Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ Η ΜΗ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

της Κωνστασίας Μιχαλοπούλου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και οι στόχοι της

Η “Σύμβαση για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας” (άλλως «Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης») υπεγράφη στις 11 Μαΐου του 2011 στην Κωνσταντινούπολη και τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου του 2014. Μέσω της υιοθέτησής της, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει προωθήσει ενεργά την προστασία των γυναικών και των κοριτσιών από τη βία που βασίζεται στο φύλο και έχει αναδειχθεί σταθερά σε έναν κορυφαίο Οργανισμό για την προώθηση της ισότητας των φύλων, την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και τον τερματισμό της έμφυλης βίας. 

Η βία κατά των γυναικών αποτελεί σημείο διατήρησης των ιστορικά άνισων σχέσεων ισχύος ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες και έναν από τους πιο κρίσιμους κοινωνικούς μηχανισμούς με τους οποίους οι γυναίκες αναγκάζονται να βρίσκονται σε υποδεέστερη κοινωνικά θέση σε σύγκριση με τους άνδρες. Ειδικότερα, οι γυναίκες και τα κορίτσια εκτίθενται συχνά σε σοβαρές μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή, η σεξουαλική παρενόχληση, ο βιασμός, ο αναγκαστικός γάμος, εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της επονομαζόμενης «τιμής», αλλά και σε ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων (FGM), τα οποία αποτελούν σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και σοβαρό εμπόδιο για την επίτευξη της ισότητας ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες. (Madison, 2019, σελ.20) (Ippolito, Sanchez, σελ.100)

Σήμερα, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης θεωρείται ως η πιο προοδευτική και φιλόδοξη διεθνής συνθήκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα με κύριο στόχο την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, ενω συχνά αναφέρεται ως «χρυσό πρότυπο» στον αγώνα κατά της έμφυλης βίας. Μία σημαντική καινοτομία της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης είναι η συμμετοχή των εθνικών Κοινοβουλίων στην παρακολούθηση της εφαρμογής της, ενώ εξίσου σπουδαίο ρόλο αναλαμβάνει η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία καλείται να προβεί σε απολογισμό της εφαρμογής της Σύμβασης σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αναπόσπαστο στοιχείο, που εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητά της, είναι  η αρμόδια Ομάδα Εμπειρογνωμόνων, η «GREVIO» (Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence), η οποία αποτελείται από 10 ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες -που προέρχονται από διαφορετικές χώρες με διαφορετικό επαγγελματικό υπόβαθρο και εκλέγονται από τα συμβαλλόμενα κράτη- ενώ  καθήκον της είναι να παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης από τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο και τη γεωγραφική ισορροπία, καθώς και τη διεπιστημονική εμπειρία, συντάσσοντας Εκθέσεις ανα χώρα. Συνήθως εκδίδει γενικές συστάσεις και συμπεράσματα για τα κράτη. Παρόλα αυτά, σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων της Σύμβασης, λαμβάνει επείγοντα μέτρα, τα οποία στη συνέχεια μαζί με τις εκθέσεις εγκρίνονται από την Επιτροπή των Μερών -το δεύτερο επικουρικό όργανο της Σύμβασης-. (GREVIO, σελ.11) (Henn, σελ.83).

Σε αυτό το σημείο, κρίνεται απαραίτητο να δοθεί ο ορισμός της βίας κατα των γυναικών, σύμφωνα με τη Σύμβαση. Ως «βία κατά των γυναικών» νοείται η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οποιαδήποτε μορφή διάκρισης κατά των γυναικών, δηλαδή  συνυπολογίζονται όλες οι πράξεις βίας με βάση το φύλο, οι οποίες έχουν ή μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική ή οικονομική βλάβη ή πόνο στις γυναίκες -περιλαμβανομένων των απειλών για τέτοιες πράξεις- του εξαναγκασμού ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας, είτε στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό βίο.  

Από την υπογραφή της, το 2011 έως σήμερα, η Σύμβαση έχει σημαντικά θετικό αντίκτυπο σε όλη την Ευρώπη, αφού κατάφερε να πυροδοτήσει και να εμπνεύσει σημαντικές προοδευτικές αλλαγές στους εσωτερικούς νόμους και τις εθνικές πολιτικές, ενώ παράλληλα, εξαιτίας της, έχουν ανακύψει αναγκαίες δημόσιες συζητήσεις, συμβάλλοντας κατ’αυτόν τον τρόπο στην μετάθεση της προσοχής του κοινού σε ζητήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική βία και ιδίως τον βιασμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύμβαση δημιουργήθηκε στην Ευρώπη, αλλά έχει παγκόσμια εμβέλεια, εφόσον τα μέτρα για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων που σχετίζονται με την έμφυλη βία δεν πρέπει να περιορίζονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Κάθε κράτος μπορεί να προσχωρήσει σε αυτήν ή να την χρησιμοποιήσει ως προσχέδιο για εθνική και περιφερειακή νομοθεσία και πολιτικές (Πελίν Ουνκέρ, DW, 2020).

Ωστόσο, ακόμη και τα πιο ισχυρά πρότυπα μπορούν να οδηγήσουν σε θετικά μακροπρόθεσμες αλλαγές, μόνο εάν οι χώρες, και κυρίως τα Κοινοβούλια και οι βουλευτές που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, υπογράψουν, επικυρώσουν και εφαρμόσουν πλήρως τη σύμβαση προσδίδοντας δημοκρατική νομιμότητα σε μέτρα που αποσκοπούν στην εφαρμογή της.

Η στάση κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης

Έντεκα  κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, αλλά δεν την έχουν επικυρώσει ακόμη: Αρμενία, Βουλγαρία, Τσεχία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Λιχτενστάιν, Λετονία, Μολδαβία, Ουκρανία, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο. Στο ζήτημα αυτό, οι πολιτικοί ελιγμοί των ηγετών αντικατοπτρίζουν μια ανησυχητική τάση: η Βουλγαρία, η Σλοβακία καθώς και η Λετονία έχουν αρνηθεί να επικυρώσουν τη σύμβαση, η Πολωνία έχει απειλήσει να αποσυρθεί, ενώ η Σλοβακία έχει αντιταχθεί ακόμη και στην προσχώρηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύμβαση. Συγχρόνως, η Ρωσία, η οποία είναι επίσης μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν την έχει υπογράψει (Council of Europe, Handbook, 2020).

Η Σύμβαση, πιο συγκεκριμένα, έχει στοχοποιηθεί από ακροδεξιούς και εθνικιστές ηγέτες σε όλη την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, την οποία “ερμηνεύουν” ως απότοκο των υπερβολικά φιλελεύθερων επιρροών του δυτικού πολιτισμού. Αν και δεν αφορά σε ζητήματα δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, οι κυβερνώντες πολιτικοί έχουν ισχυριστεί ότι η Σύμβαση προωθεί την «L.G.B.T. ιδεολογία» και αποτελεί απειλή για τη χριστιανική ηθική. Συγχρόνως, οι Ευρωβουλευτές καταδικάζουν μέχρι και σήμερα τις επιθέσεις και τις εκστρατείες εναντίον της Σύμβασης σε κάποιες χώρες, οι οποίες στηρίζονται στην εσκεμμένη παρερμηνεία και την παραπληροφόρηση σχετικά με το περιεχόμενό της. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η προεκλογική εκστρατεία του Πολωνού Προέδρου Andrzej Duda, η οποία καπηλεύτηκε τη Συνθήκη παραφράζοντας πολλά χωρία της, με επίκεντρο την ισχυρή ρητορική κατά των ομοφυλόφιλων (Marc Santora, 2020).

Η παρακάτω ανάλυση θα επικεντρωθεί στη στάση τεσσάρων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία αρνούνται είτε να επικυρώσουν είτε να εφαρμόσουν την Σύμβαση.

Πρώτιστα, η Ουγγαρία, αν και υπέγραψε την Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης το 2014, δεν προχώρησε στην έκδοση κοινοβουλευτικού ψηφίσματος προκειμένου να την ενσωματώσει στην εθνική της έννομη τάξη, αγνοώντας συνάμα την πίεση της κοινωνίας των πολιτών για επικύρωσή της. Ως επιχείρημα για την αδράνεια αυτή, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας Judit Varga υποστήριξε ότι οι εθνικοί νόμοι προστατεύουν ήδη τις γυναίκες που πέφτουν θύματα βίας. Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν  ισχύει, με την χώρα να απαριθμεί δύο φορές περισσότερα περιστατικά ανεξέλεγκτης ενδοοικογενειακής βίας σε σχέση με  πέρυσι, όχι μόνο εξαιτίας των ανεπαρκών υπηρεσιών αλλά και της κακής ανταπόκρισης της αστυνομίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του lockdown (David Vig, 2020). Οι ισχυρισμοί της Ουγγαρίας, συγκεκριμένα, εδράζονται στο γεγονός ότι  η σύμβαση προωθεί την «ιδεολογία των φύλων» – έναν όρο που χρησιμοποιείται για να υποστηρίξει την ισότητα των φύλων- με κίνδυνο την υπονόμευση των «παραδοσιακών οικογενειακών αξιών» και την ενθάρρυνση της ομοφυλοφιλίας. Η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει επίμονες επιθέσεις ενάντια στην ισότητα των φύλων, στα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, όπως επίσης και κατά των αιτούντων άσυλο, αφού, σύμφωνα με την ουγγρική κυβέρνηση, τα άρθρα της σύμβασης που προβλέπουν προστασία για γυναίκες, αιτούσες άσυλο, έρχονται σε αντίθεση με τις προσπάθειες της Ουγγαρίας για καταστολή της παράνομης μετανάστευσης (Hillary Margolis,2020), .

(Γυναίκες ντυμένες ως χαρακτήρες από το «The Handmaid’s Tale», που διαδήλωσαν στη Βαρσοβία με νεκρολογίες θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας) [πηγή: Czarek Sokolowski/Associated Press]

Αντίστοιχα, ανησυχητική είναι και η στάση της Πολωνίας. H πολωνική κυβέρνηση επικύρωσε τη συνθήκη το 2012. Ωστόσο, σήμερα, μολονότι η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη τελική απόφαση, έχει ξεκινήσει τη διαδικασία απόσυρσης, με τους θεσμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης να προβάλλουν έντονες ενστάσεις. Εθνικές αντιρρήσεις συνεχίζουν να εγείρονται με τον κ. Ziobro, μέλος του κυβερνώντος συνασπισμού, να χαρακτηρίζει τη Σύμβαση «μια εφεύρεση, μια φεμινιστική δημιουργία που στοχεύει στην αιτιολόγηση της ομοφυλοφιλικής ιδεολογίας». Ο ίδιος, παράλληλα, αναφέρει ότι η συνθήκη έχει «ένα δεύτερο μέρος, το οποίο αφορά στην ιδεολογία και βλάπτει τα συμφέροντα των γυναικών και της οικογένειας», υποστηρίζοντας ακράδαντα ότι η Πολωνία έχει «υψηλότερο επίπεδο προστασίας των γυναικών από ό,τι η σύμβαση». Εντούτοις, η απόσυρση από τη συνθήκη πιθανότατα θα είχε ελάχιστο πρακτικό αντίκτυπο, εφόσον η κυβέρνηση δεν τη χρησιμοποίησε εώς σήμερα για να προωθήσει νομοθεσία που προστατεύει τις γυναίκες. Πέρυσι δε, οι νομοθέτες πρότειναν να οριστεί η ενδοοικογενειακή βία μόνο όταν οι σύζυγοι ξυλοκοπήθηκαν περισσότερες από μία φορές (Marc Santora, NY Times, 2020) Ωστόσο, αυτό το σχέδιο εγκαταλείφθηκε μετά από  έντονες αντιδράσεις.

Η ενδοοικογενειακή βία στην Πολωνία είναι σημαντικά αυξημένη και δεν καταγγέλλεται, σύμφωνα με το Κέντρο Δικαιωμάτων των Γυναικών με έδρα τη Βαρσοβία, έναν οργανισμό που εργάζεται για την πρόληψη επιθέσεων κατά των γυναικών. Το κέντρο εκτιμά ότι περίπου 800.000 γυναίκες στην Πολωνία είναι θύματα κάθε χρόνο, με τους 400 έως 500 θανάτους να προκύπτουν από ξυλοδαρμούς, δολοφονίες και αυτοκτονίες που συνδέονται με την ενδοοικογενειακή βία. Η GREVIO, επισκεπτόμενη τη χώρα το περασμένο έτος (28.9-2.10.2020), προκειμένου  να εκπονήσει την έκθεσή της, ενθάρρυνε τη λήψη νέων νομικών μέτρων, την εισαγωγή αυξημένων κυρώσεων για αδικήματα που διαπράχθηκαν εναντίον ανηλίκων και ευάλωτων ατόμων, όπως και για σεξουαλικά αδικήματα ενω εξέδωσε οδηγίες για την καλύτερη προστασία των θυμάτων βίας, εξαιτίας της πολυπλοκότητας του φαινομένου. (Baseline Report, GREVIO)  

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες προκειμένου να πείσουν την Πολωνία και την Ουγγαρία να υποστηρίξουν τη Συμφωνία, κατέστησαν τη χρηματοδότηση εξαρτώμενη από τα κριτήρια αναφοράς του κράτους δικαίου. 

Επιπροσθέτως, στη γειτονική Βουλγαρία, η οποία, αν και υπέγραψε τη Σύμβαση το 2016, δεν την έχει ακόμη επικυρώσει, προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις από όλο το πολιτικό φάσμα, με επικριτές να ισχυρίζονται ότι θα αναγκαστεί η χώρα να νομιμοποιήσει τους γάμους του ίδιου φύλου και αυτό στο οποίο αναφέρονται ως «τρίτο φύλο». Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας διαπίστωσε το 2018, ότι η Σύμβαση καθόρισε τον όρο «φύλο» με τρόπο ασυμβίβαστο με τη βουλγαρική νομοθεσία και υποστήριξε ότι, εαν οριστεί  το φύλο ως κοινωνικό κατασκεύασμα, όπως προβλέπεται από την συνθήκη, τότε η τελευταία δεν επιτρέπει στην κοινωνία να διακρίνει ξεκάθαρα τις έννοιες των δύο φύλων (Marc Santora, 2020).

(Μνημείο στην Κωνσταντινούπολη στην μνήμη 400 γυναικών που δολοφονήθηκαν από τους συζύγους τους) [πηγή: cnn.gr]

Επιπλέον, ακόμη μια χώρα που φρονεί ότι η Σύμβαση κλονίζει «τα έθιμα και τις παραδόσεις» της κοινωνίας είναι η Τουρκία, παρότι ήταν η πρώτη που υπέγραψε τη Σύμβαση, επικυρώνοντάς την με νομοσχέδιο «για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών και την προστασία της οικογένειας». Σύμφωνα με την Εμπρού Αζιλτούρκ, στέλεχος του ισλαμιστικού κόμματος Σααντέτ (SP) και εντεταλμένη για τα δικαιώματα των γυναικών, η μοναδική λύση θα ήταν η καταγγελία της Σύμβασης από την τουρκική Κυβέρνηση, αφού δεν συνάδει με το άρθρο 41 του τουρκικού Συντάγματος «για την προστασία της οικογένειας». Παρά ταύτα, εκτός των υπερσυντηρητικών πολιτικών δυνάμεων, οι κοινωνικοί κανόνες λειτουργούν επίσης ως τροχοπέδη στην πλήρη αναγνώριση των ίσων δικαιωμάτων των δύο φύλων. Πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, έχουν κοινωνικά συστήματα που δεν ενθαρρύνουν την πλήρη προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, ούτε παρέχουν τα μέσα στις γυναίκες να αναζητήσουν προστασία ή νομική προσφυγή. Συγκεκριμένα, σε χώρες που διατηρούν πατριαρχικές παραδόσεις και θρησκευτικά πρότυπα, οι αυστηροί και αντιληπτοί ρόλοι των φύλων είναι υπεύθυνοι για την ενθάρρυνση της ατιμωρησίας των δραστών και για την αποθάρρυνση των θυμάτων από την αναφορά βίας. Μολονότι η  Τουρκία επικύρωσε την Σύμβαση, ακτιβίστριες για τα δικαιώματα των γυναικών καταγγέλλουν ότι δεν έχει ενσωματωθεί επαρκώς στο τουρκικό δίκαιο, με τα τουρκικά δικαστήρια, ταυτοχρόνως, να παραβιάζουν σε πολυάριθμες περιπτώσεις άρθρα της Σύμβασης [κυρίως το άρθρο 3, το οποίο ορίζει θεμελιώδεις έννοιες όπως: “φύλο”, ¨ενδοοικογενειακή βία”, “θύμα”, ¨γυναίκες”] και να παρατηρούν ότι οι άνδρες μπορούν επίσης να είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας, υπονοώντας έτσι ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι φαινομενικά ουδέτερη ως προς το φύλο (Fleur van Leeuwen, 2020). 

Η GREVIO στην προγραμματισμένη της έκθεση για την Τουρκία διαπίστωσε ότι εντοπίζονται στοιχεία προόδου και προσπαθειών αναφορικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών από μέρους της πολιτείας, της κοινωνίας των πολιτών και των ΜΚΟ. Ωστόσο, επισκιάζονται εξαιτίας της απουσίας σαφούς πολιτικής κατεύθυνσης και στιβαρής θέσης απέναντι στα άρθρα της συνθήκης, καθώς και εξαιτίας της μείωσης πόρων στον τομέα των δημόσιων υπηρεσιών, που συνεπάγεται την αναποτελεσματικότητά του. Ακόμη, η GREVIO τόνισε την ανάγκη απαγκίστρωσης των δικαιωμάτων των γυναικών από το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο και συνέστησε στις τουρκικές αρχές να εστιάσουν στην βασική αιτία της βίας κατά των γυναικών, που ερείδεται στην άνιση διάσταση των φύλων στην κοινωνία. Η απόκλιση, συνεπώς, της τουρκικής πολιτικής από τις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, κατά τις διαπραγματεύσεις των οποίων έπαιξε καθοριστικό ρόλο -όπως υποδηλώνει και το όνομα της Συνθήκης- συνιστούν λόγους ανησυχίας για την ύπαρξη μιας καθημερινότητας  των γυναικών χωρίς βία (Final Draft Report, GREVIO, σελ..110).

Πανδημία και αύξηση των περιστατικών βίας κατά των γυναικών 

Σήμερα, οι στατιστικές μαρτυρούν την θλιβερή πραγματικότητα. Σύμφωνα με έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για το 2014, μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί σωματική βία, σεξουαλική βία, ή και τις δύο μορφές από την ηλικία των 15 ετών και έπειτα. Το 55% των γυναικών έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με μία ή περισσότερες μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης, ενώ το 11% έχει υποστεί ψηφιακή παρενόχληση. Τέλος, μία στις είκοσι έχει βιαστεί (Δελτίο Τύπου, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 2019

Επομένως, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη τήρησης της Σύμβασης περισσότερο από ποτέ, αφου γυναίκες και κορίτσια εξακολουθούν να  εκτίθενται σε υψηλότερο κίνδυνο βίας με βάση το φύλο σε σχέση με τους άνδρες, δεδομένου ότι η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει τις γυναίκες δυσανάλογα. 

Το πρώτο lockdown εξαιτίας της εξάπλωσης του COVID-19 την περασμένη άνοιξη οδήγησε πολλά κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να αναφέρουν αύξηση ρεκόρ στην ενδοοικογενειακή κακοποίηση. Παρόλο που τα τρέχοντα lockdowns που επιβλήθηκαν ξανά στις περισσότερες χώρες είναι λιγότερο περιοριστικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα, οι εθνικές ανοιχτές γραμμές ενδοοικογενειακής βίας αναφέρουν εκ νέου δραματικές αυξήσεις στις κλήσεις κινδύνου. Και καθώς οι άνθρωποι παραμένουν στο σπίτι και κατ’ επέκταση χρησιμοποιούν το διαδίκτυο περισσότερο, γίνεται λόγος και για άλλες μορφές «διαδικτυακής βίας», όπως ανακοίνωσε η Γενική Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης (Marija Pejčinović Burić, 2020). Η ίδια καλεί τα κράτη παγκοσμίως να λάβουν επείγοντα μέτρα για την πρόληψη δολοφονιών, καθώς και όλων των πράξεων βίας κατά των γυναικών, τονίζοντας τον πανδημικό χαρακτήρα των γυναικοκτονιών και της έμφυλης βίας  (Marija Pejčinović Burić, 2020). Αυτό το εγχείρημα, ειδικότερα, μπορεί να πραγματωθεί με συγκεκριμένα στοχευμένα μέτρα, όπως με την καθιέρωση 24ωρων τηλεφωνικών γραμμών και συμβουλευτικές υπηρεσίες, πρόσβαση σε καταφύγια θυμάτων, περιοριστικά μέτρα καθώς και άμεσες αστυνομικές παρεμβάσεις.

Καταληκτικά, το εντεινόμενο φαινόμενο της βίας υπογραμμίστηκε και στην έκθεση της 130ης Υπουργικής Συνόδου του Συμβουλίου της Ευρώπης την 4η Νοεμβρίου 2020, που διεξήχθη υπό την ελληνική προεδρία, όπου τονίστηκε ιδιαίτερα η ανάγκη προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η Διακήρυξη των Αθηνών επεσήμανε όχι μόνο την αναγκαία  δέσμευση των κρατών-μελών στην Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αλλά και την ανάγκη σύμπραξης όλων των μηχανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πραγμάτωση του προαναφερθέντος σκοπού, ιδιαίτερα στην περίοδο μιας παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης όπως η παρούσα ενω αξίζει να σημειωθεί, ότι η Ουγγαρία, η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν δεν υπέγραψαν την ανωτέρω διακήρυξη. 

Ανακεφαλαιώνοντας, η έγκριση εθνικών προϋπολογισμών για την εκπόνηση προγραμμάτων πρόληψης της βίας κατά των γυναικών, η εποπτεία της εκτελεστικής δράσης των κρατών μελών απο την ΕΕ, όπως επίσης και η διασφάλιση ότι οι υπηρεσίες υποστήριξης και προστασίας των θυμάτων θα λειτουργήσουν αποτελεσματικά μπορούν κυριολεκτικά να σώσουν ζωές. 

Τέλος, θα αποτελούσε παράλειψη της παραπάνω ανάλυσης η απουσία αναφοράς στην  ύπαρξη γραμμών επικοινωνίας και βοήθειας σε εθνικό επίπεδο. Κάθε γυναίκα που βιώνει περιστατικά βίας (έμφυλη ή ενδοοικογενειακή) μπορεί  να στείλει email ή να καλέσει στην τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 ή,επίσης να απευθυνθεί και στην τηλεφωνική γραμμή SOS “Δίπλα σου- 800 11 88881- Κατά της οικογενειακής βίας” η οποία είναι δωρεάν τηλεφωνική γραμμή χωρίς να αφήνει “ίχνη” στο λογαριασμό του τηλεφώνου. Λειτουργεί από το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης και παρέχει ψυχολογική, νομική και άλλη υποστήριξη. Πληροφορίες για τους τρόπους επικοινωνίας με τα Συμβουλευτικά Κέντρα και τις διευθύνσεις, μπορείτε να βρείτε επίσης στις ιστοσελίδες www.isotita.gr και www.womensos.gr.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Elisabeth Veronika Henn, (2018) International Human Rights Law and Structural Discrimination The example of Violenec against Women, Max Planck 

Francesca Ippolito, Sara Iglesias Sanchez, (2015) Protecting Vulnerable Groups: The European Human Rights Framework, Bloomsbury

Άρθρα

David Vig, Hungary: Blocking of domestic violence treaty further exposes women during COVID-19 crisis, Amnesty International Hungary]. Available here [Accessed 30 November 2020].

Fleur van Leeuwen,2020. Back on track! Court acknowledges gendered nature of domestic violence in M.G. v. Turkey, Strasbourg Observers. Available here  [Accessed 30 November 2020].

Hillary Margolis, 2020. Hungary Rejects Opportunity To Protect Women From Violence. Available here: [Accessed 30 November 2020].

Ivey, Madison, “It Takes a Village: An Analysis of Multilateralism and the Legal Mechanisms Designed to Prevent Violence AgainstWomen” (2019). Scripps Senior Theses. 1377 Αvailable here

Marc Santora, Poland Considers Leaving Treaty on Domestic Violence, Spurring Outcry, The New York Times . 2020, Available here [Accessed 30 November 2020].

Διεθνείς πράξεις

Marija Pejčinović Burić, Statement of the Secretary General of the Council of Europe 2020.Available here [Accessed 30 November 2020]

Δελτίο Τύπου, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Delaleu N., Κλωσίδης K., Σύμβαση Κωνσταντινούπολης: όλα τα κράτη μέλη να την επικυρώσουν άμεσα. 2019. Available here [Accessed 30 November 2020].

Διακήρυξη των Αθηνών, Διαθέσιμη εδώ   

Σύµβαση του Συµβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέµηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Διαθέσιμη εδώ  

Prepared by The Secretariat of the Committee on Equality and Non-Discrimination of the Parliamentary Assembly of the Council of Europe in cooperation with Anne-Katrin Speck, expert consultant, 2020, Available here [Accessed 30 November 2020].

Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence (GREVIO), Final draft report on Turkey, 2018. Available here [Accessed 16 January 2021]

Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence (GREVIO), Baseline report for Poland, 2020. Available here  [Accessed 16 January 2021]

International Justice Resource Center. 2020, Turkey, Poland consider leaving Istanbul Convention on violence against women. Available here [Accessed 30 November 2020]

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Ιστοσελίδα Συμβουλίου της Ευρώπης, εδώ


Απάντηση