Η σεξουαλική κακοποίηση με βάση την ψηφιακή εικόνα ως μία σύγχρονη μορφή έμφυλης βίας: οι επιπτώσεις και τα μέτρα για την αντιμετώπισή της

της Αντωνίας Στεργίου, Ερευνήτριας της Ομάδας Κοινωνικών Ζητημάτων

Διανύοντας το δεύτερο κύμα της ψηφιακής εποχής, η ανθρωπότητα καλείται πλέον να διαχειριστεί τις πολυεπίπεδες κοινωνικές επιπτώσεις που προκύπτουν μέσα από τη διαρκώς επιταχυνόμενη ανάπτυξη του διαδικτύου. Ακολουθώντας αυτή τη διαδρομή, η έμφυλη βία μεταφέρεται στον διαδικτυακό χώρο με νέα δεδομένα, χρησιμοποιώντας πάντα την ίδια βάση της άνισης σχέσης εξουσίας που αναπτύσσεται μεταξύ των φύλων.

Η διαδικτυακή βία ενάντια στις γυναίκες και τα κορίτσια παρουσιάζεται μέσα από πολλές μορφές, με αυτή της μη συναινετικής πορνογραφίας να εμφανίζει ιδιαίτερα ανησυχητική παρουσία τα τελευταία χρόνια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι επιπτώσεις της να αγγίζουν -και ενίοτε να ξεπερνούν- αυτές του μη ψηφιακού κόσμου.

Σχετική ορολογία: μορφές και διαφοροποιήσεις της διαδικτυακής βίας

Η διαδικτυακή βία κατά των γυναικών συνδέεται με όλες τις παράνομες και επικίνδυνες συμπεριφορές που ασκούνται σε βάρος τους στον ψηφιακό κόσμο. Περιλαμβάνει απειλές, σεξουαλική παρενόχληση, αναπαραγωγή ακραίου σεξιστικού λόγου, διαδικτυακή παρακολούθηση (stalking), καταδίωξη ή υποκίνηση βίας, ανεπιθύμητα, προσβλητικά ή σεξουαλικά μηνύματα, κοινή χρήση ιδιωτικών εικόνων ή βίντεο χωρίς συγκατάθεση κ.α. (European Commission, 2020).

Η μη συναινετική πορνογραφία, ή αλλιώς η σεξουαλική κακοποίηση με βάση την ψηφιακή εικόνα (image-based sexual abuse), η οποία χρησιμοποιείται ως όρος-ομπρέλα από τη σύγχρονη βιβλιογραφία, αναφέρεται κατά κύριο λόγο στις εξής συμπεριφορές: 

  1. τη μη συναινετική απόσπαση εικόνων γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν τροποποιηθεί ψηφιακά, για να προσθέσουν το πρόσωπο ενός ατόμου σε μια εικόνα που απεικονίζει εκ των προτέρων γυμνό ή σεξουαλικό περιεχόμενο,
  2. τη μη συναινετική διανομή εικόνων γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου στο Internet, αλλά και
  3. απειλές εναντίον ενός ατόμου προκειμένου να μην δημοσιοποιηθούν εικόνες γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου (Henry, Flynn & Powell, 2019).

Οι εικόνες μπορεί να είναι “αυτό-εικόνες” που τραβήχτηκαν από το θύμα (selfies), εικόνες που τραβήχτηκαν από άλλο άτομο, κλεμμένες ή εικόνες ως αποτέλεσμα χειραγώγησης, με σκοπό να απεικονίσουν το πρόσωπο ή το σώμα του θύματος με σεξουαλικό τρόπο. Οι εικόνες μπορούν να διανεμηθούν αρχικά από το θύμα ή από άλλο άτομο, ενώ υπάρχει και η περίπτωση το θύμα να μην γνωρίζει πως οι εικόνες του διανέμονται.

Η σημασία του λόγου: γιατί χρησιμοποιείται ο όρος «κακοποίηση»;

Η γλώσσα είναι σημαντική όσον αφορά τους τρόπους, με τους οποίους οι ευρύτεροι κοινωνικοί λόγοι διαμορφώνουν, μέσα από την άρθρωσή τους, την κατανόηση σχετικά με τις συμπεριφορές, τις επιπτώσεις τους και τον τρόπο αντιμετώπισης των τελευταίων. Με βάση αυτήν την παραδοχή, ο όρος «πορνογραφία» δεν περιγράφει με πλήρη σαφήνεια το πρόβλημα. Αντίθετα, η χρήση του όρου «κακοποίηση» δίνει στο φαινόμενο τη διάσταση και την ορατότητα που χρειάζεται, προωθώντας υπόρρητα την ανάγκη να καταπολεμηθεί.

Η κακοποίηση περιλαμβάνει μία σειρά από συμπεριφορές, οι οποίες χωρίζονται στις ακόλουθες κατηγορίες (Henry, 2016):

  • τα αντίποινα: όταν το κίνητρο του δράστη είναι η εκδίκηση, στοχεύοντας στην ταπείνωση και τον δημόσιο εξευτελισμό του θύματος, επειδή τερμάτισε τη σχέση. Πρόκειται για τον όρο “εκδικητική πορνογραφία” (revenge porn), ο οποίος αναπαράγεται συχνότερα από το κοινό και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η αμφισβήτηση που τίθεται από την ακαδημαϊκή κοινότητα εστιάζει στο ότι το κέντρο βάρους τοποθετείται στο κίνητρο του δράστη παρά στις επιθέσεις κατά της αξιοπρέπειας, της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της υγείας των θυμάτων  (European Women’s Lobby, 2017),
  • ο εκβιασμός: όταν ο δράστης επιδιώκει να λάβει περαιτέρω εικόνες, χρήματα ή ανεπιθύμητες σεξουαλικές πράξεις χρησιμοποιώντας υπάρχουσες εικόνες ή την απειλή των εικόνων, ανεξάρτητα από το αν αυτές υπάρχουν, 
  • η ηδονοβλεψία: όταν ο δράστης προσπαθεί να διανείμει ή να δημιουργήσει εικόνες ως μορφή σεξουαλικής ικανοποίησης, 
  • η εκμετάλλευση: όταν ο στόχος είναι η απόσπαση χρηματικών οφειλών μέσω του εμπορίου μη συναινετικών εικόνων σεξουαλικού περιεχομένου, αλλά και 
  • η επίθεση: όταν ο δράστης ή/και οι παρευρισκόμενοι καταγράφουν σεξουαλικές επιθέσεις και βιασμούς σε κινητά τηλέφωνα ή άλλες συσκευές και, στη συνέχεια, διανέμουν αυτό το υλικό.

Η πραγματικότητα μέσα από αριθμούς

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων, εκτιμάται πως μία στις 10 γυναίκες έχει υποστεί κάποιας μορφής διαδικτυακή βία πριν από την ηλικία των 15 ετών. Σε όλες τις ηπείρους, οι γυναίκες έχουν 27 φορές περισσότερες πιθανότητες να παρενοχληθούν διαδικτυακά. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2017, στην Αμερική, οι γυναίκες -και ειδικότερα οι νέες- έρχονται αντιμέτωπες με διαδικτυακή κακοποίηση σε πολύ υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τους άνδρες. Περίπου το 21% των γυναικών ηλικίας 18 έως 29 ετών αναφέρουν ότι έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στο Διαδίκτυο, ποσοστό που υπερδιπλασιάζεται σε σύγκριση με το αντίστοιχο μεταξύ ανδρών στην ίδια ηλικιακή ομάδα (9%). Επιπλέον, περίπου το μισό ποσοστό νεαρών γυναικών ηλικίας 18-30 ετών (53%) δηλώνει ότι δέχτηκε εικόνες σεξουαλικού περιεχομένου, χωρίς να έχει ερωτηθεί και συναινέσει (Daggan, 2017).

Το 2019, έρευνα του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Εγκληματολογίας έδειξε πως ένα στα πέντε (δηλαδή ποσοστό ύψους 23%) άτομα που συμμετείχαν είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση με βάση την ψηφιακή εικόνα. Οι πιο μορφές αφορούσαν τη λήψη γυμνών ή σεξουαλικών εικόνων χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με το ένα στα πέντε (περί το 20%) να αναφέρει αυτές τις εμπειρίες. Επίσης, συνηθισμένο ήταν να διανέμονται γυμνές ή σεξουαλικές εικόνες χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με το ένα στα 10 (11%) να φτάνει στην καταγγελία (Henry, Flynn & Powell, 2019).

Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι οι άνδρες που συμμετείχαν στην ίδια έρευνα είχαν περισσότερες πιθανότητες (50%) από τις γυναίκες (42%) να έχουν στείλει εθελοντικά μία δική τους εικόνα με σεξουαλικό περιεχόμενο. Αποδείχθηκε, επίσης, πως οι άνδρες ήταν πιο πιθανό να στείλουν εικόνα σε άτομο που γνώριζαν μόνο μέσω του Διαδικτύου (37% των ανδρών σε σύγκριση με το 21% των γυναικών) ή σε κάποιο άτομο που είχαν μόλις γνωρίσει (31% των ανδρών σε σύγκριση με το 17% γυναικών). Αντίστοιχα, μία έρευνα που αφορά τις επιπτώσεις της εκδικητικής πορνογραφίας στην ψυχική υγεία αναφέρεται στο κομμάτι της εμπιστοσύνης και στο γεγονός ότι οι γυναίκες είναι δυσκολότερο να μοιραστούν εικόνες σεξουαλικού περιεχομένου με άτομα που δεν γνωρίζουν καλά. Τα ευρήματα αυτά σχηματίζουν μια ενδεικτική εικόνα, απαντώντας στο αντεπιχείρημα που αναπτύσσεται συνήθως πως οι περισσότερες περιπτώσεις μη συναινετικής πορνογραφίας είναι ευθύνη των θυμάτων που έδρασαν απερίσκεπτα, χωρίς να υποπτευθούν κάθε ενδεχόμενο αποτελέσμα.

Τέλος, κατά τη διάρκεια των γενικών απαγορευτικών που επιβλήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 2020, η εθνική γραμμή βοήθειας για περιπτώσεις μη συναινετικής πορνογραφίας κατέγραψε διπλάσια αύξηση των καταγγελιών σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Πιο συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2020, αναφέρθηκαν 242 περιστατικά σε σχέση με τα 122 του Απριλίου του προηγούμενου έτους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η μη συναινετική πορνογραφία είναι παράνομη στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία, είναι αξιοσημείωτο ότι υποβλήθηκαν συνολικά περίπου 2.050 αναφορές, μια αύξηση της τάξης του 22% σε σχέση με το 2019.

Επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των θυμάτων

Σύμφωνα με τον ορισμό από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ψυχική υγεία είναι μια κατάσταση ευημερίας, στην οποία ένα άτομο συνειδητοποιεί τις δικές του ικανότητες, μπορεί να αντιμετωπίσει τις αγχωτικές καταστάσεις της ζωής του, να εργαστεί παραγωγικά και είναι σε θέση να συμβάλει στην κοινότητά του. Πολλαπλοί κοινωνικοί, ψυχολογικοί και βιολογικοί παράγοντες καθορίζουν το επίπεδο ψυχικής υγείας ενός ατόμου ανά πάσα στιγμή. Για παράδειγμα, η βία και οι συνεχείς κοινωνικοοικονομικές πιέσεις είναι αναγνωρισμένοι κίνδυνοι για τη διατήρηση της (WHO, 2020).

Βάσει αυτού, έχει αποδειχθεί πως η σεξουαλική παρενόχληση προκαλεί δριμείες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των θυμάτων. Συνδέεται στενά με συμπτώματα μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, άγχους, αυτό-κατηγοριών, έλλειψης αυτοεκτίμησης, κατάχρησης ουσιών, άρνησης ή/και απώθησης των γεγονότων σε μια προσπάθεια να καταπιέσουν ή να εξαφανίσουν τα δυσάρεστα συναισθήματα. Πολλά θύματα, επίσης, συχνά βιώνουν αισθήματα ντροπής και αμηχανίας σχετικά με την εμπειρία τους, σκεπτόμενες ότι τα περιστατικά προκλήθηκαν με δική τους ευθύνη και ότι η καταγγελία τους θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω έκθεσή τους στο περιβάλλον τους. Στην περίπτωση, μάλιστα, που ο δράστης ανήκε στο στενό περιβάλλον τους, τα θύματα συχνά νιώθουν ότι τα ίδια δεν θα γίνουν πιστευτά. 

Επιπλέον, από τη στιγμή που μία φωτογραφία ή ένα βίντεο δημοσιευθεί στο Διαδίκτυο είναι πολύ δύσκολο στη συνέχεια να απομακρυνθεί. Αυτό καθιστά τις επιπτώσεις συνεχείς και μακράς διάρκειας για τα θύματα. Έχει αποδειχθεί πως, στην προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων αυτών, πολλά άτομα διαγράφουν τους λογαριασμούς των κοινωνικών δικτύων τους και περιορίζουν τις επαφές τους. Η κατάργηση αυτού του σύγχρονου τρόπου επικοινωνίας συχνά τα απομονώνει  από τις θετικές κοινωνικές σχέσεις με τους φίλους και την οικογένειά τους, οδηγώντας τα σε κοινωνικό αποκλεισμό.

Τέλος, τόσο η δημοσιοποίηση του σεξουαλικού περιεχομένου όσο η παραβίαση της εμπιστευτικότητας προκαλούν διαφορετικά είδη τραυματισμών. Και τα δύο περιλαμβάνουν την αποκάλυψη των μυστικών ενός ατόμου, αλλά η παραβίαση της εμπιστευτικότητας παραβιάζει την εμπιστοσύνη σε ένα συγκεκριμένο είδος σχέσης. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο ότι το θύμα έχει προδοθεί, συμπεριφορά που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην μετέπειτα αλληλεπίδραση του ατόμου με άλλα άτομα (Larkin, 2014).

Νομικό πλαίσιο

Το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την Εμπορία Παιδιών, την Παιδική Πορνεία και την Παιδική Πορνογραφία

Αναγνωρισμένης της ανάγκης για περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των κρατών για την καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας, η Ελλάδα με τον Ν. 3625/2007 επικύρωσε το  Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία. Σε αυτό ορίζεται ρητά στο άρθρο 2 παράγραφος (γ) ότι “παιδική πορνογραφία σημαίνει κάθε αναπαράσταση, με οποιοδήποτε μέσο, ενός παιδιού που εμπλέκεται σε πραγματικές ή προσομοιωμένες γενετήσιες δραστηριότητες, ή οποιαδήποτε αναπαράσταση των γεννητικών οργάνων ενός παιδιού πρωταρχικά για γενετήσιους σκοπούς”, ενώ στο άρθρο 3 παράγραφος 1(γ) υπογραμμίζεται η ανάγκη για κατάρτιση ποινικής νομοθεσίας για την παραγωγή, διάθεση, διάδοση, εισαγωγή, εξαγωγή, προσφορά, πώληση ή κατοχή για τους σκοπούς παιδικής πορνογραφίας.

Η σημασία της ποινικοποίησης της μη συναινετικής πορνογραφίας

Η νομική και κοινωνική καταδίκη της παιδικής πορνογραφίας αποτελεί παράδειγμα της συλλογικής κατανόησης ότι η προβολή, η διανομή και η παραγωγή ορισμένων ειδών σεξουαλικών εικόνων ή βίντεο είναι βλαβερές ενέργειες τόσο για τα παιδιά, όσο και για την κοινωνία.

Η μη συναινετική πορνογραφία εγείρει παρόμοιες ανησυχίες, καθώς οι συνέπειές της μπορεί να καταστούν μόνιμες και καταστροφικές. Χωρίς αμφιβολία η άνοδός της μεταξύ ενηλίκων σχετίζεται σίγουρα με το γεγονός ότι οι δράστες έχουν ελάχιστα κίνητρα να απέχουν από μια τέτοια συμπεριφορά. Το ποινικό δίκαιο είναι απαραίτητο για την αποστολή ενός σαφούς μηνύματος σε πιθανούς δράστες ότι αυτού του είδους η άσκηση διαδικτυακής βίας επιφέρει σοβαρότατες κυρώσεις για τα ίδια και το ποινικό μητρώο τους. Μια προσέγγιση ποινικού δικαίου, επίσης, θα συνδράμει στην κατανόηση ότι η μη συναινετική δημοσίευση των εικόνων σεξουαλικού περιεχομένου συνιστά πράγματι μορφή σεξουαλικής κακοποίησης. Όταν η σεξουαλική κακοποίηση αφορά στο φυσικό σώμα ενός ατόμου, θεωρείται βιασμός ή σεξουαλική επίθεση. Το γεγονός ότι η μη συναινετική πορνογραφία δεν περιλαμβάνει σωματική επαφή, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αποτελεί σεξουαλική κακοποίηση, η οποία πρέπει να διώκεται ποινικά (Citron & Franks, 2014).

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης

Τον περιορισμό της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας πραγματεύεται η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η πρώτη ευρωπαϊκή συμφωνία για το αντικείμενο (επισημαίνεται ότι διεθνώς τέτοιου είδους ζητήματα ρυθμίζονται και στην Διαμερικανική Σύμβαση Belém do Pará). Διάφορα άρθρα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης μπορούν να εφαρμοστούν στο ζήτημα της ψηφιακής βίας, όπως το άρθρο 33 (για την ποινικοποίηση της ψυχολογικής βίας), το άρθρο 34 (για την παρακολούθηση/stalking), καθώς και το άρθρο 40 (για την σεξουαλική παρενόχληση) (European Women’s Lobby, 2017).

Προτάσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου

Αφομοιώνοντας τη γενική παραδοχή πως η σεξουαλική κακοποίηση βάσει εικόνας αγγίζει σε υψηλό βαθμό το μεγαλύτερο πρόβλημα της βίας κατά των γυναικών, η κατεύθυνση ως προς τα μέτρα αντιμετώπισης πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτήν. Τα κράτη  πρέπει να στοχεύουν στην επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τους ορισμούς των μορφών της διαδικτυακής βίας και να ενσωματώσουν αυτές τις μορφές βίας στην υπερεθνική και εθνική νομοθεσία, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα θύματα έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στις εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης.

Παράλληλα, οι στρατηγικές για την αντιμετώπιση της διαδικτυακής βίας πρέπει να περιλαμβάνουν τις φωνές των γυναικών που έχουν αντιμετωπίσει αντίστοιχα περιστατικά. Η προσέγγιση οφείλει να είναι πολυφωνική και συμπεριληπτική. Χρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί η χρηματοδότηση και στελέχωση τηλεφωνικών γραμμών και υπηρεσιών υποστήριξης, προκειμένου να υποστηριχθούν και να προστατευτούν τα θύματα διαδικτυακής βίας.

Τα συστήματα αστυνόμευσης και δικαιοσύνης και οι επαγγελματίες που τα απαρτίζουν θα πρέπει να εκπαιδευτούν, για να εντοπίζουν, να ανταποκρίνονται, διώκοντας τέτοιου είδους υποθέσεις (European Women’s Lobby, 2017).

Επίλογος: Ζώντας στον πραγματικό κόσμο χωρίς τον φόβο του διαδικτυακού  

Οι διαδικτυακές πλατφόρμες έχουν εγείρει νέους, διαφορετικούς και πολύ-επίπεδους προβληματισμούς σε ζητήματα όπως η ασφάλεια, τα προσωπικά δεδομένα, η βία και η συναίνεση. Η Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη στο στόχο 5 για την ισότητα των φύλων, στις επιμέρους θεματικές, αναφέρει την ενίσχυση της χρήσης της τεχνολογίας γενικής εφαρμογής, και ιδίως της τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών, προωθώντας έτσι την ενδυνάμωση  των γυναικών. 

Η εφαρμογή αυτού αποκτά υπόσταση μέσα από την εξάλειψη της κακοποίησης βάσει της ψηφιακής εικόνας. Μπορεί η πρόοδος που αφορά την έμφυλη ισότητα να είναι εμφανής, δεν είναι, όμως, σε καμία περίπτωση αρκετή. Η κακοποίηση πάντα απαντά στην εξουσία που ο θύτης (θεωρεί πως) έχει σε βάρος των θυμάτων. Με δεδομένο αυτό, η καταπολέμησή της μπορεί να βασιστεί μόνο στη σωστή ενημέρωση, τη συλλογική δράση τόσο από την πολιτεία όσο και από τις ομάδες που την υφίστανται.

Βιβλιογραφία

Επιστημονικά άρθρα

Bates S. (2017). Revenge Porn and Mental Health: A Qualitative Analysis of the Mental Health Effects of Revenge Porn on Female Survivors. Feminist Criminology, Vol. 12(1), 22-42. Διαθέσιμο εδώ.

Citron D. and Franks M. (2014). Criminalizing Revenge Porn. Wake Forest Law Review, Vol. 49, p. 345+, University of Maryland Legal Studies Research Paper No. 2014-1. Διαθέσιμο εδώ.

Duggan M. (2017) Online Harassment 2017. Pew Research Center: Internet and Technology. Διαθέσιμο εδώ.

Henry N., Flynn A. and Powell A. (2019) Image-based sexual abuse: Victims and perpetrators. Australian Institute of Criminology, No 572. Διαθέσιμο εδώ.

Henry N. (2016) Henry responds to Dickson: “Revenge Porn”: A Victim Focused Response. UniSa Student Law Review Vol 2. Διαθέσιμο εδώ.

Paul J. Larkin Jr. (2014) Revenge Porn, State Law, and Free Speech, 48 Loyola L.A. Law Review  57. Διαθέσιμο εδώ.

Εκδόσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών

European Institute for Gender Equality. (2017). Cyber violence against women and girls. Διαθέσιμο εδώ.

European Women’s Lobby. (2017) Report: Mapping the state of online violence against women and girls in Europe. Διαθέσιμο εδώ.

Διεθνή κανονιστικά κείμενα

Βουλή των Ελλήνων. (2021) Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία. Διαθέσιμο εδώ.

Διαδικτυακές πηγές

European Commission. (2021) “What is gender-based violence?” Διαθέσιμο εδώ.

World Health Organization. (2021) “Mental health: strengthening our response” Διαθέσιμο εδώ.

Περιφερειακό Κέντρο Ενημέρωσης του ΟΗΕ. (2021) “Στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης” Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση