ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΨΗΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ V. ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΦΩΚΛΑΝΤ/ΜΑΛΒΙΝΑΣ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ  ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΗΓΕΣΙΑΣ

των Βάσια Καϊδατζή, Αλέξανδρου Θεοδωρίδη, Θανάση Κωστόπουλου και Χρυσάνθης Μπρούζου, Ερευνητών των Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

με την επίβλεψη των Δημήτρη Πανταζή και Χρήστου Σκλιβάνου, Συντονιστών

Προλεγόμενα συντονιστών

Εμβαθύνοντας περαιτέρω στον Πόλεμο των Falklands, στο δεύτερο αυτό μέρος της συλλογικής ανάλυσης των ερευνητών της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής της SAFIA, εξετάζονται αφενός και εκατέρωθεν οι υψηλές πολιτικές (high politics) των χωρών (Αργεντινής και Ηνωμένο Βασιλείου) ως προς το νησιωτικό σύμπλεγμα, αφετέρου προσεγγίζεται το κοινωνικο-πολιτικό προφίλ της ηγεσίας της κάθε πλευράς.

Καλή ανάγνωση,

Χρήστος Σκλιβάνος, Δημήτρης Πανταζής

2.1 Η αργεντίνικη υψηλή πολιτική (Βάσια Καϊδατζή)

Τα νησιά αναμφίβολα αποτέλεσαν ζήτημα εθνικής ταυτότητας και πολιτιστικής υπερηφάνειας για πολλές αργεντίνικες γενεές. Άλλωστε, για πολλές δεκαετίες οι Αργεντίνοι διαπραγματεύτηκαν με την Βρετανία μία μεταβίβαση της κυριαρχίας τους (Keeling, 2013). Επρόκειτο για ένα βαθιά χαραγμένο συναισθηματικό ζήτημα αλλά και μία κορυφαία πολιτικής προτεραιότητα της Αργεντινής (Binnendijk, Gompert, Lin, 2014, σ.152). Αν και τα νησιά βρίσκονταν υπό βρετανικό έλεγχο από το 1830, το γεγονός ότι κατά την περίοδο της ανεξαρτησία των Αργεντίνων αυτά αποτελούσαν ισπανική κτήση, δημιούργησε ένα δίκαιο αίτημα στους κόλπους των τελευταίων ότι αυτά αποτελούσαν νόμιμη κτήση στη βάση των δικαιωμάτων των “διάδοχων κρατών”.

Το Μπουένος Άιρες βρισκόταν σε διαρκή διαπραγμάτευση με το Λονδίνο αναφορικά με την εξεύρεση μιας λύσης που θα επέτρεπε την προσάρτηση των νησιών. Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, οι συνομιλιες βρέθηκαν σε τέλμα λόγω των αποτυχημένων επαφών ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές (Puche, 2014, σ.17). Ο Στρατηγός Galtieri, στην προσπάθειά του να επιβιώσει πολιτικά, και εκμεταλλευόμενος τον εθνικό πόθο, προχώρησε σε εισβολή, προκειμένου να κερδίσει την εύνοια των πολιτών, τονώνοντας έτσι τον αργεντίνικο εθνικισμό (Makin, Guillermo, 1983, σ.62). 

Ωστόσο, κατά τη λήψη της απόφασης ως προς τα Falklands, το εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον της Αργεντινής βρισκόταν υπό πλήρες χάος και αβεβαιότητα. Η αλλεπάλληλη εναλλαγή στρατιωτικών δικτατοριών και δημοκρατικών κυβερνήσεων από το 1930 έως και το 1976, σε συνδυασμό με την εφαρμογή μιας πληθώρας ακραίων πολιτικών, οδήγησαν συνδυαστικά στην οικονομική και κοινωνική αποσταθεροποίηση της χώρας, δημιουργώντας παράλληλα πολιτικό και κοινωνικό διχασμό, ο οποίος ξεσπούσε με εμφύλιες διαμάχες κάθε φορά που το κράτος βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο (Reuters, 2014). 

Η “αναδιοργάνωση” της εσωτερικής ασφάλεια αποτέλεσε κρίσιμο διακύβευμα για την αργεντίνικη χούντα. Βασιζόμενη στο Καταστατικό “National Reorganization Process”, που αποτέλεσε το ανώτερο θεσμικό κείμενο εκείνη την εποχή, οι Ε.Δ. στόχευαν στην ενίσχυση της εθνικής ένωσης (national union), εκπροσωπώντας το σύνολο της χώρας. Στόχος του κειμένου ήταν η συμβίωση της κυβέρνησης, του κράτους και του έθνους, τυπικό χαρακτηριστικό των εθνικιστικών καθεστώτων (Lisińska, 2019, σ.24). Μεταξύ άλλων, το Καταστατικό προέβλεπε την τοποθέτηση της Αργεντινής εντός του Δυτικού Πολιτισμού με στόχο την αποκατάσταση της ακεραιότητας του έθνους, την εθνική οικονομική ανάπτυξη και τέλος την εξάλειψη του παρεμβατισμού από εξωτερικούς δρώντες (Lisińska, 2019, σ.24).

Τον Μάρτιο του 1981, ο Στρατηγός Roberto Viola, κατηγορήθηκε για τον ευρέως γνωστό “Dirty War”, μία τακτική κρατικής τρομοκρατίας που οδήγησε στην εξαφάνιση χιλιάδων ανθρώπων, καθιστώντας την συγκεκριμένη δικτατορία ως την πιο βάρβαρη στην ιστορία της χώρας (Catoggio, 2010). Οι πρακτικές αυτές αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την επίτευξη της εις βάθους εσωτερικής αναδιοργάνωσης και στόχο είχε την εξάλειψη των εσωτερικών εχθρών του κράτους και κυρίως των πολιτικών αντιφρονούντων που σχετίζονταν με τον σοσιαλισμό (Bermudez, 2009).

Το καθεστώς, προκειμένου να επιτύχει τα ευρύτερα εθνικά του συμφέροντα, είχε πολύ νωρίτερα θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που θα το καθιστούσε ανταγωνιστικό απέναντι στην αντιμαχόμενη Μεγάλη Βρετανία. Με πρωταρχικό γνώμονα την εφαρμογή των στόχων της εξωτερικής του πολιτικής, λειτούργησε σε τρία διαφορετικά επίπεδα, το στρατιωτικό, την “κλασική” διπλωματία του Υπουργείου Εξωτερικών και το οικονομικό (Lisińska, 2019, σ.59).

Η χούντα, στην προσπάθεια της να επεκτείνει τις διπλωματικές της σχέσεις και να αποκτήσει συμμάχους, δραστηριοποιήθηκε αρχικά στην Λατινική Αμερική. Η Αργεντινή, ως η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα στην περιοχή, φιλοδοξούσε το ρόλο του περιφερειακού ηγέτη, που θα εκπροσωπούσε τα συνολικά συμφέροντα της ηπείρου, βασιζόμενη στην κοινή ιστορία, τις μακροχρόνιες οικονομικές σχέσεις αλλά και την ύπαρξη κοινών περιφερειακών προβλημάτων. Η ισορροπία δυνάμεων Αργεντινής, Βραζιλίας και Χιλής αποτέλεσαν τους κρισιμότερους παράγοντες για τον καθορισμό της περιοχής (Budanovic, 2017).

Η πολιτική φιλοδοξία της επεκτάθηκε στην συνέχεια, στον “Δυτικό Κόσμο”, όπου αναμφισβήτητα οι ΗΠΑ, ως παγκόσμια υπερδύναμη, αποτέλεσαν για αυτήν έναν οιονεί σύμμαχο “κλειδί” για μία ενδεχόμενη πρωτοβουλία ως προς τα Falklands. Αρκετό καιρό πριν ξεκινήσει η διαμάχη, ο Στρατηγός Galtieri προετοίμαζε το έδαφος για μία επικείμενη συμμαχία με τους Αμερικανούς. Προχώρησε σε μία σειρά από διπλωματικές κινήσεις τις οποίες ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Στρατηγός Miguel Mallea Gil (Feldman, 1985, σ.4). H αποστολή δεκάδων στρατιωτικών συμβούλων στην Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γουατεμάλα, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν συμμετάσχει στον “Dirty War”, είχε ως στόχο να βελτιώσει τις προοπτικές στήριξης από τις ΗΠΑ, καθώς η ανάθεσή τους εκτός χώρας θα προέβαλε μία εικόνα πιστού εταίρου στις πολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον (Feldman, 1985, σ.5).

Καθ’ όλη την διάρκεια της δικτατορίας, ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας Martinez de Hoz, ανέλαβε αρκετές φορές την εκπροσώπηση της χώρας σε εξωτερικές αποστολές, με στόχο την βελτίωση την εικόνας της. Εφάρμοσε, όμως, μία σειρά νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, όπως η  Χρηματοοικονομική Μεταρρύθμιση του 1977, η οποία προώθησε την οικονομική κερδοσκοπία εκτοξεύοντας το δημόσιο χρέος της Αργεντινής και οδηγώντας την σε ανεξέλεγκτη ανεργία (Cooney, 2007).

Η πολιτική εξωτερικής ασφάλειας και κυριαρχίας, αποτέλεσε την τελευταία μεταβλητή στρατηγικού σχεδιασμού της χούντας, προκειμένου να επιτύχει τα εθνικά της συμφέροντα. Οι Ε.Δ., ως ένας ενιαίος θεσμός, ανέλαβαν την πλήρη διακυβέρνηση του κράτους, με στόχο την παροχή ασφαλείας, τον έλεγχο και την ευημερία του έθνους (Lisińska, 2019, σ.25). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της στρατιωτικής ιδεολογίας, αποτέλεσε η υιοθέτηση μιας οργανικής έννοιας του έθνους όπου το κράτος, όπως ακριβώς και ένας ζωντανός οργανισμός, αποτελείται από ένα σύνολο άρρηκτα συνδεδεμένων στοιχείων, με καθένα από αυτά να εκπληρώνει τον σκοπό του (Lisińska, 2019, σ.27).  

To National Security Doctrine, αποτέλεσε το βασικότερο καταστατικό της δικτατορίας κατά την περίοδο 1976-1983, το οποίο αφορούσε το κράτος, την ανάπτυξη του, τις εξεγέρσεις, και φυσικά την ασφάλεια του έθνους. Με βάση αυτό, η εθνική ασφάλεια προείχε των ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία και ήλεγχε το ίδιο το κράτος. Πρόκειται περί απολυταρχικού καταστατικού που εστίαζε στην στρατιωτική ισχύ, η οποία θα καταπολεμούσε οποιαδήποτε μορφή κινδύνου που θα απειλούσε την εθνική ασφάλεια (Pion-Berlin, 1988, σ.387). Σύμφωνα με αυτό, οι βασικότερες απειλές κατά του έθνους, θεωρούνταν ο μαρξισμός και όλες οι αριστερές ιδεολογίες, ήτοι ο κομμουνισμός, καθώς σύμφωνα με το Δόγμα, υπονόμευαν τα θεμέλια του κράτους και απειλούσαν την εθνική συνοχή (Lisińska, 2019, σ.28). Τέλος, η γεωπολιτική αποτέλεσε ένα σημαντικό πεδίο του Δόγματος, καθώς υποκινούσε τον αμείωτο ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών, με στόχο την υπόδειξη της δυναμικής ισχύος της Αργεντινής σε οτιδήποτε απειλούσε τα κυριαρχικά της δικαιώματα (Chaar, 2019). Σύμφωνα με το National Security Doctrine, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως ιδεολογία, παρά ως δόγμα, οι δυτικές αξίες αποτελούσαν υψίστης σημασίας, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο έβλαπτε τα ατομικά δικαιώματα και επιτίθετο στην έννοια της δημοκρατίας (Carasales, 1992, σ.17). Κατηγορήθηκε πως συνέχεε θέματα άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας, καθώς συνδεόταν άμεσα με το Καταστατικό “National Reorganization Process” αλλά και την τακτική του “Dirty War”, προκειμένου να επιτύχει την εφαρμογή μιας “δημοκρατίας”, βασισμένης στην εθνική συνοχή και την στρατιωτική ισχύ (Lisińska, 2019, σ.28).

***

2.2 Η βρετανική υψηλή πολιτική  (Αλέξανδρος Θεοδωρίδης)

Σημαντικός παράγοντας που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό όλη τη μεταπολεμική υψηλή στρατηγική της Βρετανίας ήταν η σχετική παρακμή της οικονομικής της βάσης της χώρας. Αυτή η δημοσιονομική πτώση προκάλεσε με τη σειρά της μια προοδευτική μείωση της ικανότητας των διαδοχικών κυβερνήσεων να προβάλλουν ένα ηγεμονικό προφίλ, ως Μεγάλη Δύναμη στο παγκόσμιο σύστημα. Ωστόσο, η διαχρονική επιλογή της “υπερέκτασης” (ειδάλλως “στρατηγικής της εμβέλειας”) της εξωτερικής πολιτικής της βασίζονταν στο γεγονός ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πίστευαν πως η Βρετανία ήταν όντως μια Μεγάλη Δύναμη, με παγκόσμιες ευθύνες.

Με τις αδυναμίες και τα προβλήματα να εμφανίζονται σταδιακά, η βρετανική υψηλή στρατηγική βρέθηκε αντιμέτωπη με την αναγκαιότητα αποχώρησης από τις υπερπόντιες κτήσεις. Σύντομα υποχρεώθηκε να αποσυρθεί τόσο από την Ινδία (το 1947) όσο και από την Παλαιστίνη (το 1948) ένεκα των τοπικών απαιτήσεων για ανεξαρτησία. Ακολούθησε το δεύτερο κύμα απo-αποικιοποίησης, σε Καραϊβική, Αφρική και Μαλαισία, όπου οι Βρετανοί επέλεξαν να δώσουν εξουσίες και ρόλο στους τοπικούς πληθυσμούς, κατευνάζοντας έτσι τις κατά τόπους γενικευμένες εντάσεις για αυτοδιάθεση (Sanders, 1989, σ. 82). Ωστόσο, το μητροπολιτικό κέντρο είχε ακόμη εκτεταμένους οικονομικούς δεσμούς με τα κράτη της Κοινοπολιτείας και τις εναπομείνασες υπερπόντιες κτήσεις, ενώ ήταν ακόμη σε θέση να αναλάβει στρατιωτικές επιχειρήσεις «εκτός περιοχής» σε παγκόσμια κλίμακα. Οι απo-αποικιοποιήσεις του «δεύτερου κύματος» (μετά το 1957) και η στρατιωτική απόσυρση από τα ανατολικά του Σουέζ (μετά το 1968) ήταν απλώς ορθολογικές απαντήσεις στις ανάγκες μιας μεταβαλλόμενης κατάστασης (Sanders, 1989, σ. 119). 

Συνεπώς, μετά την «απώλεια» της Ινδίας και της Παλαιστίνης, οι κυβερνήσεις Εργατικών και Συντηρητικών ξεκίνησαν την τελική φάση της αυτοκρατορικής απόσυρσης στην οποία επιδίωξαν ταυτόχρονα να εξασφαλίσουν ένα παγκόσμιο δίκτυο βρετανικών στρατιωτικών βάσεων, αφενός για τη διατήρηση των «ασφαλών» αυτοκρατορικών αγορών της βιομηχανίας, αφετέρου για την αποτροπή της γενικής εξάπλωσης του κομμουνισμού στους αυτόχθονες πληθυσμούς στον Τρίτο Κόσμο (Sanders, 1989, σ. 288-289). 

Η υπερέκταση της υψηλής πολιτικής της Βρετανίας θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο με τη σημαντική μείωση των δεσμεύσεών της στο εξωτερικό, ευθυγραμμίζοντας τις υποχρεώσεις της με τις σχετικά μειωμένες δυνατότητές της. Και αν ο ρόλος και η επιρροή της Βρετανίας στον κύκλο της Κοινοπολιτείας μειώνονταν με ταχείς ρυθμούς, το προφανές υποκατάστατο ήταν η ενίσχυση των δεσμών του Ηνωμένου Βασιλείου με την Δυτική Ευρώπη. Έτσι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μετά, η Ευρώπη έγινε το κύριο επίκεντρο της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Με άλλα λόγια, οι στρατηγικές επιλογές της Βρετανίας στους κόλπους των υπερπόντιων κτήσεων μετά το 1968, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του πολέμου στα Falklands, σχετίστηκαν με τη συνεχή υποχώρηση (Sanders, 1989, σ. 127).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Βρετανία, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου, υπέφερε από τις συνέπειες του τέλους της μεταπολεμικής οικονομικής μεγέθυνσης, του αυξανόμενου πληθωρισμού και της ξαφνικής ανόδου της τιμής του πετρελαίου (Sharp, 1997, σ. 22). H κυβέρνηση των Εργατικών είχε να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό και την ανεργία, ξεκινώντας παράλληλα ένα πρόγραμμα σημαντικών περικοπών των δημοσίων δαπανών. Η νίκη της Thatcher στις εκλογές του 1979, συνοδεύτηκε με σημαντικά προβλήματα στο εσωτερικό, τα οποία οξύνθηκαν τα επόμενα χρόνια σε συνδυασμό με τις εργατικές κινητοποιήσεις και τη σύγκρουση των συνδικάτων, τις περικοπές στις αμυντικές δαπάνες και την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση στην Βόρεια Ιρλανδία με τον “ΙRA”, εσωτερικά. Σε αυτά ήρθε να προστεθεί και η κρίση των Falklands το 1982. 

Η οπτική του κόμματος των Συντηρητικών για την εξωτερική πολιτική, με έμφαση στον ρεαλισμό, δίνει προτεραιότητα στην υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος έναντι άλλων στόχων, ενώ παράλληλα η διεξαγωγή της διπλωματίας για τους συντηρητικούς πολιτικούς είναι κυρίως θέμα επαγγελματικής εξειδίκευσης παρά δημοκρατικός έλεγχος (Peele, 1980, σ. 191). Επιπλέον, οι βρετανικοί ισχυρισμοί για κυριαρχία απέρρεαν από το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των νησιωτών και την αδιάσπαστη διοίκηση της Βρετανίας από το 1833. Οποιαδήποτε καταπάτηση της κυριαρχίας των νήσων θεωρείτο αυτόματα και παραβίαση εδαφικής ακεραιότητας Βρετανικού εδάφους. Ωστόσο, το ζήτημα που διακυβευόταν για τα Falklands δεν ήταν η κυριαρχία μιας μικρής συλλογής νησιών στον Νότιο Ατλαντικό ή το μέλλον του πληθυσμού των νησιών, αν και αυτά αντιπροσώπευαν σίγουρα σημαντικές παραμέτρους της κρίσης. Το κύριο ζήτημα ήταν η παραβίαση των αρχών της διεθνούς συμπεριφοράς που διέπραξε η Αργεντινή, μέσω της εισβολής της, και ο κίνδυνος αυτή η δράση να αποτελέσει προηγούμενο στις διεθνείς υποθέσεις (McCourt, 2014, σ. 150). Αυτές οι φαινομενικά υψηλές αρχές ήταν η αυτοδιάθεση, η ιερότητα του διεθνούς δικαίου, και ίσως το πιο σημαντικό, η μη χρήση βίας για την επίλυση των διαφορών (McCourt, 2014, σ. 150). Επιπλέον είναι αξιοσημείωτο, ότι για την Thatcher η κρίση αυτή, ήταν ένα μεγαλοπρεπές ζήτημα που συνδέθηκε άρρηκτα με την πολιτική της επιβίωση.

Ο Απρίλιος του 1982 υπήρξε ένα γενικό crash test για την βρετανική εξωτερική πολιτική. Με τη κρίση στις νήσους Falklands να εντείνεται όλο και περισσότερο, η Βρετανία αναζήτησε την υποστήριξη της στον Δυτικό κόσμο, εκμεταλλευόμενη, αφενός, τη θέση της εντός του πολλά υποσχόμενου, τότε, ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και πράγματι, το Λονδίνο απέσπασε, μέσα από τον Κανονισμό 877/82 (Κανονισμός ΕΟΚ 877/82), μία διευρυμένη επιβολή εμπάργκο στα αργεντίνικα αγαθά. Ιδιαίτερα κομβικό βέβαια ήταν το γαλλικό εμπάργκο όπλων, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διένεξη αυτή. Με αυτή την ενέργεια η Γαλλία τάχθηκε υπέρ της Βρετανίας, παρέχοντας τεχνικές πληροφορίες επί των συστημάτων της αλλά και ενθαρρύνοντας την πρώην αποικίας της Σενεγάλη να επιτρέψει σε βρετανικά αεροσκάφη να χρησιμοποιήσουν το αεροδρόμιο του Ντακάρ (Freedman and Stonehouse, 1991, σ. 154). 

Αφετέρου, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση μεταξύ Βρετανίας – ΗΠΑ. Η απόφαση της Ουάσιγκτον να υποστηριχθεί το Λονδίνο στη σύγκρουση των Falklands δεν ήταν ένα επιστέγασμα της ψυχροπολεμικής «ειδικής σχέσης» μεταξύ των δύο δρώντων. Άλλωστε, οι Βρετανοί δεν ξέχασαν την αρνητική αντίδραση των Αμερικανών στην Κρίση του Σουέζ το 1956 (υπενθυμίζεται ότι οι ΗΠΑ απέτρεψαν μία γενικευμένη σύρραξη, οδηγώντας τους Άγγλους σε ατιμωτική υποχώρηση). Η απόφαση της ήταν, σαφώς, αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων, κατά βάση ο υπολογισμός των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Επιπλέον, η επικράτηση του ΗΒ στη διαμάχη υπήρξε απόρροια της αμερικανικής πίστης ότι η επιβίωση per se της κυβέρνησης Thatcher συνιστούσε κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία της αμερικανικής πολιτικής, ειδικότερα στον τομέα της πυρηνικής άμυνας και του ελέγχου των όπλων (Danchev, 1992, σ. 218). Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την επιθετική στάση της Αργεντινής, η οποία παραβίαζε βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, σε συνδυασμό με την άρνηση συμμόρφωσης με την Απόφαση 502 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (UNSCRes 502/1982). Είναι αδύνατο, δε, να λησμονηθεί και η σημασία της προσωπικής φιλίας του Προέδρου των ΗΠΑ Reagan με την Thatcher, που ενδυνάμωσε τις αγγλο-αμερικανικές σχέσεις (Danchev, 1992, σ. 219).  

***

2.3 Συγκριτική ανάλυση του κοινωνικοπολιτικού προφίλ ηγεσίας της κάθε πλευράς

α. Ο Στρατηγός Leopoldo Galtieri και ο Ναύαρχος Jorge Anaya (Θανάσης Κωστόπουλος)

O πρόεδρος της αργεντίνικης χούντας, Στρατηγός Galtieri, γόνος τρίτεκνης εργατικής οικογένειας ιταλικής καταγωγής εισήλθε στην Αργεντίνικη Στρατιωτική Ακαδημία το 1943, όπου σπούδασε πολιτικός μηχανικός και από την οποία αποφοίτησε το 1945, διορισμένος ως ανθυπολοχαγός (Encyclopedia of World Biography, 2018). Η πρώτη του επαφή με τα Schools of America (SOA) έγινε το 1949, όταν προήχθη σε υπολοχαγό και συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα πάνω στο αντικείμενο των σπουδών του στον Παναμά (Encyclopedia of World Biography, 2018). Ειδικότερα, η λειτουργία των ακαδημιών SOA, στις οποίες εκπαιδεύτηκαν χιλιάδες λατινοαμερικάνων αξιωματικών -υπό την καθοδήγηση της CIA- στις ανακριτικές μεθόδους, στο πλαίσιο της διασυνοριακής επιχείρησης “Operation Condor”, υποδεικνύει την ενεργή αμερικανική εμπλοκή στην εφαρμογή των δογμάτων εθνικής ασφάλειας στο νοτιοδυτικό ημισφαίριο, όπως ήταν η Διαδικασία Εθνικής Αναδιοργάνωσης στην Αργεντινή (McSherry, 2002, σ.38-44). To 1960, ο Galtieri σπούδασε για έξι μήνες προηγμένη μηχανική μάχης στο Fort Belvoir, στην Virginia των ΗΠΑ και το 1964 έγινε αναπληρωτής διοικητής στην Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών (Encyclopedia of World Biography, 2018). Εν συνεχεία, ο Galtieri προήχθη σε Συνταγματάρχης το 1967, αναλαμβάνοντας επικεφαλής του 121ου Τάγματος Κατασκευών, ανοδική πορεία που συνεχίστηκε στη δεκαετία του 1970, μέχρι τον διορισμό του, από το καθεστώς Videla το 1979, ως διοικητή του 1ου Σώματος Στρατού (Encyclopedia of World Biography, 2018). 

Στο ιδεολογικό επίπεδο, παρά την ατεκμηρίωτη συμμετοχή του στις επιχειρήσεις του Dirty War, ο Galtieri υπήρξε σφοδρός αντικομμουνιστής, δηλώνοντας έναν μήνα πριν τοποθετηθεί στην προεδρία πως «η Αργεντινή και οι ΗΠΑ θα συμβαδίσουν στον παγκόσμιο ιδεολογικό πόλεμο», ενώ στις 2 επισκέψεις του στις ΗΠΑ το 1981 χαρακτηρίστηκε από τον Αμερικανό Πρόεδρο R. Reagan ως «μεγαλοπρεπής στρατηγός» (Encyclopedia of World Biography, 2018). Στις 11/12/1981, το σκληροπυρηνικό τμήμα του καθεστώτος, με πρωταγωνιστές τους L. Galtieri και J. Anaya ανέτρεψε τον πρόεδρο R. Viola, θορυβημένο από την επιλογή του τελευταίου να προβεί σε πολιτικό άνοιγμα, με την προοπτική εκλογών το 1984 (Pion-Berlin, 1985, σ.63-67). Μετά την κατάκτηση της εξουσίας, ο Galtieri ήρθε αντιμέτωπος με τις οικονομικές αστοχίες της Διαδικασίας Εθνικής Αναδιοργάνωσης που έπλητταν την νομιμοποίηση του καθεστώτος (Calvert et al., 2021). Έτσι, σύμφωνα με την θεωρία του αντιπερισπασμού (“diversionary theory”), ελλείψει κοινού στόχου στο πλαίσιο της Διαδικασίας, όταν τον Μάρτιο του 1982 εκδόθηκε ένα επικριτικό κοινό ανακοινωθέν εκ μέρους των υψηλόβαθμων αξιωματικών για την πορεία της οικονομίας, ο Galtieri ωθήθηκε στο να αναζητήσει το νέο περιεχόμενο της συνοχής του στρατεύματος και επακόλουθα της κυβέρνησής του, στην εισβολή των νήσων Malvinas, τα οποία συνδέονταν συναισθηματικά και ιστορικά με την Αργεντινή (Liffiton, 2016). Πράγματι, τον Μάρτιο του 1982, ο Galtieri κατόρθωσε βραχυπρόθεσμα να μεταστρέψει τα συλλαλητήρια κατά της χούντας σε εκδηλώσεις υποστήριξης προς τον εθνικό σκοπό από την πλειονότητα των επιχειρηματικών, πολιτικών και θρησκευτικών οργανώσεων (Liffiton, 2016).

Κύριος υπέρμαχος και οργανωτής της επίθεσης στα Falklands υπήρξε ο ναύαρχος Jorge Anaya (Budanovic, 2017). O Anaya, γιος του Βολιβιανού προξένου στο Buenos Aires είχε εισέλθει στο ναυτικό ως δόκιμος το 1944 και το 1955 με το αξίωμα του κατώτερου αξιωματικού είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα κατά του Προέδρου Juan Perón (Gunson, 2008). Στην συνέχεια έγινε διευθυντής προσωπικού στην Σχολή Μηχανικών του Ναυτικού (ESMA), έχοντας ενεργή συμμετοχή στους βασανισμούς του Dirty War, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1981 επιλέχθηκε ως επικεφαλής του Ναυτικού, αποκτώντας στην πορεία ηγετική θέση δίπλα στον Στρατηγό L. Galtieri και τον Ταξίαρχο B. Lami Dozo (Gunson, 2008). Τις παραμονές της εισβολής, ο Anaya εκτιμούσε πως οι ΗΠΑ δεν θα επενέβαιναν στην σύγκρουση με την Μ. Βρετανία, καθώς η Αργεντινή είχε υποστηρίξει υλικά τους αντικομμουνιστές Contras στην Nicaragua και επιπλέον οι Αμερικανοί είχαν αποτρέψει τη χρήση βίας εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου στην κρίση του Suez το 1956 (Budanovic, 2017). Επίσης, η πεποίθηση των Αργεντινών αξιωματικών για μία αναίμακτη προσάρτηση των Malvinas βασίζονταν στα πρόσφατα γεγονότα αποαποικιοποίησης, όπως η αποδοχή της ανεξαρτησίας της Ροδεσίας (σημερινή Ζιμπάμπουε) από την Μ. Βρετανία το 1981 και η προσάρτηση της πορτογαλικής κτήσης της Goa από την Ινδία το 1961, η οποία παρά τις αρχικές  αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας έγινε δεκτή ως μη αναστρέψιμη (Budanovic, 2017).

Ο Ναύαρχος Jorge Anaya
Πηγή:εδώ

Σε τελική ανάλυση, η αντικομμουνιστική ρητορική και οι υψηλές διασυνδέσεις του στο αμερικανικό στρατιωτικό κατεστημένο, ως αποφοίτου των SOA, έκαναν τον Galtieri να πιστεύει πως καθίσταται ο ευνοούμενος της Washington, ποντάροντας στους ίδιους λόγους με τον ναύαρχο Anaya για την ανεμπόδιστη προσάρτηση των Malvinas  (LADB Staff, 2003). Πάντως, είναι σίγουρο πως ακόμα και μια ευνοϊκή εξέλιξη για την Αργεντινή στα Falklands, θα εξαγόραζε ελάχιστο επιπλέον χρόνο επιβίωσης για το καθεστώς, καθώς ο πολιτικός συνασπισμός που είχε αναπτυχθεί μέσα από τα ανοίγματα της χούντας είχε καταστήσει σαφή την επιδίωξή του για πολιτική μετάβαση μετά το τέλος του πολέμου (Pion-Berlin, 1985, σ.71).

***

β. Η Margaret Thatcher και o Αρχιναύαρχος Sir Henry Leach (Χρυσάνθη Μπρούζου)

Η ανάλυση ενός πολέμου θα ήταν ελλιπής χωρίς μια αναφορά στα ηγετικά πρόσωπα τα οποία λάμβαναν τις αποφάσεις για την διεξαγωγή του. Η Margaret Thatcher, η «Σιδηρά Κυρία» της Μεγάλης Βρετανίας, υποστήριξε ένθερμα την υπεράσπιση των υπερπόντιων κτήσεων της χώρας παρά τις όποιες αντιρρήσεις μελών του επιτελείου της. Διανύοντας την εφηβεία της την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατάφερε να διαμορφώσει μια πρώτη άποψη για την εξωτερική πολιτική της χώρας. Η ταπεινή καταγωγή της και η οικογένεια της διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ως πολιτικός, καθώς κατάφεραν να την εξοπλίσουν με τις «βικτωριανές αρχές» της ειλικρίνειας, της αυτάρκειας, της ανιδιοτέλειας, της τάξης, της εργατικότητας και του χριστιανοκεντρικού τρόπου ζωής (Reitan 2003, σ.1). Ο αυτοδημιούργητος πωλητής πατέρας της, ο οποίος συμμετείχε στα κοινά ενώ διετέλεσε και δήμαρχος της πόλης Grantham, ήταν ρήτορας με ηγετικές ικανότητες και παλαιάς κοπής φιλελεύθερος και φρόντισε να κληροδοτήσει αυτά του τα χαρακτηριστικά στην Margaret (Cannadine 2017, σ..3). 

Μέσα από τις σπουδές της στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ανακάλυψε και καλλιέργησε το πάθος της για την πολιτική και κατάφερε να εκλεγεί Πρόεδρος του Oxford University Conservatives Association (Reitan 2003, σ.2). Μετά την αποφοίτηση της συνέχισε την δράση της στο πλευρό των Συντηρητικών, ενώ το 1959 εξελέγη στην Βουλή των Κοινοτήτων και υποστήριξε ριζοσπαστικές προτάσεις του κόμματος (Reitan 2003, σ.4). Προτού αναλάβει την πρωθυπουργία το 1979, διετέλεσε υπουργός παιδείας και περιβάλλοντος (Reitan 2003, σ.10). Κατά την πολυετή θητεία της φάνηκε αποφασιστική απέναντι στις προκλήσεις που κλήθηκε να αντιμετωπίσει, ενώ ο επικοινωνιακός της χαρακτήρας και το υπόβαθρό της την έφερναν πιο κοντά στον λαό. Χαρακτηρίστηκε ενωτική, ισχυρογνώμων, μεταρρυθμίστρια, απόλυτη και άμεση, στοιχεία απαραίτητα για μια γυναίκα στην θέση της εκείνη την εποχή, και μέσα από το όραμα του «θατσερισμού», και του αντικομμουνισμού, προσπάθησε να αναβιώσει την χαμένη αίγλη της Μ. Βρετανίας υπό νέους όρους (Reitan 2003, σ.27-28). 

Πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά έγιναν εμφανή κατά το ξέσπασμα του πολέμου για τα ν. Falklands. Ήταν αδιάλλακτη ως προς την άνευ όρων παραχώρηση των νησιών, καθώς τα θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι της Βρετανίας, πράξη που κατά την ίδια θα ήταν ατιμωτική (Aitken, 2013, σ.321), αν και είχε προβεί προηγουμένως σε μείωση των αμυντικών δαπανών για τις υπερπόντιες κτήσεις (Aitken, 2013, σ.324). Εντούτοις, έδρασε με αποτελεσματικότητα και αποφασιστικότητα και ενεπλάκη άμεσα στην λήψη στρατηγικών αποφάσεων (Aitken, 2013, σελ.328), ενώ μέσω της ρητορικής της πάλεψε να διατηρήσει στο πλευρό της το κόμμα της και τον λαό και να αναδείξει τον υφέρποντα πατριωτισμό τους (Moore, 2015, σελ.3). Μια ήττα στον πόλεμο θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής της καριέρας και αυτό ήταν ένα ρίσκο που προτίθετο να λάβει προκειμένου να αναστηλωθεί η υπερηφάνεια της Βρετανίας. Μετά τον θρίαμβο της ένιωθε δικαιωμένη από τις αποφάσεις  της (Moore, 2015, σελ.1) και παράλληλα εξιλεώθηκε στα μάτια του καταπονημένου, και μέχρι πρότινος διαιρεμένου, λαού ο οποίος της χάρισε την επανεκλογή της (Soldinger, 2020).  

Στο πλευρό της σε αυτόν τον αγώνα στάθηκαν λίγοι και ένας από αυτούς ήταν ο τολμηρός Αρχιναύαρχος Sir Henry Leach. Απόφοιτος του Britannia Royal Naval College και μετέπειτα μέλος του Βασιλικού Ναυτικού από το 1937, χάραξε μια μακρόχρονη πορεία στο ναυτικό σώμα υπηρετώντας στην Μεσόγειο μέχρι και τον Ινδικό ωκεανό ως αξιωματικός του πυροβολικού. Διετέλεσε υπεύθυνος ναυτικού σχεδιασμού το 1968 και έφτασε να αποτελεί Πρώτος Θαλάσσιος Αρχηγός και Αρχηγός του Ναυτικού Προσωπικού (Vat 2011). Ο Αρχιναύαρχος, αφουγκραζόμενος το πολιτικό status των χωρών εκείνη την εποχή αλλά και τις στρατηγικές τους κινήσεις, μπόρεσε να αντιληφθεί την μειονεκτική θέση της Βρετανίας αναφορικά με τα νησιά (Leach, 2003, σ. 219). Παρά την απροθυμία του Υπουργού Άμυνας και έχοντας πίστη στις δυνάμεις του βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού, έπεισε την Πρωθυπουργό ως προς την αναγκαιότητα αποστολής ναυτικής μονάδας κρούσης και της έδωσε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να συνεχίσει (Vat 2011). Ήταν πολύ πιο αισιόδοξος για την έκβαση της αντεπίθεσης από κάθε άλλον, καθώς είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος τακτικά, υπολογίζοντας βρετανικά πολεμικά πλοία που βρίσκονταν σε άσκηση του ΝΑΤΟ στα ανοιχτά του Γιβραλτάρ (Aitken 2013, σελ.327), οδηγώντας την Βρετανία γοργά και αποφασιστικά στη νίκη. Πίσω από τον σχεδιασμό του ίσως κρύβονταν πολιτικές φιλοδοξίες που στόχο είχαν την ανάδειξη του Ναυτικού ως απαραίτητου στρατιωτικού επιχειρησιακού μέσου (Luscombe 2021), αυτό ωστόσο δεν αναιρεί την αδιαμφισβήτητη επιτυχία του σχεδίου του.

Ο Αρχιναύαρχος Sir Henry Leach
Πηγή:εδώ

Οι παραπάνω προσωπικότητες ξεχώρισαν και γράφτηκαν στην ιστορία, γιατί επέδειξαν τόλμη και θάρρος τις κατάλληλες στιγμές, υποστηρίζοντας επάξια την ιδιότητα τους και υπερασπίζοντας το έθνος τους. Η νίκη του πολέμου επισφράγισε την συνέχιση της κυβέρνησης Thatcher και γύρισε μια νέα σελίδα για την Βρετανία, αποκαθιστώντας την θέση της στον ψυχροπολεμικό κόσμο και δίνοντας το παράδειγμα μιας Μεγάλης Δύναμης, τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά.

***

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ενότητα 2.1

Bermudez L. A. (2009) The ‘Dirty War’ – a timeline, France 24.  Διαθέσιμο εδώ

Binnendijk, H., Gompert C., David, L. B. (2014) Blinders, Blunders, and Wars: What America and China Can Learn, In Argentina’s Invasion of the Falklands (Malvinas) 1982, RAND Corporation. Διαθέσιμο εδώ

Budanovic, N. (2017) The Argentinian Side of the Falklands War, War History Online. 19 Μαρτίου 2021. Διαθέσιμο εδώ 

Carasales, C. J. (1992) National Security Concepts of States Argentina, United Nations Institute for Disarmament Research Geneva (UNIDIR) United Nations Publication, UNIDIR/92/14, pp.9-32, Διαθέσιμο εδώ

Catoggio, M. S. (2010) The Last Military Dictatorship in Argentina (1976-1983): The Mechanism of State Terrorism, Sciences Po, Mass Violence and Resistance – Research Network. Διαθέσιμο εδώ

Chaar, N. (2019) Argentina and the National Security Doctrine: State Terror for State Security?, UJPPS. Διαθέσιμο εδώ

Cooney, P. (2007) Argentina’s quarter century experiment with neoliberalism: from dictatorship to depression, SCIELO – Revista de Economia Contemporânea,  11(1). Διαθέσιμο εδώ

Feldman, L. D., (1985) The United States Role in the Malvinas Crisis, 1982: Misguidance and Misperception in Argentina’s Decision to Go to War, Journal of Interamerican Studies and World Affairs, 27(2), pp. 1-7, doi: 10.2307/165715 

Keeling J. D. (2013) Symposium On the Falkland Islands Dispute, A geopolitical perspective on Argentina’s Malvinas/Falkland claims, Global Discourse, 3(1), doi: 10.1080/23269995.2013.812704

Lisińska M. (2019) Argentine Foreign Policy during the Military Dictatorship, 1976–1983, Palgrave Macmillan, Cham, pp.19-75,  doi: 10.1007/978-3-030-06215-6

Makin, G. A. (1983) The Military in Argentine Politics: 1880-1982, Millennium: Journal of International Studies, 12 (1) pp.59-63, doi: 10.1177/03058298830120010601

Munck R. (2013) Malvinas: politics, territory and internationalism, Global Discourse, 3(1), pp.151-153, doi: 10.1080/23269995.2013.821273

Pion-Berlin D. (1988) The National Security Doctrine, Military Threat Perception, and the “Dirty War” in Argentina, Comparative Political Studies, 21(3) pp. 382-407, doi: 10.1177/0010414088021003004

Puche R A. (Lt. Col) (2014) The Malvinas War from The Argentinian Viewpoint, Pickle Partners Publishing

Reuters (Ιούλιος 2014) Chronology: Argentina’s turbulent history of economic crises, Reuters. Διαθέσιμο εδώ

Ενότητα 2.2

Danchev, A. (1992) International Perspectives on the Falklands Conflict, London, The Macmillan Press.

Freedman, L. and Stonehouse V. (1991) Signals of War: The Falklands Conflict of 1982, Ney Jersey, Princeton University Press.

McCourt, D. (2014) Britain and World Power since 1945, Ann Arbor, The University of Michigan Press.

Sanders, D. (1989) Losing an Empire, Finding a Role, New York, St. Martin’s Press.

Sharp, P. (1997) Thatcher’s diplomacy: The Revival of British Foreign Policy, London, Palgrave Macmillan & ICBH.

Peele, G. (1980) ‘The Changed Character of British Foreign and Security Policy’, International Security, 4(4), pp. 185–198.

Council of EU Regulation 877/82, ΕΕ 1982, L 102, 16.04.1982. Διαθέσιμο εδώ.

UN Security Council resolution S/RES/502(1982). Διαθέσιμο εδώ.

Ενότητα 2.3α

Budanovic, N. (2017) ‘The Argentinian Side of the Falklands War’, War History Online. Διαθέσιμο εδώ. 

Gunson, P. (2008). ‘Rear Admiral Jorge Anaya: Argentine naval chief, he was the driving force behind the Falklands war’, The Guardian. Διαθέσιμο εδώ.

Calvert, P. A.R., Eidt, R. C., Donghi, T. H. and the Editors of Encyclopedia Britannica (2021) ‘Argentina [The return of military government]’, Encyclopedia Britannica. Διαθέσιμο εδώ.

Encyclopedia of World Biography (2018) ‘Leopoldo Fortunato Galtieri’. Διαθέσιμο εδώ.

LADB Staff. (2003) ‘Former Dictator Galtieri Dies’, Latin America Data Base. Διαθέσιμο εδώ.

Liffiton, A. (2016) ‘The Falklands War: Differing Causes of Conflict’, E-International Relations. Διαθέσιμο εδώ.

McSherry, J. (2002) ‘Tracking the Origins of a State Terror Network: Operation Condor’, Latin American Perspectives, 29(1), pp.38-60. Διαθέσιμο εδώ.

Pion-Berlin, D. (1985) ‘The Fall of Military Rule in Argentina: 1976-1983’, Journal of Interamerican Studies and World Affairs, 27(2), pp. 55-76. Διαθέσιμο εδώ.

Soledad, C. M. (2010). ‘The last military dictatorship in Argentina (1976-1983): The Mechanism of state terorrism’, Sciences Po. Διαθέσιμο εδώ

Ενότητα 2.3β

Aitken, J. (2013) Margaret Thatcher: Power and Personality, Νέα Υόρκη, Bloomsbury. 

Cannadine, D. (2017) Margaret Thatcher: A Life and Legacy, Ηνωμένο Βασίλειο,  Oxford University Press. 

Leach, H. (2003) Endure No Makeshifts: Some Naval Recollections, Μεγάλη Βρετανία, Pen & Sword Select. 

Luscombe, S. (2021) ‘Sir Henry Leach’, britishempire.co.uk. Διαθέσιμο εδώ.

Moore, C. (2015) Margaret Thatcher: The Authorized Biography, Volume Two: Everything She Wants, Ηνωμένο Βασίλειο, Penguin UK. 

Reitan, E. (2003) The Thatcher Revolution: Margaret Thatcher, John Major, Tony Blair, and the Transformation of Modern Britain, 1979-2001, ΗΠΑ, Rowman & Littlefield. 

Soldinger, Ν. (2020) ‘The Falklands War: Margaret Thatcher’s great victory’, Live Science. Διαθέσιμο εδώ.

Vat, D. (2011) ‘Admiral of the Fleet Sir Henry Leach obituary’, The Guardian. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση