Η Ιδιωτικότητα στον καιρό της Πανδημίας

της Στέλλας Μίτιλη, Σοφίας Μωρίκη, Ελίζας Περβανίδη, Λυδίας Στάθη, μελών της Ομάδας Συνεντεύξεων

Ιδιωτικότητα, ένας όρος που σίγουρα χωρεί πολλή συζήτηση. Ακαδημαϊκοί των επιστημών του Δικαίου και της Φιλοσοφίας συχνά καταπιάνονται με την προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ο όρος, αλλά αποδεικνύεται ένα δύσκολο εγχείρημα. Η έννοια καθ’εαυτή της ιδιωτικότητας είναι ευρεία και πολλές φορές αδιευκρίνιστη. Για πολύ καιρό, και ιδιαίτερα πριν την “Κοινωνία Δικτύου”, η έννοια της ιδιωτικότητας χαρακτηριζόταν από το δίπολο ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Η Χριστίνα Ακριβοπούλου στο “Επιστήμη και Κοινωνία” (2011) κάνει μια εξαιρετική αναδρομή στο περιεχόμενο του όρου και πώς αυτός έχει μετασχηματιστεί, για να αποτυπώσει την πραγματικότητά μας, ιδιαίτερα στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. 

Η επίδραση του COVID-19 στις ζωές μας είναι γεγονός και ο τελευταίος χρόνος που διανύουμε είναι γεμάτος νέες συνθήκες, στις οποίες πρέπει προσαρμοστούμε. Γι’αυτό το λόγο, Ερευνήτριες της Ομάδας Συνεντεύξεων της SAFIA διενήργησαν μια μικρής κλίμακας ποιοτική έρευνα με ζητούμενο να προσδιοριστεί πώς ο COVID-19 έχει επηρεάσει την ιδιωτικότητά μας και πώς βλέπουμε την έννοια αυτή να μετασχηματίζεται για μία ακόμη φορά.  

Η μικρής κλίμακας ποιοτική έρευνα είχε 43 συμμετέχοντες, γυναίκες και άνδρες, και περιλαμβάνει την απάντηση σε ερωτηματολόγιο και σε σύντομες συνεντεύξεις ατόμων που ανήκουν στις ηλικιακές ομάδες των 18-24, 25-35 και 40+.  

Η πλειονότητα των συμμετεχόντων συμφωνούν στα βασικά χαρακτηριστικά του γενικότερου πλαισίου, της κοινωνικής μας πραγματικότητας. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, η πανδημία έχει επηρεάσει πολλούς τομείς, με κυριότερο αυτόν της κοινωνικής ζωής. Πιο συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες βρίσκουν ότι έχουν επηρεαστεί οι διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων, ειδικότερα των νεότερων, είτε είναι φιλικές είτε ερωτικές, ενώ ο εγκλεισμός έχει επηρεάσει και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας. Σχετικά με τον επαγγελματικό τομέα, κυριαρχεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον της εργασίας και των αμοιβών, αλλά έντονο είναι και το άγχος για το εργασιακό μέλλον, πάλι ιδιαίτερα στους νέους, οι οποίοι αισθάνονται ότι υπό αυτές τις συνθήκες η αγορά εργασίας δεν έχει χώρο για εκείνους. Είναι γεγονός ότι η οικονομική αναστάτωση που προκαλείται από την πανδημία είναι καταστροφική. Πολλοί άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους ή είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται, ενώ τα ποσοστά ανεργίας έχουν αυξηθεί στις μεγάλες οικονομίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πανδημία έχει αντίκτυπο και στην ψυχολογία των ατόμων, καθώς δυσκολεύονται να βρουν κίνητρο, για να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε δραστηριότητα, αλλά και να διαχωρίσουν τον επαγγελματικό από τον προσωπικό τους χώρο, όπως επιβεβαιώνουν και έρευνες από το Διανέοσις, που έλαβαν χώρα κατά το πρώτο lockdown και μετά το καλοκαίρι. Επιπλέον, η τηλεργασία κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι απομονώνεται κοινωνικά, ότι δεν είναι το ίδιο παραγωγικό στην εργασία του και πλέον την θεωρεί ιδιαίτερα εξαντλητική, λόγω της αδυναμίας διάκρισης ορίων μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας (public/private spheres), γεγονός που -κατ’ επέκταση- δημιουργεί και την αίσθηση εισβολής στον ιδιωτικό χώρο και “βολή” κατά της ιδιωτικότητας του ατόμου, αφού σύμφωνα με την IAPP (International Association of Privacy Professionals), η ιδιωτικότητα είναι το δικαίωμα να μείνεις μόνος, χωρίς εισβολές ή/και παρεμβολές.


Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η πανδημία του COVID-19 και τα αλλεπάλληλα lockdown -παγκόσμιο φαινόμενο- έχουν προκαλέσει μια σύγχυση ως προς τον ακριβή ορισμό των ατομικών ελευθεριών και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, ενώ πολλοί μιλούν ακόμα και για περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Εύλογο, λοιπόν, που το Συμβούλιο της Ευρώπης, αλλά και άλλοι Οργανισμοί -διεθνούς (βλ. Ηνωμένα Έθνη) ή περιφερειακής εμβέλειας- έχουν αναδείξει και συνεχίζουν να αναδεικνύουν διάφορα ζητήματα σχετικά με την επιρροή του COVID-19 στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Ομόφωνα καταφατική υπήρξε και η απάντηση των συμμετεχόντων στην έρευνα ως προς το αν επηρεάζεται η προσωπική τους ελευθερία λόγω των μέτρων που έχουν επιβληθεί με το lockdown. Χαρακτηριστικά η Ζ. (20 ετών) ανέφερε ότι «είμαστε σε μια φάση της ηλικίας μας που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και είμαστε απόλυτα περιορισμένοι να την ασκήσουμε». Στον αντίποδα, βέβαια, υπάρχει το σχόλιο του Α. (23 ετών), ο οποίος τόνισε ότι δεν νιώθει πως περιορίζουν την ελευθερία του τα μέτρα που έχουν πραγματικό αποτέλεσμα, από τη στιγμή που τίθενται για το καλό όλων και, εν τέλει, φέρουν θετικό αντίκρισμα στην κοινωνία. Αυτή η άποψη υποστηρίχθηκε και από μεγαλύτερες ηλικίες. 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η σύγχυση αυτή είναι σχετική με τον τρόπο και το σκοπό άσκησης των ατομικών ελευθεριών/δικαιωμάτων, προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα στην υγεία, κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα σε πλήθος διεθνών συμβάσεων, το οποίο θεωρείται ότι υπερέχει πολλών άλλων. 

Έχοντας εδραιώσει την δυστοκία ενός γενικού ορισμού της ιδιωτικότητας και ανωτέρω, ας δούμε πώς οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να την ορίσουν. Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων συμφωνούν ότι σχετίζεται με την προάσπιση των προσωπικών δεδομένων, την προστασία της προσωπικής ζωής και την προσδιορίζουν ως το δικαίωμα να αποφασίζουμε οι ίδιοι πώς, πότε, γιατί και μέχρι ποιο βαθμό τα δεδομένα-πληροφορίες που μας αφορούν διατίθενται σε τρίτους. Στο ερώτημα για το αν η πανδημία έχει επηρεάσει το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, οι απαντήσεις ποίκιλλαν, καθώς μια μερίδα υποστήριζε ότι δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την ιδιωτικότητα, αλλά διαφορετικά δικαιώματα και ελευθερίες, ενώ μια άλλη μερίδα ότι η ιδιωτικότητα επηρεάζεται μερικώς, λόγω της χρήσης πολλών τεχνολογικών μέσων για την διεκπεραίωση πολλών εργασιών, καθώς είναι περισσότερες οι πιθανότητες να παραβιαστεί το απόρρητο των δεδομένων μας. Για την ακρίβεια, η Homo Digitalis έστειλε ανοιχτή επιστολή στην Πολιτική Προστασία με προτάσεις για την εξασφάλιση των προσωπικών δεδομένων για την υπηρεσία 13033. Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι λόγω των επιβεβλημένων μέτρων, η ελευθερία τους περιορίζεται μερικώς και ένας εκ των συμμετεχόντων επιβεβαιώνει λέγοντας ότι “ο COVID-19 θέλοντας και μη έχει επηρεάσει την ιδιωτικότητά μας. Ιχνηλατήσεις μέσω κινητών και τα παρεπόμενά του, μηνύματα αναφοράς, μεγαλύτερο διαδικτυακό ίχνος, ευκολότερη καταπάτηση των πνευματικών δικαιωμάτων μας και πολλά άλλα που ξεχνάω”. Η «διάρρηξη της ιδιωτικής τους ζωής», όπως αναφέρει άλλος, φαίνεται να αποκρυσταλλώνεται στο γεγονός ότι όλοι οι πολίτες οφείλουν να μετακινούνται τις ίδιες ώρες, με συγκεκριμένο σκοπό, είναι υποχρεωμένοι να απαντήσουν σε αντίστοιχες ερωτήσεις των όποιων αστυνομικών. Υπήρξε, όμως, μια γενικότερη αίσθηση ότι αυτός ο περιορισμός είναι θεμιτός, εφόσον πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα και αποτελεσματικά μια παγκόσμια πανδημία. Συγκεκριμένα, ως προς την αναγκαστική αποστολή μηνυμάτων μετακίνησης, αρκετοί συμμετέχοντες ανέφεραν ότι, ενώ αρχικά θεωρούσαν χρήσιμο το σχετικό μέτρο, για να κατανοήσει ο κόσμος τη σοβαρότητα της κατάστασης και να περιορίσει τις άσκοπες μετακινήσεις, πλέον είναι άσκοπο, αφού οι πολίτες έχουν βρει τους τρόπους να χρησιμοποιούν τα μηνύματα καταχρηστικά. Χαρακτηριστικό ήταν πως 3 στους 9 συμμετέχοντες έκριναν αναποτελεσματικό μέτρο και από τη στιγμή που δε γίνονται συχνοί έλεγχοι από την Αστυνομία. Ακόμη, τόσο πρόσωπα νεαρής, όσο και μεγαλύτερης ηλικίας, ανέφεραν ότι φοβούνται μήπως τα προσωπικά τους δεδομένα μέσω των μηνυμάτων μετακίνησης μπορεί να καταγράφονται και να χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς, αναγνωρίζοντας, όμως, ότι η Κυβέρνηση έχει αρνηθεί σχετική δράση. Αυτή η εμπιστοσύνη προς την Κυβέρνηση και του χειρισμούς της, αντίκειται σε άλλες έρευνες, όπως αυτή του οργανισμού Freedom House, που ανέφερε ότι 37% των πολιτών παγκοσμίως που απάντησαν στη σχετική έρευνα, θεωρούν ότι δεν υπάρχει διαφάνεια στο χειρισμό της πανδημίας από τις Κυβερνήσεις τους. 

Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν στη συνέχεια σχετικά με το αν περνούν περισσότερες ώρες στο Διαδίκτυο στη νέα τους καθημερινότητα και αν αυτό έχει οδηγήσει σε αλλαγές στη συμπεριφορά και την ζωή τους γενικότερα. Πολλοί ήταν εκείνοι που απάντησαν ότι δεν περνούν περισσότερες ώρες οnline, κυρίως άτομα ανδρικού φύλου και συνεπώς δεν έχουν δει κάποια σχετική αλλαγή στη ζωή τους. 

Από την άλλη πλευρά, ακούστηκαν διάφορες απόψεις για το πώς οι περισσότερες ώρες μπροστά από μία οθόνη έχουν επηρεάσει την ακαδημαϊκή ζωή των φοιτητών, καθιστώντας τα μαθήματα πιο κουραστικά, αλλά και την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία άχαρη και άχρωμη. Το σύνολο των νέων ερωτηθέντων φαίνεται να αναγνωρίζει μόνο αρνητικές συνέπειες της τηλεκπαίδευσης, αφού τους απομακρύνει από το φυσικό περιβάλλον της σχολής τους, τούς στερεί τη δυνατότητα κοινωνικοποίησης, τη δυνατότητα καλύτερης κατανόησης του αντικειμένου της εκπαιδευτικής διαδικασίας -σε σχέση με τη φυσική παρουσία- ενώ τονίζουν ότι οι τόσες ώρες μπροστά από μία οθόνη τους έχει συνέπειες στην ψυχική υγεία, την παραγωγικότητα και τη διάθεσή τους. Δεν έλειψαν και εκείνοι που υποστήριξαν ότι η καθημερινότητά τους έχει γίνει χειρότερη, ανεξαρτήτως ηλικίας, καθώς νιώθουν ότι «ζούμε μια ζωή υποκατάστατο», στην οποία οι ανθρώπινες σχέσεις είναι επιφανειακές. 

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με έρευνες παγκοσμίως υπήρξε αύξηση της χρήσης των διαδικτυακών υπηρεσιών από 40-100% σε σχέση με την εποχή πριν το πρώτο lockdown του περσινού Μαρτίου. Χαρακτηριστικά, το ΖΟΟΜ που είναι διαδεδομένο για την εκπαιδευτική διαδικασία, γνώρισε δεκαπλάσια χρήση τον τελευταίο χρόνο από τους χρήστες του Διαδικτύου παγκοσμίως. 

Οι ερωτηθέντες των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων, από την άλλη πλευρά, φαίνονται να απολαμβάνουν την τηλεργασία, θεωρώντας ότι τους δίνει τη δυνατότητα περισσότερου ποιοτικού χρόνου και χρόνου ξεκούρασης τις ώρες που δεν εργάζονται (με τη μείωση του χρόνου μετακίνησης), τη δυνατότητα να περάσουν περισσότερο χρόνο με τις οικογένειες και τα οικεία πρόσωπα, αλλά και να χρησιμοποιήσουν τη Μετακίνηση 6, προκειμένου να αθληθούν και να περάσουν χρόνο στη φύση. 

Ως προς τον έλεγχο της σκοπιμότητας μετακίνησης, οι απόψεις φαίνεται να διίστανται μεταξύ όλων των ερωτηθέντων, όλων των ηλικιακών ομάδων. Συμμετέχοντες δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την άσκηση του ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές, κρίνοντας ότι συχνά προκαλεί φόβο και ανασφάλεια στους πολίτες, δεν είναι επιτυχημένο ως προς το σκοπό του, τον έλεγχο δηλαδή του σκοπού της μετακίνησης καθώς πολλές φορές η κρίση για αυτό είναι στην ευχέρεια του αστυνομικού (όταν π.χ. απουσιάζει το μήνυμα, πρόκειται για μετακίνηση εκτός του επιτρεπτού ωραρίου κ.λπ., ενώ η μετακίνηση είναι όντως απαραίτητη) και, επομένως, είναι άσκοπο και άστοχο. Υπήρξε γενικευμένη ανησυχία σχετικά με την κατάχρηση της σχετικής εξουσίας των αστυνομικών να ελέγχουν τη σκοπιμότητα της μετακίνησης, εφόσον δεν υπάρχουν πάντοτε αντικειμενικοί παράγοντες, για να ελεγχθεί η σκοπιμότητα της μετακίνησης, με αποτέλεσμα αρκετά πρόστιμα να θεωρούνται αυθαίρετα, χωρίς νομική βάση. Υπήρξε, ακόμη, η άποψη ότι ο ρόλος της Αστυνομίας θα ήταν συνετό να περιορίζεται στο να επιβλέπει την κίνηση και να συντάσσει αναφορές για την πορεία των εξελίξεων, αντί να ελέγχει τη σκοπιμότητα μετακίνησης σε ρόλο ρεσεψιονίστ.

Στο μέτρο απαγόρευσης της κυκλοφορίας μετά τις 9μ.μ. ή αντίστοιχα τις 6 ή 7μ.μ. τα Σαββατοκύριακα, οι περισσότεροι συμμετέχοντες κατέστησαν σαφή την εναντίωσή τους. Ειδικότερα, πολλοί υπήρξαν εκείνοι που βρίσκουν το μέτρο παράλογο, άστοχο, ακατανόητο, που στερείται λογικής, καθώς και η πλειονότητα τονίζει ότι προκαλεί άγχος στο άτομο, φόβο, τους κάνει να καταλαβαίνουν ακόμη περισσότερο τον περιορισμό, όντας κλεισμένοι στο σπίτι, αδυνατώντας να βγουν και δηλώνουν ότι ίσως  προκαλεί μεγαλύτερο συνωστισμό των πολιτών κατά τις ώρες, που η μετακίνηση είναι επιτρεπτή και αυτό επηρεάζει την αποτελεσματικότητά του. Ιδιαίτερα έντονη υπήρξε η αντίδραση κάποιων ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς θεωρούν ότι τους περιορίζει υπερβολικά στις εξόδους τους, όταν πρέπει να σχολάσουν σε απογευματινές ώρες. Μειοψηφούσα υπήρξε η άποψη που θεωρεί ότι το μέτρο είναι δυνατό να περιορίσει τη διασπορά του ιού, ενώ άλλο πρόσωπο υποστήριξε ότι δεν το επηρεάζει η σχετική απαγόρευση, εφόσον δε μετακινείται τις συγκεκριμένες ώρες. 

Σε σχέση με την ανάγκη προσκόμισης αρνητικού τεστ για ποικίλες δραστηριότητες, αλλά και το ενδεχόμενο να ισχύσει κάτι τέτοιο με ένα αποδεικτικό εμβολιασμού στο μέλλον, οι απόψεις των ερωτηθέντων φαίνονται να μην είναι ξεκάθαρες, καθώς ένα τέτοιο μέτρο από τη μία πλευρά προασπίζει την υγεία όλων μας, από την άλλη αποτελεί προσβολή της ιδιωτικότητάς μας, καθώς ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός και εναπόκειται στην αυτόβουλη απόφαση του ατόμου. Υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ένα τέτοιο μέτρο θα διχάσει, θα πολώσει και θα διαχωρίσει τους πολίτες σε εμβολιασμένους και μη εμβολιασμένους.

Συνοψίζοντας, είναι εμφανές ότι η πανδημία έχει επηρεάσει την ιδιωτικότητά μας, ίσως κατά έναν τρόπο που πλέον την αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά σε σχέση με το παρελθόν. Τα μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας που έχουν παρθεί στη χώρα μας κρίνονται απαραίτητα από όλους τους συμμετέχοντες στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης προάσπισης του δικαιώματος στην υγεία, αλλά υπάρχει διχογνωμία για το εάν και σε ποιο βαθμό αυτά καθ’εαυτά τα μέτρα είναι εύστοχα και αποτελεσματικά και δικαιολογούν τον περιορισμό της ιδιωτικότητας των ατόμων ή, από την άλλη, ο αντίκτυπος που έχουν στην προσωπική ζωή και την ψυχική υγεία των πολιτών είναι μικρότερος από την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Κρίνεται, λοιπόν, απαραίτητο να κατανοήσουμε πως οι ισορροπίες ανάμεσα στην επιβολή μέτρων που εξασφαλίζουν τη δημόσια υγεία και την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, είναι λεπτές. Γίνεται αντιληπτό ότι οι πολίτες συνειδητοποιούν την ύπαρξη του υγειονομικού κινδύνου και επιθυμούν να έρθει το τέλος της πανδημίας. Παρ’όλα αυτά, γενικευμένο παρατηρείται το αίσθημα της κούρασης ως προς την τήρηση των μέτρων και η ανάγκη επιστροφής στην καθημερινότητα, όπως επίσης και η επιβολή μέτρων που θα σέβονται την ιδιωτικότητα και τα κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα. Επομένως, γνώμονας πάντοτε θα πρέπει να είναι οι ανάγκες των ίδιων των πολιτών και ενδεχομένως μας εμπνεύσει θετικά το παράδειγμα της Ολλανδίας, που μέσα από σχετική δράση, έδωσε σε 30.000 πολίτες τη δυνατότητα να συνεισφέρουν συμβουλευτικά στη νομοθετική διαδικασία.


Απάντηση