«Εμπόριο Ελπίδας ή Σύγχρονη Μορφή Δουλείας;»

της Ελίζας Περβανίδη, μέλους της Ομάδας Συνεντεύξεων

Η Εμπορία Ανθρώπων (Human Trafficking) αποτελεί ένα έγκλημα διεθνώς αναγνωρισμένο, που ξεπερνά κρατικά σύνορα και έθνη. Μέσω της διακίνησης ανθρώπων και της εκμετάλλευσής τους με σκοπό το κέρδος, διαμορφώνονται «σύγχρονες μορφές δουλείας» υπό τις οποίες ο Άνθρωπος χάνει την αυτοτέλειά του και εργαλειοποιείται. Παρά τον συνεχή αγώνα καταπολέμησης του φαινομένου, παρατηρούμε μέχρι και σήμερα το οργανωμένο έγκλημα να συνεχίζει τη δράση του στα σκοτάδια της παρανομίας. Σε αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών, είχα, λοιπόν, την τιμή να πάρω συνέντευξη από τον αξιόλογο κύριο Ηρακλή Μοσκώφ, Εθνικό Εισηγητή για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων στην Ελλάδα. 

Η συζήτησή μας ξεκίνησε με την παρουσίαση του τρόπου δράσης του Γραφείου του Εθνικού Εισηγητή (Γ.ΕΘ.ΕΙΣ.) στην Ελλάδα που υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών. Πρόκειται για μια καινοτόμο γενική συντονιστική αρχή στη δημόσια διοίκηση, που στοχεύει στην πολυτομεακή συνεργασία μεταξύ των διαφόρων Υπουργείων, Οργανισμών και της Κοινωνίας των Πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, όπως ο Εθνικός Εισηγητής επιβεβαιώνει, δεν έχει εδραιωθεί στην κοινωνία των πολιτών, αλλά και στην ίδια τη Δημόσια Διοίκηση η αξία αυτής της συνεργασίας, με αποτέλεσμα το έγκλημα του Trafficking συχνά να παρουσιάζεται πιο οργανωμένο και επινοητικό. Ο ίδιος κρίνει θεμιτό οι αρμόδιες αρχές παγκοσμίως να εμφανίζονται πιο ευέλικτες, ώστε να ξεπεραστεί η συμβατική αντίληψη ότι την τυπική υποχρέωση να αντιμετωπίσουν το έγκλημα, την φέρουν μόνο ορισμένα πρόσωπα, όπως ο δικαστής, ο εισαγγελέας, ο αστυνομικός και όχι όλοι εμείς ως κοινωνικό σύνολο. Αυτή η αντίληψη οδηγεί στην κουλτούρα ατιμωρησίας, δηλαδή τα χαμηλά νούμερα θυμάτων που διασώζονται ή αντίστοιχα των δραστών που διώκονται.

Ο Εθνικός Εισηγητής επιβεβαιώνει πως παρά την ύπαρξη ενός νομικού πλαισίου υψηλού επιπέδου που υπάρχει αναφορικά με το εμπόριο ανθρώπων, είναι κρατική συμβατική μας υποχρέωση να προβούμε στην αξιοποίηση του διεθνούς νομοθετικού πλαισίου μέσω της κατανόησης και εφαρμογής του. Αυτό παρουσιάζεται ως ένα τεράστιο στοίχημα που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από το τρίπτυχο της προστασίας του θύματος, της πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος (Protection, Prevention, Prosecution). Καταλυτική, συνεπώς, παρουσιάζεται στο σημείο αυτό και η εταιρικότητα (Partnership) για τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση του εγκλήματος. Η έννοια της εταιρικότητας, υπογραμμίζει ο κ. Μοσκώφ, ερμηνεύεται μέσω της διακρατικής συνέργειας των διωκτικών αρχών, καθώς η συνεισφορά των εταίρων σε περιφερειακό επίπεδο κρίνεται απαραίτητη, ειδικά στην νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου αντιμετωπίζουμε πληθώρα προκλήσεων στα σύνορά μας. Παρ’ όλα αυτά, η λύση, κατά τη γνώμη του συνεντευξιαζόμενου, είναι πιο πιθανό να προέλθει από την διμερή συνεργασία των κρατών που είναι συνήθως πιο ουσιαστική και ειλικρινής. 

Η συνεργασία για την πάταξη του εγκλήματος μπορεί, ακόμη, να ενισχυθεί στη σχέση των Διεθνών Οργανισμών με τα κράτη, αλλά και μέσω της συνέργειας Ιδιωτικού και Δημόσιου τομέα. Ως προς την τελευταία, ο κ. Μοσκώφ ιδιαίτερα τόνισε πως πρωταγωνιστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει στην επανένταξη των θυμάτων στην κοινωνία και η «κοινωνική επιχειρηματικότητα». Θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, δηλαδή, αν ο Ιδιωτικός τομέας άρχιζε, για παράδειγμα, να προσλαμβάνει ανθρώπους που μπορεί να έχουν πέσει στο παρελθόν θύματα παράνομης διακίνησης. Έτσι και οι μεγάλες εταιρίες θα φέρουν ένα κοινωνικό αποτύπωμα στην εταιρική υπευθυνότητά τους, δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτούς τους ανθρώπους να μην επιστρέψουν στο έγκλημα. Βέβαια, παρά τις προσπάθειες που γίνονται από το Γ.ΕΘ.ΕΙΣ., η πραγματικότητα, αναφέρει ο κ. Μοσκώφ, παρουσιάζεται κυνική. 

Στη συνέχεια, η συζήτησή μας στράφηκε στο φλέγον ζήτημα των σύγχρονων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών στην Ευρώπη και κυρίως τη χώρα μας, οι οποίες συχνά αποτελούν και «δεξαμενές πιθανών θυμάτων» εμπορίας ανθρώπων. Ο Εθνικός Εισηγητής κρίνει ότι η κατάσταση πρέπει να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη νηφαλιότητα και ορθολογικότητα. Η προσφυγιά και η μετανάστευση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «πολεμική» κρίση που δημιουργεί ανασφάλεια και πολιτικά δυσκολεύει την ανάγκη να περιφρουρήσουμε αυτονόητα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή. Δυστυχώς, η σχετική πόλωση που προκαλείται στο θέμα αυτό, αποτελεί το λόγο που το οργανωμένο έγκλημα θριαμβεύειˑ δηλαδή εκμεταλλεύεται τη δική μας αδυναμία να διαχειριστούμε ορθολογικά τα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα, για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν μέσα από ένα «εμπόριο ελπίδας» την ευάλωτη θέση αυτών των προσώπων και να τους διακινήσουν παράνομα με τη θέλησή τους, το λεγόμενο «smuggling» ή να τους εκμεταλλευτούν και να τους εμπορευθούν, δηλαδή το φαινόμενο της σύγχρονης δουλείας της εμπορίας ανθρώπων. Δεν παραδεχόμαστε στη Δύση, τόνισε ο κ. Μοσκώφ, ότι και εμείς είμαστε μέρος του προβλήματος, καθώς αντιμετωπίζουμε το θέμα ως μια κρίση για την ασφάλεια και την υγεία μας, αλλά την ίδια στιγμή εκμεταλλευόμαστε αυτούς τους ευάλωτους ανθρώπους ως σκλάβους για τις επικίνδυνες και επίπονες μορφές εργασίας. Άρα, και η δυτική αναπτυξιακή πολιτική αποτελεί ένα δομικό στοιχείο του εγκλήματος. 

Δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε από τη συζήτησή μας και τις σύγχρονες συνθήκες που έχει διαμορφώσει η πανδημία του COVID-19 στο πεδίο του Trafficking. Ο Εθνικός Εισηγητής κ. Μοσκώφ ανέφερε ότι τα συνεχή lockdown έχουν ως απόρροια τον εγκλωβισμό των θυμάτων με τους εκμεταλλευτές τους, γεγονός που στερεί από τα θύματα την ευκαιρία να απελευθερωθούν και να ζητήσουν βοήθεια. Την ίδια στιγμή, αυξάνεται η σχέση εξάρτησης, εφόσον δεν έχουν χρήματα για να βιοποριστούν και εντείνεται η βία. Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι το γεγονός ότι αυξάνεται η διαδικτυακή μορφή του εγκλήματος μέσω του dark web, ως προς την αλίευση θυμάτων και την εξυπηρέτηση πελατών εξαιτίας της συνεχούς ζήτησης. Προβληματισμένος φάνηκε ο κ. Μοσκώφ, δηλώνοντας ότι λίγα μπορούν να γίνουν, καθώς σε ιδεολογικό επίπεδο, σε συνθήκες πολέμου και περιστολής που βιώνουμε στο πλαίσιο μιας πανδημίας, είναι δύσκολο να σηκώσεις ψηλά τη σημαία των δικαιωμάτων, ίσως και πολυτέλεια κάποιες στιγμές. 

Καθοριστική για τον τρόπο αντιμετώπισης του εγκλήματος της εμπορίας ανθρώπων στην χώρα μας, στάθηκε και η Υπόθεση Chowdury και η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο Εθνικός Εισηγητής έκρινε ότι η σχετική καταδίκη παρείχε την ευκαιρία να καταδείξουμε το υπάρχον πρόβλημα ουσιαστικά και όχι καταγγελτικά, μέσω ενημερωτικών συνεδρίων που ενίσχυσαν το διάλογο στο νομικό κόσμο σχετικά με τις κρατικές μας υποχρεώσεις, αλλά και να πιέσουμε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για τη λήψη δράσης. Η σχετική υπόθεση, στην οποία ελήφθη μια απόφαση με τη στρεβλή ιδέα ότι δεν έχεις εκμετάλλευση, τη στιγμή που έχεις ελευθερία κινήσεων ή επειδή υπάρχει μια συναίνεση των θυμάτων, ανέδειξε την ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας στα πιθανά θύματα και να λειτουργήσουμε προληπτικά. Δεν είναι μόνο τα αναγνωρισμένα θύματα βάσει των textbook cases, αναφέρει ο συνεντευξιαζόμενος, πράγμα που αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το νομικό μας πολιτισμό που λειτουργεί συμβατικά και αναζητά ένα «κλασικό» θύμα. Γι’αυτό, πρέπει η κοινωνία να δραστηριοποιηθεί πολυπλεύρως. Κρίνεται θεμιτό οι  δικηγόροι να επιμορφωθούν, αλλά και όλοι οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής που μπορεί καθημερινά να έρχονται σε επαφή με θύματα από τα μέσα μαζικής μεταφοράς μέχρι και τα νοσοκομεία. Θύματα βρίσκονται παντού γύρω μας και υπάρχει δυνατότητα ανίχνευσης και διάσωσής τους, αλλά συχνά δεν τα βλέπουμε ως τέτοια. Όλοι αυτοί, λοιπόν, συλλογικά καλούνται να ενεργοποιήσουν την «αλυσίδα διάσωσης». 

Καταλήγοντας στο πώς μπορούμε όλοι εμείς οι απλοί πολίτες να σπάσουμε τη σιωπή μας και να παράσχουμε βοήθεια σε πιθανά θύματα, ο Εθνικός Εισηγητής ανέφερε χαρακτηριστικά την αξία του «κοινωνικού δρόμου». Ειδικότερα, το Γ.ΕΘ.ΕΙΣ. έχει θέσει ως στόχο τον λεγόμενο «κοινωνικό δρόμο», δηλαδή παύει πια η αναγνώριση των θυμάτων να αποτελεί αποκλειστικά έργο του Εισαγγελέα και του αστυνομικού, αλλά ενεργοποιείται η κοινωνία ως όλον. Πλέον είναι υποχρέωση και του κοινωνικού λειτουργού, ψυχολόγου ή εργαζομένου σε μια ΜΚΟ, να συνεργάζονται στενά με τους Εισαγγελείς, ώστε να συγκεντρωθεί υλικό και να βοηθηθεί η δίωξη των θυτών. Τότε μόνο θα έχουμε μια πετυχημένη δίωξη, αναφέρει ο Εθνικός Εισηγητής. Επιπροσθέτως, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αποτελεί το γεγονός ότι ο εκβιασμός, η εξαθλίωση, η απουσία προοπτικής, οι απειλές, η δέσμευση μέσω χρημάτων δημιουργούν ανθρώπους-θύματα, οι οποίοι δεν προβαίνουν στο λεγόμενο “self-identification”, δηλαδή στον αυτοπροσδιορισμό τους ως θυμάτων, καθώς βιώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Επομένως, τα ίδια τα θύματα δεν επιθυμούν να αναζητήσουν βοήθεια από τις αρχές. Γι’αυτό, χρειάζεται η βοήθεια ειδικών για να χτίσουν μια σχέση εμπιστοσύνης, ώστε να μπορούν να τους προσεγγίσουν μέσα σε μια κανονικότητα και να τους βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Ο κ. Μοσκώφ τόνισε ότι μεγαλύτερη ελπίδα έχει ως προς τις δομές, όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία, καθώς ιδιαίτερα τα τελευταία μπορούν μέσω της εκπαίδευσης να αποτελέσουν μέσο πρόληψης για την καταπολέμηση της ζήτησης και της κουλτούρας ατιμωρησίας. Τέλος, πολύ σημαντικός κρίνεται και ο ρόλος των πανεπιστημίων να διαμορφώνουν νέους που είναι παρόντες στις εξελίξεις και διαμορφώνουν το γίγνεσθαι, ώστε να καταρτίζονται οι νέοι ερευνητές και επιστήμονες που θα έχουν μια εξειδίκευση στα παραπάνω ζητήματα και θα τροφοδοτούν τους οργανισμούς που έχουν την αρμοδιότητα να αντιμετωπίσουν το έγκλημα.

Εν έτει 2021, έχουμε χρέος ως κοινωνία να πάψουμε να εθελοτυφλούμε και να αντιμετωπίσουμε το οργανωμένο έγκλημα κατάματα. Από τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι ως όλον πλέον πρέπει να δράσουμε μαζικά δίνοντας τέλος στη σιωπή μας, καταφεύγοντας στις αρμόδιες αρχές, ώστε να διωχθούν οι ιθύνοντες και να ανασάνουν ελεύθερα τα θύματα. Ήρθε η ώρα!


Απάντηση