe & Central Asia, Report No.250, 28 June, 2018 Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/01/2020]


Απάντηση