ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ V. ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΦΩΚΛΑΝΤ/ΜΑΛΒΙΝΑΣ (1982)

από τους Ευαγγελία Παπανικολάου, Παναγιώτη Σενή, της Παναγιώτας Γεωργακοπούλου και Ελευθερίας-Μαρίας Φλώρου, Ερευνητών της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

με την επίβλεψη των Δημήτρη Πανταζή και Χρήστου Σκλιβάνου, Συντονιστών της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου & Διεθνών Σχέσεων

Προλεγόμενα Συντονιστών

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί την πρώτη εκ των συνολικά πέντε ομαδικών αναλύσεων των ερευνητών της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής της SAFIA, που σκοπό έχουν να εξετάσουν πολυεπίπεδα τη σύγκρουση μεταξύ Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου για το νησιωτικό σύμπλεγμα Malvinas (για τους πρώτους)/Falkland (για τους δεύτερους) στον Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό. Ως προς το περιεχόμενο της ανάρτησης αυτής, η μεν πρώτη ενότητα κατευθύνθηκε στη βάση της διαπίστωσης ότι, είναι αδύνατον να εξετάσει κανείς μια σύγκρουση αν δεν λάβει υπόψιν του εκείνα τα χαρακτηριστικά και εκείνες τις μεταβλητές του ευρύτερου γεωπολιτικού περιβάλλοντος (σε εσωτερικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο) τα οποία την διαμορφώνουν ή της αποδίδουν κάποια συγκεκριμένα ποιοτικά γνωρίσματα. Στη δε δεύτερη ενότητα, υποθέσαμε ότι είναι εξίσου αδύνατον να προσεγγίσει κανείς ολιστικά μια σύγκρουση, αν δεν κατανοήσει αμφίπλευρα εκείνες τις κοινωνιολογικές, πολιτικές και πολιτιστικές  παραμέτρους που την υποδαυλίζουν. Με άλλα λόγια, η πρώτη αυτή συλλογική προσπάθεια προσεγγίζει διεπιστημονικά τις αιτιώδεις παραμέτρους που οδήγησαν προς μία εκ των σημαντικότερων -ίσως- μεταπολεμικών ενόπλων διενέξεων. 

Καλή ανάγνωση!

Χρήστος Σκλιβάνος και Δημήτρης Πανταζής

Πηγή: εδώ (η επισήμανση του συμπλέγματος Falkland έχει προστεθεί εκ των υστέρων στην αρχική εικόνα)

1.1 Γεωπολιτικές παράμετροι της σύγκρουσης: εμβαθύνοντας στο ευρύτερο διεθνές, περιφερειακό και εσωτερικό περιβάλλον των δρώντων (Ευαγγελία Παπανικολάου, Πάνος Σενής)

Η παρούσα ενότητα εξετάζει τους γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς παράγοντες του εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος των δρώντων, που αφενός υποδαύλισαν τη σύγκρουση μεταξύ Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου καθοδήγησαν τις στρατηγικές τους συμπεριφορές για τα Falklands/Malvinas.

Διαμορφωτής της θεωρίας της γεωπολιτικής ήταν ο Halford Mackinder, η ανάλυση του οποίου έγκειται στην αποτύπωση της ισχύος με γεωπολιτικούς όρους. Η θεωρία του περί “Heartland” σημείωνε χαρακτηριστικά ότι εκείνος ο δρων που θα καταφέρει να ελέγξει την Ευρασία (ή pivot area) καθίσταται ικανός να ηγεμονεύσει και τον κόσμο (Ashworth, 2010, σ.8). Γεωγραφικά, η εν λόγω περιοχή τοποθετούνταν στη βόρεια Ευρασία και συνέπιπτε με την πρώην ΕΣΣΔ, μέχρι τον ποταμό Λένα (βλ. εικόνα παρακάτω). Ακόμη, η θεωρία για τη “Heartland” προσέδιδε μία επιτακτικότητα στην κατοχή υδάτων, τονίζοντας μια ανάλογη αντιστοιχία μεταξύ κτήσης των παγκόσμιων νησιών και παγκόσμιας ηγεμονίας (Ashworth, 2010, σ.5). Τη θεωρία αυτή εφήρμοσε, φαινομενικά, κατά γράμμα η τσαρική Ρωσία, μιας και ένα από τα κυριότερα μελήματά της υπήρξε ο έλεγχος λιμανιών σε “θερμά ύδατα” (Mackinder, 1904, σ.433). 

