Wildlife Crime: Η διεθνής διάσταση των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής

της Αθανασίας Τριάντου, Συντονίστριας της Ομάδας Κοινωνικών Ζητημάτων

Εισαγωγή

Η 3η Μαρτίου καθιερώθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως η Παγκόσμια Ημέρα Άγριας Ζωής, στις 20 Δεκεμβρίου του 2013: η 3η Μαρτίου σηματοδοτεί την υπογραφή της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Ειδών Άγριας Χλωρίδας και Πανίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora – CITES), η οποία έλαβε χώρα το 1973. 

Η παρούσα ανάλυση στοχεύει στην αποσαφήνιση της έννοιας των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής (ευρύτερα γνωστή με την αγγλική ονομασία “wildlife crime”), αλλά και στην αποτύπωση της διεθνούς διάστασης που έχει λάβει το φαινόμενο. Διεθνείς οργανισμοί, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η INTERPOL, έχουν αναγνωρίσει τη σημασία του ζητήματος και δρουν με στόχο την καταπολέμηση και την πρόληψή του.

Ορισμός των εγκλημάτων κατά της άγριας ζωής και στατιστικά στοιχεία

Σύμφωνα με την Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τα Εγκλήματα σε βάρος της Άγριας Ζωής για το 2020 (World Wildlife Crime Report), δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός ορισμός για το φαινόμενο, καθώς δεν έχει οριστεί σε καμία διεθνή συνθήκη. Ωστόσο, το περιγράφει ως “τη συλλογή και το εμπόριο (ειδών άγριας ζωής) που αντιτίθεται στην εθνική νομοθεσία, και συγκεκριμένα (αλλά όχι αποκλειστικά) στους εθνικούς νόμους που έχουν ενσωματωθεί για την εφαρμογή της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Ειδών Άγριας Χλωρίδας και Πανίδας που απειλούνται με εξαφάνιση”.

Γενικότερα, είναι δύσκολη η οριοθέτηση του εύρους των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής. Ενδεικτικά, αναφέρονται οι εξής πράξεις (Fact Sheet of the Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals – UN Environment Programme):

  • Λαθροθηρία (poaching), 
  • Δηλητηρίαση, παράνομο εμπόριο ή κυνήγι εκτός της νόμιμης περιόδου ή εντός προστατευόμενων περιοχών,
  • Εμπόριο πλήρως προστατευόμενων ειδών,
  • Θανάτωση προστατευόμενων δελφινιών με σκοπό την χρησιμοποίησή τους ως δολωμάτων για ψάρεμα, ή κατανάλωση δελφινιών ως απάντηση στα μειωμένα αλιεύματα,
  • Θανάτωση θαλάσσιων χελωνών και συλλογή των αυγών τους για κατανάλωση, και χρήση του κελύφους τους ως διακοσμητικού προϊόντος.

Αξιομνημόνευτα είναι και ορισμένα στατιστικά στοιχεία, αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία από τα Ηνωμένα Έθνη και την INTERPOL:

  • Μεταξύ του 2010 και του 2012, θανατώθηκαν ως και 100.000 Αφρικανικοί ελέφαντες,
  • Στην Ασία, η λαθροθηρία Αφρικανικού ελεφαντόδοντου κυμαίνεται από 165 έως 188 εκατ. δολάρια,
  • Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής υπολογίζεται στα 20 δισ δολάρια ανά έτος,
  • Το 2015, περίπου 1.300 ρινόκεροι αξιοποιήθηκαν για λαθροθηρικούς σκοπούς στην Αφρική,
  • Μεταξύ του 2007 και του 2013, περισσότεροι από 100.000 παγκολίνοι είχαν αρπαγεί, στα πλαίσια του παρανόμου διεθνούς εμπορίου,
  • Ο πληθυσμός των Ασιατικών τίγρεων έχει μειωθεί κατά 95%, τον τελευταίο αιώνα.

Φυσικά, θα πρέπει να σημειωθεί πως τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν την “κορυφή του παγόβουνου”. Αυτό σημαίνει πως δεν αντανακλούν τη συνολική και πραγματική διάσταση των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος της. Συνεπώς, χρησιμοποιώντας εγκληματολογικούς όρους, το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο σκοτεινό αριθμό.

Προστασία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο – Τα βασικότερα κείμενα

Το νομικό πλαίσιο για την συντήρηση και προστασία της άγριας ζωής είναι ευρύτατο, και είναι αυτονόητο πως δεν μπορούν να αναλυθούν όλα τα σχετικά κείμενα, επομένως έχουν επιλεγεί τα πλέον σχετικά με το υπό μελέτη ζήτημα. Ο ευρύς αριθμός διεθνών νομοθετικών κειμένων αναδεικνύει τη σοβαρότητα του ζητήματος, η οποία αποτυπώθηκε στη Διακήρυξη του Λονδίνου για το παράνομο εμπόριο ειδών άγριας ζωής, όπου τονίζονται οι σοβαρότατες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του παράνομου εμπορίου ειδών άγριας ζωής. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση που αναφέρεται στην τέταρτη παράγραφο: “το παράνομο εμπόριο ειδών άγριας ζωής στερεί από τα κράτη το φυσικό τους κεφάλαιο και την πολιτιστική τους κληρονομιά, με σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες”.

Το βασικό διεθνές νομοθετικό κείμενο για τα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής, είναι η προαναφερθείσα Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Ειδών Άγριας Χλωρίδας και Πανίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora – CITES)

Η Σύμβαση υπεγράφη το 1973 και τέθηκε σε ισχύ το 1975, ενώ αριθμεί πάνω από 150 κράτη μέρη. Ελέγχει το διεθνές εμπόριο συγκεκριμένων ειδών, τα οποία κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς εισήγαγε συγκεκριμένες διαδικασίες για την τέλεσή του, μέσω εξουσιοδοτικού μηχανισμού για τις σχετικές ενέργειες (licensing system). Κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να έχει μία ή περισσότερες διαχειριστικές αρχές (management authorities) για τον εξουσιοδοτικό μηχανισμό, αλλά και μία ή περισσότερες επιστημονικές αρχές (scientific authorities), που θα παρέχουν συμβουλές για τις επιπτώσεις του εμπορίου στα είδη που αναφέρει η Σύμβαση. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η Σύμβαση δεν παρέχει προστασία για τις σχετικές πράξεις, όταν τελούνται εντός μιας συγκεκριμένης χώρας, αλλά αφορά τον έλεγχο του διεθνούς εμπορίου.

Η Σύμβαση περιλαμβάνει τρία (3) παραρτήματα. Το πρώτο αφορά τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση, και το εμπόριο των οποίων επιτρέπεται κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες. Το δεύτερο αφορά τα είδη που δεν απειλούνται αναγκαστικά με εξαφάνιση, το εμπόριο των οποίων όμως πρέπει να ελέγχεται ώστε να μην έχει επιπτώσεις στην επιβίωσή τους. Τέλος, το τρίτο παράρτημα αφορά είδη που προστατεύονται σε τουλάχιστον ένα κράτος μέρος, που έχει ζητήσει τη συνδρομή άλλων κρατών μερών στον έλεγχο του εμπορίου.

Παράλληλα, υπάρχει και η Σύμβαση για τη Συντήρηση των Αποδημητικών Ειδών των Άγριων Ζώων, ευρύτερα γνωστή ως “Σύμβαση της Βόννης” (Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals – Bonn Convention). Αυτή αφορά τη δημιουργία ενός διεθνούς πλαισίου για τη συντήρηση και τη βιώσιμη αξιοποίηση των αποδημητικών ειδών. Στο πρώτο της παράρτημα περιλαμβάνονται τα αποδημητικά είδη που απειλούνται με εξαφάνιση, ενώ στο δεύτερο παράρτημα απαριθμούνται εκείνα που χρειάζονται τη συνδρομή της διεθνούς συνεργασίας για την επιβίωσή τους (ή που θα ωφελούνταν απλώς από αυτήν).

Αξιοσημείωτο είναι και το Σχέδιο Δράσης της Ε.Ε. για την Καταπολέμηση του Εμπορίου Άγριας Ζωής (EU Action Plan against Wildlife Trafficking). Αυτό θέτει τρεις (3) προτεραιότητες: α) την πρόληψη του εμπορίου άγριας ζωής και τον εντοπισμό των βασικών του αιτίων, β) την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και την πιο αποτελεσματική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε βάρος της άγριας ζωής και γ) την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση του φαινομένου.

Τα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής υπό το πρίσμα της Εγκληματολογίας: Η σύνδεση με την Πράσινη Εγκληματολογία (Green Criminology) και το περιβαλλοντικό έγκλημα (environmental crime)

Τα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής εντάσσονται στο πλαίσιο των, όπως αποκαλούνται στην Εγκληματολογία, περιβαλλοντικών εγκλημάτων. Τα εγκλήματα που τελούνται εις βάρος του περιβάλλοντος και των ζώων, αρχίζουν και προσελκύουν το ενδιαφέρον στην εγκληματολογική επιστήμη. Αυτά τα εγκλήματα μελετώνται από τους νεοσύστατους κλάδους της Πράσινης Εγκληματολογίας (Green Criminology), αλλά και της Εγκληματολογίας της Συντήρησης (Conservation Criminology). Η μεν, που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ‘90 από τον M. J. Lynch, ασχολείται με τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, υπό μια ευρεία έννοια: ως “περιβάλλον” νοείται το σύνολο του οικοσυστήματος, συμπεριλαμβανομένων των ζώων, των φυσικών πόρων, των δασών κλπ (Σπινέλλη, 2014). Η δε, αφορά τη μελέτη της μη βιώσιμης εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, ως αιτίου και αιτιατού των κοινωνικών συγκρούσεων (Gore, 2017)

Τα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής, όπως και εν γένει τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, αναφέρονται πολύ συχνά ως “εγκλήματα χωρίς θύμα”/victimless crimes (Environmental Investigation Agency, 2008). Αυτό, ίσως, συμβαίνει επειδή δεν στοχεύουν συγκεκριμένα σε κάποιον άνθρωπο, αλλά στο ίδιο το περιβάλλον. Ωστόσο, ας μην λησμονείται πως ο αντίκτυπος τέτοιων εγκλημάτων αφορά ολόκληρη την κοινωνία, και κατά συνέπεια τα μέλη που την απαρτίζουν.

Αυτό το οποίο πρέπει να σημειωθεί, είναι πως ακολουθείται μια προσέγγιση ευρύτερη της νομικής: μελετάται η περιβαλλοντική βλάβη, υπό το πρίσμα τριών (3) θεωρητικών πλαισίων (Wellsmith, 2011):

  • των περιβαλλοντικών δικαιωμάτων και της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης (environmental rights and environmental justice),
  • της οικολογικής υπηκοότητας και της οικολογικής δικαιοσύνης (ecological citizenship and ecological justice),
  • των δικαιωμάτων των ζώων και της δικαιοσύνης των ειδών (animal rights and species justice).

Οι δράστες εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής μπορούν να διακριθούν σε τρεις (3) κατηγορίες, ανάλογα με την έκταση και το πεδίο της δράσης τους (Wilson-Wilde, 2010):

  • Δράστες που ενεργούν περιστασιακά, δοθείσης της ευκαιρίας (minor offenders). Συνήθως ασχολούνται με ανταλλαγές μεταξύ συλλεκτών ειδών της άγριας ζωής (wildlife collectors),
  • Δράστες που ενεργούν στο πλαίσιο του οργανωμένου παράνομου εμπορίου (organized illegal trading). Αυτό στοχεύει στην απόκτηση κέρδους και την ανταπόκριση στις ανάγκες της αγοράς, απαιτεί σχεδιασμό και μπορεί να αποτελέσει απειλή για την άγρια ζωή, με σκοπό την κερδοσκοπία μέσω της πώλησης ειδών της άγριας ζωής στη μαύρη αγορά,
  • Δράστες που επιδίδονται σε σοβαρές, υψίστης σημασίας εγκληματικές δραστηριότητες (serious major criminal activity). Διαφέρει από την ανωτέρω κατηγορία ως προς το εξής: αφορά ομάδες με πολύ καλά δομημένη οργάνωση, που δρουν επαγγελματικά στο εμπόριο ειδών άγριας ζωής και έχουν οικονομική υποστήριξη. Συχνά εμπλέκονται και σε μεγάλες απάτες και εμπόριο ναρκωτικών ουσιών. 

Διεθνικό οργανωμένο έγκλημα και διαφθορά

Υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ του παράνομου εμπορίου ειδών άγριας ζωής και του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με το World Wildlife Crime Report των Ηνωμένων Εθνών για το έτος 2020, που αναφέρθηκε και ανωτέρω, υπάρχει σύνδεση μεταξύ των νόμιμων και των παράνομων αγορών, κάτι που είναι σημαντικό να κατανοηθεί. Οι παράνομες αγορές, σε ορισμένα πράγματα δεν διαφέρουν από τις νόμιμες: υπάρχουν κανονισμοί και ο καθορισμός των τιμών γίνεται στη βάση των επιπέδων προσφοράς και ζήτησης.

Βάσει και πάλι της προαναφερθείσας Έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών, η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε βάρος της άγριας ζωής και των δασών δεν αποτελεί προτεραιότητα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην αδυναμία της σχετικής νομοθεσίας, αλλά και στην (ηθελημένη ή μη) αδράνεια των διωκτικών αρχών. Οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων τείνουν να εκμεταλλεύονται τα νομοθετικά κενά και τις αδυναμίες των χωρών όπου δρουν. Παράλληλα με την εξέλιξη της τεχνολογίας, το διεθνικό οργανωμένο εμπόριο της άγριας ζωής περνά και στη διαδικτυακή σφαίρα, όπου οι δράστες μπορούν εύκολα να αλλάζουν διαδικτυακές πλατφόρμες, όταν φτάνει η στιγμή εμπλοκής των αρμοδίων αρχών -κάτι που επιβεβαιώνει και ενισχύει την κρυφή και οργανωμένη φύση του φαινομένου.

Εδώ είναι εμφανής η σχέση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος με τη διαφθορά, αναφορικά με το υπό μελέτη φαινόμενο. Η διαφθορά έχει αναφερθεί ως ένα σημαντικό πρόβλημα στην καταπολέμηση των εγκλημάτων κατά της άγριας ζωής, συνδυαστικά με τον μεγάλο σκοτεινό αριθμό (δηλαδή του μικρού αριθμού εγκλημάτων που γίνονται γνωστά), ενώ παρατηρείται κατά βάση στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες έχουν εμφανή προβλήματα τόσο στην ίδια τη νομοθεσία, όσο και στην πρακτική εφαρμογή της (Wellsmith, 2012). Ταυτόχρονα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι δράστες που εμπλέκονται σε ιδιαιτέρως σοβαρές μορφές οργανωμένου εγκλήματος, πολύ συχνά σχετίζονται, μεταξύ άλλων, και με απάτες. Μελέτες έχουν δείξει πως τα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής ανθίζουν σε χώρες που πλήττονται από τη διαφθορά, οι κυβερνητικοί θεσμοί είναι αδύναμοι και οι ευκαιρίες οικονομικης ανάπτυξης είναι μηδαμινές. Η διαφθορά διευκολύνει το παράνομο εμπόριο ειδών άγριας ζωής, τις παράνομες συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων χωρών και, άρα, εξυπηρετεί τη διεθνική του διάσταση (Martini, 2013).

Η απάντηση των διεθνών οργανισμών στα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής

Έχοντας αναγνωριστεί ως ένα ζήτημα που απαιτεί διεθνή συνεργασία για την πρόληψη και την καταστολή του, είναι εύλογο πως οι διεθνείς οργανισμοί δε θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι. Οι οργανισμοί που έχουν ασχοληθεί κατά βάση με αυτό, είναι τα Ηνωμένα Έθνη και η INTERPOL, και ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένες από τις σημαντικότερες δράσεις.

Από την πλευρά των Ηνωμένων Εθνών, υπάρχει το Wildlife Enforcement Monitoring System (WEMS). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, το οποίο στοχεύει στον έλεγχο του παράνομου εμπορίου ειδών άγριας ζωής. Οι εθνικές διωκτικές αρχές έχουν μια κοινή βάση δεδομένων και μηχανισμό αναφοράς, όπου παρέχονται ηλεκτρονικά πληροφορίες σχετικά με τέτοια εγκλήματα. 

Το Νοέμβριο του 2009, πλήθος διεθνών οργανισμών αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους προς την κατεύθυνση της πρόληψης και καταστολής των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής. Ειδικότερα, συστάθηκε η Διεθνής Κοινοπραξία για την Καταπολέμηση των Εγκλημάτων σε βάρος της Άγριας Ζωής (International Consortium on Combating Wildlife Crime – ICCWC). Οι οργανισμοί που την αποτελούν είναι: η Γραμματεία της Σύμβασης CITES που έχει αναλυθεί ανωτέρω, η INTERPOL, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων. Στην πρώτη συνάντηση των μερών στη Βιέννη, συμφωνήθηκε το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα να αναλάβει τη δημιουργία ενός “εγχειριδίου” (toolkit), που θα πραγματεύεται την εφαρμογή του νόμου στα εγκλήματα σε βάρος της άγριας ζωής και των δασών. Αυτό έχει τέσσερις (4) άξονες:

  1. Την ταυτοποίηση των τυπολογιών τέτοιων εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστών και τυχόν συνεργών,
  2. Τη μελέτη της συνολικής απόκρισης του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης,
  3. Την κατανόηση των διασυνδέσεων και των δραστών στην “αλυσίδα” αυτών των εγκλημάτων
  4. Την εφαρμογή προληπτικών μέτρων και κατασταλτικών πολιτικών.

Από την άλλη, το Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Ασφαλείας της INTERPOL (INTERPOL Environmental Security Programme) έχει ταυτοποιήσει μεγάλο αριθμό μεθόδων δράσης τέτοιων εγκληματιών (modus operandi), όπως είναι οι πλαστές άδειες, η δωροδοκία για την απόκτηση αδειών κλπ.

Επίλογος

Φαίνεται λοιπόν πως, σταδιακά, αρχίζει να αναδεικνύεται η σπουδαιότητα της καταπολέμησης των εγκλημάτων σε βάρος της άγριας ζωής, όπως και των περιβαλλοντικών εγκλημάτων εν γένει. Ως η “βαρύτερη” μορφή εγκλημάτων κατά της άγριας ζωής μπορεί να θεωρηθεί το παράνομο εμπόριο τέτοιων ειδών, για ποικίλους λόγους. Μερικοί από αυτούς είναι η διασύνδεσή του με το διεθνικό οργανωμένο έγκλημα και τη διαφθορά, και η συνακόλουθη “κρυφή” του φύση, που καθιστά δυσχερέστερη την αντιμετώπισή του, όσο και η έντονη ενασχόληση των σχετικών νομοθετικών κειμένων με αυτό. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως, παράλληλα με την πανδημία του COVID-19 που πλήττει την παγκόσμια κοινότητα, έχει αναδειχθεί ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών από το εμπόριο και την κατανάλωση άγριων ζώων, που κάνει τις φωνές που μιλούν για απαγόρευση του εμπορίου ειδών άγριας ζωής και κλείσιμο των αγορών, να πληθαίνουν (Halleux, 2020).

Επομένως, ίσως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί σταδιακά ο χαρακτηρισμός “εγκλήματα χωρίς θύμα” για το ευρύτερο πλαίσιο των περιβαλλοντικών εγκλημάτων. Υπάρχουν θύματα, και αυτά συνίστανται όχι απλώς στο κοινωνικό σύνολο, αλλά σε ολόκληρο το οικοσύστημα, η καταστροφή του οποίου μπορεί να αποβεί μοιραία για την ανθρωπότητα.

Βιβλιογραφία

Βιβλία, άρθρα και ιστοσελίδες

Environmental Investigation Agency (2008). Environmental Crime: A threat to our future. Available here

Gore, M. (ed.) (2017). Conservation Criminology. Wiley Blackwell. Available here

Halleux, V. (2020). Coronavirus and the trade in wildlife. European Parliamentary Research Service. Available here

Martini, M. (2013). Wildlife crime and corruption. U4 Expert Answer. Available here

INTERPOL (2018). Global Wildlife Enforcement: Strengthening Law Enforcement Cooperation Against Wildlife Crime. Available here

Official Website of World Wildlife Day – 3rd March. Available here

UN News Centre (2015). Time to Get Serious about Wildlife Crime, UN says. Our World – Brought to You by United Nations University. Available here

United Nations Environment Programme, CMS (n.d.). Wildlife crime: Fact Sheet. Available here

United Nations Office on Drugs and Crime (n.d.). ICCWC. Available here 

United Nations Office on Drugs and Crime (2012). Wildlife and Forest Crime Analytic Toolkit. Revised Edition. New York: United Nations. Available here

United Nations Office On Drugs and Crime (2020). World Wildlife Crime Report: Trafficking in protected species. New York: United Nations. Available here

Wellsmith, M. (2011). Wildlife Crime: The Problems of Enforcement. European Journal on Criminal Policy and Research, 17(2), pp. 125-148. Available here

Wellsmith, M. (2012). Preventing wildlife crime. Criminal Justice Matters, 90(1), pp. 18-19. Available here

Wildlife Enforcement Monitoring System. Available here

Wilson-Wilde, L. (2010). Combating wildlife crime. Forensic Science Medicine and Pathology, 6(3), pp. 149-150. Available here

Σπινέλλη, Κ.Δ. (2014). Εγκληματολογία: Σύγχρονες και παλαιότερες κατευθύνσεις. 3η αναθεωρημένη έκδοση. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Νομοθετικά κείμενα

Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora. Signed at Washington, D.C., on 3 March 1973 Amended at Bonn, on 22 June 1979 Amended at Gaborone, on 30 April 1983. Available here

Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals. Signed at Bonn, on 23 June 1979. Available here

Declaration: London Conference on the Illegal Wildlife Trade, 12-13 February 2014. Available here

European Commission (2016). EU Action Plan against Wildlife Trafficking[COM(2016)87 final)]. Available here


Απάντηση