Πηγή: εδώ

Ωστόσο, όταν με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε φανερή η αυστηρή τήρηση των αρχών του Mackinder από τη ναζιστική Γερμανία (Hall, 1955, σ.118), οδηγώντας τη θεωρία του στο να χαρακτηριστεί αρνητικά, ο Nicholas Spykman, το 1942, παρατηρώντας το υπό διαμόρφωση διεθνές περιβάλλον, σε μία αναθεωρημένη διατύπωση της “Heartland”, προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην παγκόσμια δύναμη εκείνη που θα καταφέρει να ελέγξει εκτός από τις χερσαίες περιοχές και τις θαλάσσιες οδούς, θεμελιώνοντας έτσι ένα ανασχετικό περίγραμμα γύρω από τη Hearland, εκείνο της Rimland (Furnis, 1952, σ.389). Σύμφωνα με τον Spykman, η τελευταία (βλ. εικόνα παρακάτω) περιελάμβανε την Κίνα, την Νοτιοανατολική Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και τα «νησιά» της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας και της Αφρικής. Σημαντικό σημείο στη συγκεκριμένη θεωρία ήταν πως ο Spykman σκιαγράφησε ότι αυτή η γεωγραφική περιοχή θα χρειαστεί να ελεγχθεί από μία μόνο δύναμη, τις ΗΠΑ (Rosenboim, 2015, σ.6). 

Πηγή: εδώ

Βάσει των παραπάνω αποτυπώνεται το γεωπολιτικό θεωρητικό συστημικό υπόβαθρο, το οποίο οδήγησε στο μεγαλύτερο δίπολο υπερδυνάμεων και χαρακτήρισε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ο Ψυχρός Πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ δικαίωσε τις εν λόγω γεωπολιτικές θεωρίες, αφού και οι δύο υπερδυνάμεις θεώρησαν ως “εκ των ων ουκ άνευ” την πλαισίωση γειτονικών χωρών, ως συμμάχους (πρβ. τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και λίγο αργότερα του Συμφώνου της Βαρσοβίας),  με απώτερο σκοπό την αμφίπλευρη άσκηση πίεσης.

Παρόλα αυτά, ο Ψυχρός Πόλεμος δημιούργησε, εκτός από δύο μεγάλες, αντικρουόμενες συμμαχίες, και μία παγκόσμια τάξη, η οποία, βασιζόμενη στη φιλελεύθερη θεσμική θεωρία, ώθησε σε μία ακόμη αλλαγή στο status quo, την αποαποικιοποίηση. Η αυτοδιάθεση των λαών, όπως καταγράφεται στον Χάρτη του ΟΗΕ, ενέπνευσε πολλές αποικίες και πρώην εδαφικές κτήσεις αυτοκρατοριών, καθοδηγώντας τες στην ανεξαρτητοποίησή τους. 

Αν και οι νήσοι Falkland ήταν υπό βρετανική κατοχή ήδη από το 1833, η αργεντίνικη κυβέρνηση του Galtieri αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, αφενός τη γεωπολιτική σημασία του  συμπλέγματος, αφετέρου τη στρατηγική ευκαιρία που απλόχερα πλέον της χαριζόταν, απόρροια του παγκόσμιου αγώνα για αποαποικιοποίηση εδαφών. Έτσι, έλαβε την απόφαση εισβολής στα νησιά, τον Απρίλιο του 1982 (T. Editors of Encyclopaedia Britannica,  2021). Από την άλλη, η βρετανική κυβέρνηση της Thatcher, θέλοντας να αποδείξει ότι η Μ. Βρετανία αποτελεί μία ακόμη μείζονος σημασίας υπερδύναμη στη θάλασσα και προς υπεράσπιση της εναπομείνασας υπερπόντιας κληρονομιάς της, απάντησε απευθείας στην αργεντίνικη εισβολή. Εντούτοις, σύμφωνα και με τη ρεαλιστική θεωρία, αυτό που πραγματικά προσπάθησε να κατορθώσει η Αργεντινή ήταν κάτι που χαρακτήριζε ολόκληρη την εποχή του Ψυχρού Πολέμου: μεγιστοποίηση ισχύος ενός κράτους έναντι κάποιου άλλου, καθώς επίσης τη διατήρηση του ελέγχου της εσωτερικής διακυβέρνησης, ένεκα των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε (T. Editors of Encyclopaedia Britannica,  2021). Το Ηνωμένο Βασίλειο, ομοίως,  αντιμετώπιζε εσωτερικά προβλήματα, στιγματίστηκε δε από την καταπόντησή του από τη διεθνή σκακιέρα, ένεκα της αποαποικιοποίησης, κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει με την Κρίση του Σουέζ, το 1956, υπόθεσης ανάλογης με αυτή των Falklands (Stransky, 2012, σ.497).

Εκτός των γεωπολιτικών βλέψεων και του τρόπου που εργαλειοποίησαν οι δύο κυβερνήσεις τον συγκεκριμένο πόλεμο, δε θα πρέπει να παραληφθεί ο παράγοντας “σύμμαχοι”. Δεδομένου ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μία εποχή, κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος οξύνεται, και με τον προσανατολισμό της Κυβέρνησης του Reagan να είναι στοχευμένος στην αποδυνάμωση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ είχαν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα και την κρίση αυτή, ανάμεσα σε δύο συμμάχους τους. H Ουάσιγκτον αφενός είχε ένα σύμμαχο κράτος στη Λατινική Αμερική, που δήλωνε ενεργά τη στήριξή του σε μία ήπειρο, όπου οι ΗΠΑ αποτελούσαν εχθρό για τις περισσότερες χώρες, αφετέρου είχε έναν επί σειρά ετών σύμμαχο, σταθερό αρωγό στον “δυτικό αγώνα”, στη Γηραιά Ήπειρο.

***

Η παραδοσιακή γεωπολιτική πραγματικότητα στη Λατινική Αμερική, κατά την δεκαετία 1960-1970, επηρεάστηκε από το δομικό πλαίσιο της συστηματικής διπολικότητας του Ψυχρού Πολέμου (Nolte & Wehner, 2015, σ.35). Ο φόβος της κομμουνιστικής παλινόρθωσης και της «έκρηξης» επαναστάσεων, κατά τα πρότυπα της Κούβας, επηρέασαν την χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή, μέχρι και την λήξη του Ψυχρού Πολέμου (Domínguez, 1999, σ.33-6).

Κατά αυτόν τον τρόπο, οι Η.Π.Α υποστήριξαν τις εκτροπές των δημοκρατικών καθεστώτων στον Νότιο Κώνο [1], στην Βολιβία, στο Περού και στο Εκουαδόρ, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την καθαίρεση του Salvador Allende, το 1973, από τον πραξικοπηματία στρατηγό Augusto Pinochet στη Χιλή. Τα στρατιωτικά καθεστώτα των άνωθι κρατών συνεργάστηκαν, με την υποστήριξη της CIA, στο πλαίσιο της «Επιχείρησης Condor»  υποκινώντας μια διακρατική εσωτερική τρομοκρατία. Η Επιχείρηση, αν και έλαβε, αρχικώς, αντικομμουνιστικό πρόσημο με τις δολοφονίες των πολιτικών αντιπάλων, εξελίχθηκε γρήγορα σε καταστολή οιασδήποτε εσωτερικής αντιπολιτευτικής φωνής (McSherry, 2002, σ. 39-41). Παράλληλα, η «ιδεολογική» εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών κατέστη ευκρινέστερη κατά την συνεργασία της με την περουβιανή junta του Juán Velasco Alvarado, που, αν και συγκριτικά με το καθεστώς Allende είχε μεγαλύτερο βαθμό συνεργασίας με την ΕΣΣΔ, ήταν ιδεολογικά προσκείμενο προς την Ουάσιγκτον (Domínguez, 1999, σ.143).

Στο πλαίσιο των περιφερειακών ανταγωνισμών ισχύος, η μαρξιστική επαναστατική Κούβα είχε εξέλθει από το καθεστώς απομόνωσης, απομακρυνόμενη, σχετικώς, από τον ιδεολογικό της στόχο, την διάδοση της επανάστασης (Krepp, 2017, σ.151). Η έξοδος της Αβάνας συνδέθηκε με την άνοδό της στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και την συμμετοχή σχεδόν όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής στο πλαίσιο του συνεχούς αντί-αποικιακού αγώνα. Παράλληλα, το 1979, οι Sandinistas κατέλαβαν την εξουσία στην Νικαράγουα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα κράτη του Operation Condor να εκπαιδεύουν την αντεπαναστατική ομάδα των ανταρτών Contras και την Κούβα να χρηματοδοτεί τους Sandinistas.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Αργεντινή βρέθηκε σε  μια άκρως ιδιάζουσα κατάσταση, συμμετέχοντας παράλληλα και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και την Επιχείρηση Condor. Η κυβέρνηση του Juán Perón είχε κατορθώσει να συμπεριλάβει τις νήσους Μαλβίνας, το 1947, στην ημισφαιρική ζώνη ασφαλείας του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, σύμφωνα με την Συνθήκη του Ρίο (Krepp, 2017, σ.147), μαζί με άλλες αξιώσεις της χώρας στον Νότιο Ατλαντικό και την Ανταρκτική (Joyner, 1984, σ. 472-3). Το Μπουένος Άιρες εξασφάλισε την υποστήριξη των χωρών της Λατινικής Αμερικής στο ζήτημα των Falkland, που αντιλαμβάνονταν αυτήν την σύγκρουση με το Ηνωμένο Βασίλειο, ως μέρος του διεθνούς αντί-αποικιακού αγώνα.

Η Αργεντινή, παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό, είχε κατορθώσει να διπλασιάσει τις αμυντικές της δαπάνες, το διάστημα 1972-1981, ενώ  η Βρετανία, αν και δεν είχε αυξήσει τις δαπάνες, ήταν σταθερά η 5η πιο εξοπλισμένη δύναμη παγκοσμίως (Arquilla & Rasmussen, 2001, σ.754-5). Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει η Βρετανία ήταν η δυσκολία κινητοποιήσεως ναυτικών δυνάμεων στα Falkland, καθότι το Βασιλικό Ναυτικό δεν ήταν έτοιμο να διεξαγάγει πολεμικές επιχειρήσεις τόσο μακριά (Ibid).

Γιατί, όμως, το πραξικοπηματικό καθεστώς του Leopoldo Galtieri και η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της «Σιδηράς Κυρίας» επιχείρησαν να διακυβεύσουν την πολιτική τους ύπαρξη, με φόντο την ανάκτηση των Μαλβίνων;

Η συστάδα των νησιών, αν και κείται πέραν της «Ευρασιατικής Παγκόσμιας Ηπείρου» του Zbigniew Brzezinski (βλ. σχετ. Brzezinski, 1997) και, επομένως, δεν αποτελεί σημαντικό γεωγραφικό χώρο που να συνδέεται με την παγκόσμια ηγεμονία, αποτέλεσε, ήδη από το 1833,  πεδίο σύγκρουσης και προβολής ισχύος μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Αργεντινής. Τα Falkland κατείχαν σημαντικό οικονομικό ρόλο στους εμπορικούς διαύλους Ευρώπης-Ειρηνικού έως τις αρχές του 20ου αιώνα και την διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά (Fedirka, 2016). 

Εν συνεχεία, οι αξιώσεις της Αργεντινής στα Falkland βασίστηκαν στην αρχή “utis possidetis juris”[2], αφού η χώρα ήταν νόμιμη διάδοχος των ισπανικών κτήσεων της Αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα και, επομένως, μια εκ των νόμιμων διαδόχων της Συνθήκης της Τορδεσηγίας (Keeling, 2013, σ.161-3). Έτσι, η αργεντίνικη στρατηγική του 20ου αιώνα συνέδεσε τα νησιά των Μαλβίνων, λόγω της γεωγραφικής τους εγγύτητας και της γεωπολιτικής τους θέσης, με την κυριαρχία στον Νότιο Ατλαντικό και την Ανταρκτική, αποτελώντας έτσι από κοινού το «μαλακό υπογάστριο» της Αργεντινής (Joyner, 1984, σ. 469-71), προσφέροντας παράλληλα πρόσβαση σε πιθανά αποθέματα ορυκτών πλούτων.

Ωστόσο, η ανακατάληψη των Μαλβίνων από τα βρετανικά στρατεύματα το 1982, επεξέτεινε  την προβολή της “στρατηγικής της εμβέλειας”[3] από τον Βόρειο έως τον Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό (Fedirka, 2016). Τέλος, επισφράγισε την νόμιμη παρουσία στην περιοχή, ακύρωσε τις αξιώσεις του Μπουένος Άιρες και προσέφερε δυνητική μελλοντική ευκαιρία εκμεταλλεύσεως ορυκτών και λοιπών πλούτων, τόσο στο Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, όσο και στην Ανταρκτική [4] (Joyner, 1984, σ. 494-7).

Υποσημειώσεις

[1] Νοούνται τα στρατιωτικά καθεστώτα της Ουρουγουάης, Παραγουάης, Βραζιλίας, Αργεντινής, Χιλής. Τα καθεστώτα παρά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό ως προς την επέκταση προβολής ισχύος, π.χ. η σύγκρουση Αργεντινής και Χιλής για τις νήσους Beagle Channel, συμμετείχαν στην επιχείρηση Condor και τον αντικομμουνιστικό αγώνα, υπό την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

[2] Αρχή του διεθνούς δικαίου περί μη αλλαγής των υφισταμένων συνόρων, στο πλαίσιο της διατηρήσεως των διοικητικών συνόρων και εφαρμόζεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου μικρότερα κράτη προκύπτουν από τη διάσπαση μιας μεγαλύτερης κρατικής οντότητας.

[3] Εννοείται η προβολή ισχύος στον Ατλαντικό.

[4] Σε περίπτωση μελλοντικής αναστολής ή τροποποιήσεως της Συνθήκης της Ανταρκτικής(1959). Υπενθυμίζεται ότι, η Συνθήκη λήγει το 2048.

***

1.2 Κοινωνιολογικές, πολιτικές και πολιτισμικές μεταβλητές πίσω από τη σύγκρουση: μια εκατέρωθεν προσέγγιση 

Η περίπτωση της Αργεντινής (Παναγιώτα Γεωργακοπούλου)

Η Αργεντινή είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον ισπανικό αποικισμό κατά τον 18ο αιώνα. Παρόλο που το εν λόγω κράτος συνίσταται ανεξάρτητο για πάνω από 200 χρόνια, ο ισπανικός πολιτισμικός αντίκτυπος στην εθνοτική σύνθεση, το θρήσκευμα και τον πολιτισμό παραμένει ακόμα ορατός. Οι Αργεντίνοι ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους το 1816 έπειτα από 300 χρόνια αποικιοκρατίας. Ωστόσο, το όνειρο της ολοκλήρωσης παρέμεινε κενό καθώς τμήμα των “εθνικών εδαφών” εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό ξένο έλεγχο. Ο λόγος για το νησιωτικό σύμπλεγμα των Malvinas/Falkland. 

Η βρετανική κατάκτηση των νησιών Falkland, το 1833 (T. Editors of Encyclopaedia Britannica,  2021) αποτελούσε αναμφίβολα χαίνουσα πληγή για τους Αργεντινούς. Το αλυτρωτικό αίσθημα επ’ αυτών παρέμενε διαχρονικά ζωντανό και είχε αναθερμανθεί το 1977 όταν η Αργεντινή προσπάθησε να διεκδικήσει με δικαστικά μέσα τα νησιά του καναλιού Beagle, αίτημα που το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης απέρριψε τασσόμενο υπέρ της Χιλής. Ως εκ τούτου, το περαιτέρω ενδεχόμενο της προσάρτησης των Falklands φάνταζε ως Χίμαιρα για την Αργεντινή. Η διενεργηθείσα από την τελευταία εισβολή στις 2 Απριλίου του 1982 στο νησιωτικό σύμπλεγμα υπήρξε καταλυτική πράξη, θέτοντας προσωρινό τέλος στην βρετανική κατοχή  (Trueman, 2015). 

Δεδομένου ότι το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής είχε στηλιτευθεί από τον λαό λόγω οικονομικών προβλημάτων που είχαν ανακύψει κατά την διάρκεια της διακυβέρνησής του (Liffiton, 2016), αλλά και για λόγους καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν επιτακτική η ανάγκη εξεύρεσης μιας πολιτικής εκτόνωσης της λαϊκής αγανάκτησης. Έτσι η χούντα αποφάσισε να επιταχύνει τα σχέδια εισβολής αποσκοπώντας στην ανάκαμψη της δημοτικότητάς της.

Ένας παράγοντας που οδήγησε στην σύγκρουση αποτέλεσε το γεγονός ότι, το 1981, η Βρετανία είχε παραχωρήσει την ανεξαρτησία της Ροδεσίας (Ζιμπάμπουε), σαφή ένδειξη πως το Ηνωμένο Βασίλειο υπαναχωρούσε σταδιακά από τις όποιες βλέψεις του επί των πρώην αποικιών του. Οι Αργεντίνοι επίσης είχαν επηρεαστεί έντονα  και από την ινδική προσάρτηση του νησιού της Γκόα, το 1961, κίνηση που έγινε αν και καταδικάστηκε από τη διεθνή κοινότητα, αργότερα έγινε αποδεκτή ως μη αναστρέψιμη πράξη διεθνώς (Jenkins, 2012). Σημαντικός παράγοντας, για την πυροδότηση της σύγκρουσης αποτέλεσε και ο βρετανικός νόμος περί ιθαγένειας του 1981 όστις “απέκδυσε πολλούς κατοίκους των νησιών από την βρετανική τους υπηκοότητα”, γεγονός που διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο προκειμένου να αντιμετωπίσει η Αργεντινή το ζήτημα των Falklands ως ένα υψίστης σημασίας ζήτημα (Liffiton, 2016). 

Η κατάκτηση, λοιπόν, των νησιών αποτελούσε για την αργεντίνικη κυβέρνηση μια ευκαιρία προκειμένου να συσπειρωθεί ο λαός απέναντι στον κοινό βρετανικό εχθρό, εξουδετερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη λαϊκή αγανάκτηση πριν από την εισβολή. Έτσι, για να εκτρέψει το ενδιαφέρον των πολιτών από την πτώση του βιοτικού επιπέδου και την άνοδο του πληθωρισμού κατά 600%, η στρατιωτική κυβέρνηση κατηύθυνε τον πληθυσμό προς μια αλυτρωτική επιδίωξη.

***

Η περίπτωση της Μ. Βρετανίας (Ελευθερία Φλώρου)

Περιλαμβάνοντας εδάφη στην Αφρική, στην Ασία, στην Ευρώπη, στην Αμερική αλλά και άλλες νησιωτικές υπερπόντιες περιοχές η Βρετανία, αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες από τον 18ο αιώνα μέχρι τον 20ο. Η αποκλειστική εκμετάλλευση των ωφελειών από το εμπόριο που διεξάγονταν με τις  κτήσεις της είχε, αναμφίβολα, ως αποτέλεσμα την γλωσσική, πολιτική και πολιτισμική επίδραση τους (Potter, 2007, σ.51-3). Άλλωστε, ένας μύθος συνυφασμένος με το εύρος της βρετανικής κυριαρχίας, που συχνά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει την αυτοκρατορική αίγλη, ήταν ότι “ο ήλιος ποτέ δεν δύει στην Βρετανική Αυτοκρατορία” (the sun never sets on the British Empire) και αυτό γιατί πάντα σε ένα έδαφος της ο ήλιος θα έλαμπε (Munroe, 2014). 

Μια από τις κτήσεις της Μ. Βρετανίας αποτέλεσαν και τα νησιά Falkland. Το σύμπλεγμα αυτό στάθηκε αντικείμενο διεκδίκησης από την Αργεντινή, ως απόρροια του γεγονότος ότι το Στέμμα είχε παραχωρήσει την κυριαρχία του στην Ισπανική Αυτοκρατορία περίπου το 1760. Μετά την παύση της κυριαρχίας της τελευταίας και σε συνδυασμό με τη δημιουργία του αργεντινού κράτους σε λατινικές κτήσεις της Ισπανίας, καθώς και λόγω εγγύτητας, οι Αργεντινοί κατεστάθησαν νόμιμοι κάτοχοι, ως διάδοχο κράτος. Ωστόσο, το 1833 οι Βρετανοί ανακατέλαβαν τα Falklands, απελαύνοντας τους Αργεντινούς επικεφαλής και επιβεβαιώνοντας τις ιστορικές βρετανικές αξιώσεις επ’ αυτών (Solly, 2020).

Η Αργεντινή διαχρονικά επιζητούσε να ενσωματώσει στην εδαφική της επικράτεια τα νησιά Falkland και αφού σε διάφορες διαπραγματεύσεις με το ΗΒ για το θέμα δεν είχε βρεθεί λύση, το 1982 εισέβαλε και τα κατέλαβε. Η βρετανική απάντηση δεν άργησε να φανεί και εκδηλώθηκε στις 25 Απριλίου, περίπου είκοσι μέρες μετά την αργεντινή επέμβαση (Hickman, 2019). Το γεγονός ότι η Βρετανία αντέδρασε δυναμικά στην ενέργεια αυτή της Αργεντινής, παρά την κακή οικονομική της κατάσταση και την μεγάλη απόσταση μεταξύ του μητροπολιτικού κέντρου και των νήσων, έγκειται, μεταξύ άλλων, και σε ένα σύνολο κοινωνικοπολιτικών παραγόντων, γεγονός που καθιστά τη συμπλοκή στα Falklands μια πολυδιάστατη μελέτη περίπτωσης.  

Αρχικά, μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, η Βρετανία απώλεσε πολλές από τις αποικίες της μιας και δεν μπορούσε πια να επιβάλλει τον έλεγχο της πάνω σε αυτές, συνεπεία της αποδυνάμωσής της (Darwin, 2011). Σημαντικό ρόλο στον τερματισμό του βρετανικού αποικιακού κατεστημένου διαδραμάτισε η κρίση του Σουέζ. Οι πιέσεις που δέχτηκε το Ηνωμένο Βασίλειο από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ και τελικά η υποχώρηση της πρώτης στις επιθυμίες της Αιγύπτου κατακρίθηκε έντονα από το εσωτερικό πολιτικό σύστημα και την κοινή γνώμη. Η πολιτική και διπλωματική ήττα στο Σουέζ τραυμάτισε το κύρος και την εθνική υπερηφάνεια της (Σακκάς, 2014), ενώ αρκετοί ήταν αυτοί που πίστεψαν ότι η πτώση της Μ. Βρετανίας ήταν μη αναστρέψιμη. Η εμπλοκή του ΗΒ στα Falklands υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απόρροια της αναγκαιότητας να αποδειχθεί μεν η ικανότητα του Λονδίνου να υπερασπιστεί τα υπερπόντια εδάφη, αλλά και να αναγνωριστεί στο Στέμμα το “δικαιώμα” να συγκαταλέγεται μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Το νικηφόρο αποτέλεσμα της επιχείρησης παρουσιάστηκε ως η αρχή για την αναστροφή της πορείας από την παρακμή προς την ανάκαμψη (Danchev, 1992, σ.41).

Ακόμα, η συνεχιζόμενη για 150 χρόνια βρετανική κυριαρχία και η θεσμική παράδοση στα νησιά Falkland ήταν ένα από τα κύρια επιχειρήματα του Λονδίνου προκειμένου να υπερασπιστεί την κυριαρχία του πάνω στα νησιά και να νομιμοποιήσει, εσωτερικά και εξωτερικά, την ένοπλη αντίδραση του στην αργεντινή εισβολή του 1982 (Danchev, 1992, σ. 35-7). Απόρροια αυτής της θεσμικής παράδοσης ήταν άλλωστε και η υποστήριξη των βρετανικών αξιώσεων από τους νησιώτες. Είναι γεγονός ότι μεγάλο μέρος του ντόπιου πληθυσμού αρνήθηκε να αναγνωρίσει τους εισβολείς (Anderson, 2014, σ.102). Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των κατοίκων των Falklands αποτέλεσε διεθνοδικαϊκό πρόσχημα και χαρακτηριστικό σημείο του διακηρυκτικού λόγου για την επέμβαση, καθώς οι κάτοικοι είχαν δηλώσει την επιθυμία τους να παραμείνουν υπό βρετανική κυριαρχία. Η εγκυρότητα, τέλος, των διεκδικήσεων της βασιζόταν και στη μακρά και ειρηνική κατοχή των νησιών (Danchev, 1992, σ.37-40).

Η εθνική αλαζονεία της Μ. Βρετανίας, για την οποία έχει πολλάκις κατηγορηθεί στη διαχείριση των εξωτερικών της υποθέσεων, είναι ένας επιπλέον παράγοντας της εισβολής στα νησιά Falkland. Η αδιαμφισβήτητη υπεροχή του ΗΒ έναντι μιας χώρας της Λατινικής Αμερικής μπορεί να επαληθευθεί και από τα λεγόμενα της ίδιας της τότε πρωθυπουργού, Margaret Thatcher, η οποία είχε δηλώσει πως θα ήταν σπουδαίο ατόπημα οι άνθρωποι σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής να πιστεύουν ότι δεν θα τιμωρηθούν για  αυτή τους την εισβολή. Η τιμωρία τους ήταν πιο σημαντική και από τα ίδια τα νησιά, τόνισε. Το εθνικό αυτό αίσθημα υπεροχής προέκυπτε και σε μεγάλο βαθμό από τη νομιμοποίηση που παρείχε στη βρετανική κυβέρνηση το Στέμμα, στο όνομα του οποίου η Thatcher διακήρυξε τόσο την εισβολή, όσο και την αδιαπραγμάτευτη στάση στο θέμα της κυριαρχίας των Falklands (Danchev, 1992, σ.41-2).

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επέμβαση της Μ. Βρετανίας στα νησιά Falkland υπήρξε πιθανότατα έμμεση απόρροια της αντίδραση μιας παρακμάζουσας Δύναμης που θέλησε να αποδείξει τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, ότι μπορεί να ανακτήσει την αίγλη που είχε στο παρελθόν και να προβάλλει την εθνική της ισχύς πληρώνοντας με το “το ίδιο νόμισμα”, εν είδει εξιλαστήριου θύματος, τις προσβλητικές και προκλητικές ενέργειες μιας χώρας με μικρότερες σαφώς, δυνατότητες ισχύος. 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ενότητας 1.1.

Arquilla, J. and Rasmussen, M. M. (2001) ‘The Origins of the South Atlantic War’, Journal of Latin American Studies, 33(4), pp.739–775. Διαθέσιμο εδώ.  

Ashworth, L. (2010) ‘Realism and the spirit of 1919: Halford Mackinder, geopolitics and the reality of the League of Nations’, European Journal of International Relations, 17(2), pp. 279–301. Διαθέσιμο εδώ.

Brzezinski, Z. (1997) Η μεγάλη σκακιέρα. Λιβάνης, Αθήνα.

Britannica, T. Editors of Encyclopaedia (2021) ‘Falklands Islands War’, Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο εδώ

Nolte, D. and Wehner, L. E. (2015) ‘Geopolitics in Latin America, Old and New’, in Mares D. R. and Kacowicz A. M. (Eds) Routledge Handbook of Latin American Security. Routledge. Διαθέσιμο εδώ

Domínguez, J.I., 1999. ‘U.S.-Latin American Relations During the Cold War and its Aftermath’, in: Bulmer-Thomas, V., Dunkerley, J. (Eds.), The United States and Latin America: The New Agenda. Institute of Latin American Studies, University Of  London and David Rockefeller Center for Latin Studies, Harvard University. Διαθέσιμο εδώ.

Fedirka, A. (2016) ‘The UK and Argentina’s Perennial Squabble’, Geopolitical Futures. Διαθέσιμο εδώ.

Furniss, E. (1952) ‘The Contribution of Nicholas John Spykman to the Study of International Politics’. World Politics, 4(3), pp. 382-401. Διαθέσιμο εδώ.

Hall, A. (1955) ‘Mackinder and the course of events’, Annals of the Association of American Geographers, (45)2 , pp. 109-126, Διαθέσιμο εδώ.

Joyner, C.C. (1984) ‘Anglo-Argentine Rivalry after the Falklands/Malvinas War: Laws, Geopolitics, and the Antarctic Connection’, Lawyer of the Americas, 15(3), pp. 467–502.  Διαθέσιμο εδώ.  

Keeling, D.J. (2013) ‘A geopolitical perspective on Argentina’s Malvinas/Falklands claims’, Global Discourse: An interdisciplinary journal of current affairs, 3(1), pp. 158-165. Διαθέσιμο εδώ.

Krepp, S.P. (2017) ‘Between the Cold War and the Global South: Argentina and Third World Solidarity in the Falklands/Malvinas Crisis’, Estudos Históricos (Rio de Janeiro), 30(60), pp. 141–160 Διαθέσιμο εδώ.

Mackinder, H. (1904) ‘The geographical pivot of history’, The Geographical Journal, 170(4), December 2004, pp. 298–321. Διαθέσιμο εδώ.

McSherry, J.P. (2002) ‘Tracking the Origins of a State Terror Network: Operation Condor’. Latin American Perspectives, 29(1), pp. 38–60.  Διαθέσιμο εδώ.

Stransky, S. (2012) ‘Re-examining the Falkland Islands War: The necessity for multi-level deterrence in preventing wars of aggression’, Georgia Journal of International and Comparative Law, 40(2), pp. 473-525. Διαθέσιμο εδώ.

Rosenboim, O. (2015) ‘Geopolitics and empire: visions of regional world order in the 1940s’, Modern Intellectual History, 12(2), pp. 353-381. Διαθέσιμο εδώ.

Φωτιάδης, Γ. (2016) ‘Ιστορική συνέχεια Γεωπολιτικών Θεωριών (1890-2015)’, Ιδρυματικό Αποθετήριο HELLANICUS, Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Πτυχιακή Εργασία). Διαθέσιμο εδώ.

Ενότητας 1.2.α

Britannica, T. Editors of Encyclopaedia (2021) ‘Falklands Islands War’, Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο εδώ

Jenkins, S. (2012) ‘Falklands War 30 years on and how it turned Thatcher into a world celebrity’, The Guardian. Διαθέσιμο εδώ 

Liffiton, A. (2016) ‘The Falklands War: Differing Causes of Conflict’, E-International Relations. Διαθέσιμο εδώ 

Trueman, C. N. (2015) ‘The Causes Of The Falklands War Of 1982’, The History Learning Site. Διαθέσιμο εδώ.

Ενότητας 1.2.β

Anderson, D. (2014). Osprey Guide to: The Falklands War 1982. Bloomsbury Publishing. Διαθέσιμο εδώ.  

Danchev, A. (2016) International perspectives on the Falklands conflict: a matter of life and death. Springer. Διαθέσιμο εδώ

Darwin, J. (2011) ‘Britain, the Commonwealth and the End of Empire’, BBC History. Διαθέσιμο εδώ. 

Hickman, K. (2019) ‘Falklands War: Conflict in the South Atlantic’, Thought.Co. Διαθέσιμο εδώ

Munroe, R. (2014) ‘Will the sun ever set on the British empire?’, The Guardian. Διαθέσιμο εδώ

Potter, S. J. (2007) ‘Empire, Cultures and Identities in Nineteenth And Twentieth-Century Britain’, History Compass, 5(1), pp.51-54. Διαθέσιμο εδώ

Solly, M. (2020) ‘A Brief History of the Falklands War’, Smithsonian Magazine. Διαθέσιμο εδώ.

Σακκάς, Γ. (2014) ‘Η κρίση του Σουέζ’, Η Καθημερινή. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση