ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΦΩΚΛΑΝΤ/ΜΑΛΒΙΝΑΣ (1982)

των Εμμανουήλ Παναούση και Θεανούς Ντόκου, Ερευνητών της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

με την επίβλεψη των Δημήτρη Πανταζή και Χρήστου Σκλιβάνου, Συντονιστών

Προλεγόμενα Συντονιστών

Σε αυτή την ενότητα της συλλογικής προσπάθειας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής, οι ερευνητές μας θα εμβαθύνουν στο ζήτημα της διεθνο-πολιτικής προσέγγισης της διαμάχης. Συγκεκριμένα, θα εξεταστεί η στάση της διεθνούς κοινότητας στα πλαίσια του ήδη τεταμένου ψυχροπολεμικού κλίματος αλλά και των ΗΠΑ οι οποίες βρέθηκαν μεταξύ ενός ιδιαίτερου διλήμματος.

Καλή ανάγνωση!

Χρήστος Σκλιβάνος και Δημήτρης Πανταζής

***

4.1 Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας: ΟΗΕ, ΝΑΤΟ (Εμμανουήλ Παναούσης)

Στην παρούσα ενότητα θα επικεντρωθούμε στην αντίδραση της διεθνούς κοινότητας στην κρίση του πολέμου των Falkland μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Αργεντινής, εξετάζοντας τις διπλωματικές κινήσεις των κρατών συλλογικά, δηλαδή στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών, αλλά και μεμονωμένα. Η απάντηση της διεθνούς κοινότητας στην σχετικά σύντομη αυτή αναμέτρηση υπήρξε άμεση και μικτή. Η επέμβαση/εμπλοκή στις εσωτερικές υποθέσεις ήταν κάτι που χαρακτήριζε την συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων σε όλη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Αν και όχι στα άμεσα, ζωτικά συμφέροντα των υπερδυνάμεων, ο πόλεμος των Falkland απέσπασε την προσοχή της διεθνούς κοινότητας, με τον ΟΗΕ -μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΣΑΗΕ)- να τοποθετείται σχετικά.

Συγκεκριμένα, το ΣΑΗΕ, με την Απόφαση υπ’ αριθμόν 502 που υιοθετήθηκε στις 3 Ιουλίου, ζήτησε από τις εμπόλεμες χώρες την άμεση διακοπή των εχθροπραξιών, την απόσυρση των αργεντινών δυνάμεων από τα νησιά Falkland (ή Islas Malvinas) και κάλεσε τα δύο κράτη να αναζητήσουν λύση με διπλωματικά μέσα, σεβόμενα τις αρχές και τους σκοπούς του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η τοποθέτηση του ΣΑΗΕ αντικατόπτριζε ως έναν βαθμό το ψυχροπολεμικό κλίμα της περιόδου, κάτι που παλαιότερα είχε οδηγήσει σαφώς σε αδυναμία λήψης αποφάσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε μέσω της αποχής της ΕΣΣΔ, της Κίνα, της Πολωνίας και της Ισπανίας από την ψηφοφορία (Νάσκου-Περράκη, 2015). Εκ των παρόντων, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, το Ζαΐρ, η Γουιάνα, η Ιρλανδία, η Ιαπωνία, το Τόγκο και η Ουγκάντα τάχθηκαν υπέρ του ψηφίσματος, με τον Παναμά να τίθεται κατά του Ψηφίσματος, μια κίνηση που αντανακλούσε την αποδοκιμασία των μέτρων του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως η επιβολή ζώνης ναυτικού αποκλεισμού στην περιοχή (Security Council Resolution 502, 1982). Οι μετριοπαθείς αυτές διατυπώσεις της Απόφασης επέτρεψαν στο Λονδίνο, συνδυαστικά με τις διατάξεις του Άρθρου 51 ΧαρτΗΕ, την επίκληση του δικαιώματος νόμιμης άμυνας. Το ΣΑΗΕ εξέδωσε μια ακόμα Απόφαση, την υπ’ αριθμον 505, στις 26 Μαΐου, με την οποία καλούσε τα κράτη να συνεργαστούν με τον Γενικό Γραμματέα Javier Perez de Cuellar για την επιτυχή εφαρμογή κατάπαυσης πυρός και, αν δυνατόν, την ανεμπόδιστη είσοδο στην περιοχή μιας ομάδα παρατηρητών του ΟΗΕ, η οποία θα επέβλεπε την εκτόνωση της κρίσης. 

Στο συγκεκριμένο σημείο αξίζει να αναφερθούμε στην έλλειψη αντίδρασης από πλευράς ΝΑΤΟ και στους λόγους που οδήγησαν σε αυτή. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να αναφερθούμε σε δύο καθοριστικά Άρθρα. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στην περίπτωση μιας επίθεσης κατά ενός ή περισσοτέρων κρατών-μελών στην Ευρώπη ή στην Βόρεια Αμερική θα θεωρείται ως επίθεση κατά όλων. Σε μία τέτοια κατάσταση, και στο πνεύμα του Άρθρου 51 του ΧαρτΗΕ περί της “νόμιμης άμυνας”, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα πρέπει να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης βίας, για την διατήρηση της ασφάλειας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμπλοκή ΗΒ και Αργεντινής στα Falkland θα ήταν λογικό να οδηγήσει στην εμπλοκή του ΝΑΤΟ, αφού τα κυριαρχικά δικαιώματα της πρώτης -ούσα μέλος της Συμμαχίας- τέθηκαν υπό ευθεία αμφισβήτηση. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έγινε, καθώς οι συμβατικές ρήτρες του Συμφώνου ορίζουν στο Άρθρο 6(1) πως η επίθεση θα πρέπει να λάβει μέρος “στην Ευρώπη ή στην Βόρεια Αμερική, στα Γαλλικά τμήματα της Αλγερίας και στις περιοχές ή τα νησιά υπό την δικαιοδοσία οποιουδήποτε μέλους στην περιοχή του Βόρειου Ατλαντικού που βρίσκονται βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου” (NATO, 1949). Τα νησιά Falklands δεν καλύπτονται από τις περιοχές δικαιοδοσίας της Συνθήκης. Επισημαίνεται άλλωστε ότι, αν και την περίοδο δημιουργίας του υπήρξε έντονο το αποικιοκρατικό στοιχείο, ο βασικός λόγος δημιουργίας του ΝΑΤΟ ήταν η ανάσχεση και η αποτροπή ενδεχόμενης επεκτατικής κίνησης της ΕΣΣΔ προς την Ευρώπη. Συνεπώς, οι καταστατικές διατάξεις άφηναν τα Falkland εκτός συστήματος ασφαλείας του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Παρ’όλα αυτά, διάφορες χώρες στάθηκαν αρωγοί στις προσπάθειες της Βρετανίας,  προσφέροντας υλικοτεχνική υποστήριξη. 

Το Λονδίνο έλαβε σημαντική βοήθεια σε διμερές και πολυμερές επίπεδο από τα κράτη της Κοινοπολιτείας, την Γαλλία και την ΕΟΚ στο σύνολό της. Ορισμένες χώρες της Κοινοπολιτείας μάλιστα (Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία) απέσυραν τους διπλωματικούς εκπροσώπους τους από την Αργεντινή (Martin, 1992). Η Νέα Ζηλανδία θεώρησε την επίθεση ως επίθεση στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλώνοντας στα ΜΜΕ ότι θα παρείχε πλήρη υποστήριξη στους Βρετανούς προκειμένω να αντιμετωπίσουν όσους «εισέβαλαν στην χώρα τους». Επιπλέον, η Νέα Ζηλανδία απέλασε τον Αργεντινό πρέσβη και έθεσε την φρεγάτα HMNZS Catenbury στη διάθεση του ΗΒ (New Zealand Foreign Affairs Review, 1982).

Η τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα υποστήριξε το κράτος-μέλος της και καταδίκασε την εισβολή, καλώντας την Αργεντινή να αποσύρει τα στρατεύματά της. Μετά την άρνηση της τελευταίας να το πράξει, τάχθηκε ενεργά υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου με την επιβολή κυρώσεων, προβαίνοντας στην αναγνώριση και επίκληση της Απόφασης 502 ΣΑΗΕ. Η Γαλλία, ακολουθώντας την γραμμή απάντησης της ΕΟΚ, επέβαλε κυρώσεις υπό τη μορφή εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στην Αργεντινή. Αν και μια ομάδα Γάλλων είχε παραμείνει στην Αργεντινή, παρέχοντας υλική και τεχνική βοήθεια στους Αργεντίνους καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, το Παρίσι τάχθηκε επίσημα με το μέρος του Λονδίνου, παρέχοντας στρατιωτική και έμμεση οικονομική βοήθεια, καθώς και συνεργασία στον τομέα της πληροφόρησης. Η παραχώρηση της βάσης του Ντακάρ στη Σενεγάλη, η εκπαίδευση Βρετανών πιλότων εναντίων των Γαλλικών αεροπλάνων που χρησιμοποιούσε η Αργεντινή καθώς και η παροχή στους Άγγλους των σχεδίων των γαλλικών πυραύλων Exocet που διέθετε η Αργεντινή, η μοναδική φορά που η Γαλλία έδωσε πληροφορίες για το πολεμικό της υλικό σε τρίτη χώρα, είναι ενδεικτικά της θέσης αυτής (Fremont-Barnes, 2018).

Ο φόβος για μια παρατεταμένη σύρραξη, η οποία θα μπορούσε να φέρει την Αργεντινή στο πλευρό της ΕΣΣΔ ήταν σίγουρα μέρος των στρατηγικών ενδοιασμών των χωρών του δυτικού συνασπισμού και ενδεχομένως των σοβιετικών εκτιμήσεων. Η Σοβιετική Ένωση, αν και απείχε στην ψηφοφορία για την Απόφαση 502 ΣΑΗΕ, υποστήριξε την Αργεντινή και τις αξιώσεις της επί των νησιών και ήταν αποφασισμένη να θέσει “βέτο” σε οποιαδήποτε πρόταση με πρωτοβουλία του Ηνωμένου Βασιλείου στο Συμβούλιο. Αν και οι Σοβιετικοί διέθεταν βάσεις κοντά στο σημείο της σύγκρουσης, η γενική στάση τους ήταν ουδέτερη και απέφυγαν την άμεση ανάμειξη. Ωστόσο, υπονόμευσαν τις προσπάθειες του Ηνωμένου Βασιλείου στη διεθνή σκηνή, καθώς και στο εσωτερικό κοινό (Hensel, 1983).

Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, στις 26 Απριλίου του 1982, εξέδωσε Ψήφισμα με το οποίο εξέφραζε την υποστήριξή του προς την Αργεντινή, με τις ΗΠΑ, Χιλή, Κολομβία και Τρινιντάντ & Τομπάγκο να απέχουν από την ψηφοφορία (Organisation of American States, 1982). Η Αργεντινή έλαβε την υποστήριξη των λατινοαμερικανικών κρατών πλην της Χιλής και της Κολομβίας. Στην πραγματικότητα όμως, πολλές χώρες φάνηκαν να είναι ευχαριστημένες με την έκβαση της σύγκρουσης (τελική ήττα της Αργεντινής), καθώς θεωρούσαν την εξωτερική πολιτική του Μπουένος Άιρες ως απειλητική (K.J.Holsti, 1996). Η υποστήριξη της Χιλής προς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι πιθανόν να πηγάζει, μεταξύ άλλων και από την απειλή που η ίδια ένιωθε λόγω των αργεντινών βλέψεων στο κανάλι Beagle. 

Συνολικά, η εμπλοκή των διεθνών οργανισμών καθώς και των κρατών σε ένταση και έκταση ήταν μικτή, με κάποια κράτη να επιλέγουν να αναμειχθούν πιο ενεργά και άλλα πιο παθητικά, επικεντρώνοντας την υποστήριξή τους κυρίως στην ρητορική τους.

***

4.2 Αμερικανική θεώρηση για τη διαμάχη (Θεανώ Ντόκου)

Το παρόν κείμενο θα επικεντρωθεί στην ανάλυση των αντιδράσεων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον Πόλεμο των Falkland. Αξίζει να αναφερθεί ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, το 1982, οι ΗΠΑ βρίσκονταν εν μέσω Ψυχρού Πολέμου με την ΕΣΣΔ. Ταυτόχρονα, διατηρούσαν μία ιδιαίτερη σχέση με τη Μ. Βρετανία, αφού τα δύο κράτη συνεργάζονταν στην ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας. Από την άλλη πλευρά, η Αργεντινή ήταν βασικό μέρος της ζώνης επιρροής των ΗΠΑ, οι οποίες επεδίωκαν να διατηρήσουν μία σταθερή σχέση με την αυταρχική κυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να αποφευχθεί η συνεργασία της με τους Σοβιετικούς. Πράγματι, μετά την εκλογή του Προέδρου Reagan, οι σχέσεις ΗΠΑ και Αργεντινής βελτιώθηκαν. Οι μεν Αμερικανοί δήλωσαν ότι η κυβέρνηση της Αργεντινής δεν διέπραττε καμία παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ η Χούντα, με τη σειρά της, βοήθησε τους Αμερικανούς στέλνοντας συμβούλους ασφαλείας και υλική υποστήριξη σε δυνάμεις που βρίσκονταν στο Ελ Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα και στην Ονδούρα, προκειμένου επικρατήσει η ειρήνη στην περιοχή. Μετά από αυτά τα γεγονότα, η κυβέρνηση της Αργεντινής θεωρούσε ότι οι ΗΠΑ θα κράταγαν μία ουδέτερη, έστω, στάση στην κρίση των Falkland (Feldman, 1985). Επομένως, είναι εύλογο οι ΗΠΑ, θεωρητικά τουλάχιστον, να είναι διχασμένες και οι αντιδράσεις τους μεικτές. Πάγια πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης ήταν η αποφυγή της εμπλοκής σε θέματα εδαφικής κυριαρχίας. Ωστόσο, οι ΗΠΑ τάχθηκαν υπέρ της Βρετανίας, εξαιτίας της de facto και de jure κυριαρχίας της επί των Falklands, όμως, παράλληλα, ήθελαν να διατηρήσουν καλές σχέσεις και με την Αργεντινή, εξαιτίας της αντικομμουνιστικής πολιτικής της κυβέρνησης Reagan. Η συμμαχία ΗΠΑ-Αργεντινής, λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας κατά της κομμουνιστικής παρουσίας στην Κεντρική Αμερική (Richardson,1996).

Αρχικά, η βρετανική κυβέρνηση ζήτησε από τις ΗΠΑ να λάβουν δραστικά μέτρα διότι πίστευαν ότι η αμερικανική συμβολή θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη σύγκρουση μεταξύ Βρετανίας και Αργεντινής (Thatcher, 1993). Όμως, οι Αμερικανοί ήταν διχασμένοι όσον αφορά τη στάση που έπρεπε να κρατήσουν απέναντι στα γεγονότα και το πώς θα προωθούνταν καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας τους. Ο Πρόεδρος Reagan, ωστόσο, φοβόταν την αντικατάσταση του Galtieri, σε περίπτωση ήττας, από ένα άλλο καθεστώς πιο πρόθυμο να συνεργαστεί με τη Ρωσία (Lehman, 2012). Έτσι, ξεκίνησε μία μεγάλη διπλωματική προσπάθεια εκ μέρους των ΗΠΑ, η οποία διήρκησε όλο τον Απρίλιο του 1982. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο τότε Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Haig, πραγματοποίησε πλήθος συναντήσεων με τις κυβερνήσεις των δύο αντιπάλων χωρών, εν είδει διαμεσολάβησης, με απώτερο σκοπό να δοθεί μία ειρηνική λύση στο ζήτημα, χωρίς συγκρούσεις. Ωστόσο, αυτός ο ρόλος που είχαν αναλάβει οι ΗΠΑ απέτυχε, καθώς και οι δύο πλευρές, Βρετανία και Αργεντινή, αρνήθηκαν τις προτάσεις του Haig για μία ήρεμη εξομάλυνση της κατάστασης (Ξουνχιάς, 2018).

Κι όμως, παρόλο που οι Αμερικανοί πολιτικοί διατηρούσαν μία ουδέτερη στάση δημόσια (Richardson, 1996), το Πεντάγωνο υποστήριζε άμεσα τη Βρετανία από την αρχή των συγκρούσεων (Lehman, 2012), με την παροχή πληροφοριών, όπλων και προμηθειών με άκρα μυστικότητα (Richardson, 1996). Ωστόσο, αυτή η αρωγή δεν είχε εγκριθεί, ακόμη, πολιτικά διότι το στρατιωτικό προσωπικό των δύο χωρών συνεργαζόταν στενά, αρκετό καιρό πριν τον Πόλεμο των Falkland. Ο Υπουργός Άμυνας Weinberger και ο Αρχηγός του Αμερικανικού Ναυτικού Lehman, ξεκίνησαν αρχικά τις διαδικασίες υποστήριξης της Βρετανίας, ενώ, αργότερα, το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε και από τον Πρόεδρο. Όμως, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν γνώριζε για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, πέραν του επικεφαλής του (Lehman, 2012). Αξίζει να αναφερθεί, επίσης, ότι η Thatcher αγνοούσε το μέγεθος της αμερικανικής βοήθειας που λάμβανε η χώρα της για να ανταπεξέλθει στις συγκρούσεις (Richardson, 1996).

Έτσι, έπειτα και από την τελευταία άρνηση των δύο χωρών να συμβιβαστούν, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν και επίσημα τη στήριξή τους στη Βρετανία. Ακόμα, δήλωσαν ότι επρόκειτο να επιβάλλουν κυρώσεις στην Αργεντινή, με το να σταματήσουν να την εφοδιάζουν με όπλα και να πάψουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους (Ξουνχιάς, 2018). Ο Reagan αποφάσισε να αλλάξει πολιτική, επειδή αυτή του η κίνηση ενδυνάμωνε τη δημοτικότητά του εντός των ΗΠΑ. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο μειώθηκαν οι πιθανότητες καταστροφής των σχέσεων με τη Λατινική Αμερική, σε περίπτωση που ερχόταν στο φως η κρυφή στήριξη των ΗΠΑ προς τη Βρετανία (Ξουνχιάς, 2018).

Όπως αναμένεται, η αλλαγή στάσης των Αμερικανών, έγινε αντικείμενο αποδοκιμασίας από τον Αργεντινό Υπουργό Εξωτερικών, ενώ το καθεστώς Galtieri άσκησε πιέσεις για να ξανακερδίσει την στήριξη των ΗΠΑ (Richardson, 1996). Επιπροσθέτως, και η Jean Kirkpatrick, η εκπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, ήταν κατά της μεταβολής της αμερικανικής πολιτικής στο ζήτημα, καθώς θεωρούσε ότι θα επηρεαστούν αρνητικά οι σχέσεις ΗΠΑ και Λατινικής Αμερικής, ενώ δεν έκρινε υποχρεωτική την αμερικανική υποστήριξη στη Βρετανία (Richardson, 1996). Τέλος, άξια αναφοράς είναι, επίσης, η άποψη σύμφωνα με την οποία, εάν οι ΗΠΑ ήταν ξεκάθαρες απέναντι στην Αργεντινή εξ αρχής, δηλώνοντας ότι θα ταχθούν υπέρ της Βρετανίας, εάν η πρώτη χρησιμοποιήσει βίαια μέσα, τότε πιθανόν να άλλαζαν και οι δράσεις του στρατιωτικού καθεστώτος (Strategic Survey, 2009).

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η Αργεντινή υπερεκτίμησε την αξία της συμμαχίας της με τις ΗΠΑ (Ξουνχιάς, 2018), δεδομένης της αντικομμουνιστικής πολιτικής του Reagan, και πίστεψε ότι θα έχει την αμερικανική στήριξη στον συγκεκριμένο πόλεμο. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ επέλεξαν να δώσουν “ένα χέρι βοηθείας” στη Βρετανία, η οποία τελικά κέρδισε τη μάχη για την κυριαρχία των νησιών Falkland. Με αυτόν τον τρόπο, οι Αμερικανοί επιβεβαίωσαν για μία ακόμη φορά την “ειδική σχέση” τους με τους Βρετανούς, ενώ απογοήτευσαν τους Αργεντίνους εταίρους τους.

***

Βιβλιογραφικές Αναφορές 

Ενότητα 4.1 

Fremont-Barnes, G. (2018) ‘An A-Z of the Falklands War’, The History Press. Διαθέσιμο εδώ.

Holsti, K.J. (1996) The state, the war, and the state of war. Cambridge University Press.

Martin, L.L. (1992) ‘Institutions and Cooperation: Sanctions during the Falkland Islands Conflict’, International Security, 16(4), pp. 143-178 Διαθέσιμο εδώ.

New Zealand Ministry of Foreign Affairs (1982) New Zealand Foreign Affairs Review.

North Atlantic Treaty 1949.

Organisation of American States CP/RES 360 (493/82). Διαθέσιμο εδώ.

United Nations Security Council Resolution (UNSCRes) 505/1982.

Νάσκου-Περράκη, Π., Αντωνόπουλος, Κ. και Σαρηγιαννίδης, Μ. (2015) Διεθνείς Οργανισμοί, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλας.

Ενότητα 4.2

[N/A] (1982) ‘The Falklands War’, Strategic Survey, 83(1), pp.116-121. Διαθέσιμο εδώ.

Feldman D. (1985) ‘The  United States Role in the Malvinas Crisis, 1982: Misguidance and Misperception in Argentina’s Decision to Go to War’, Journal of Interamerican Studies and World Affairs, 27(2). Διαθέσιμο εδώ.

Lehman J. (2012) ‘The Falklands War’, The RUSI Journal, 157(6), pp.80-85. Διαθέσιμο εδώ.

Richardson L. (1996) When Allies Differ: Anglo – American Relations during the Suez and Falklands Crises, Palgrave Macmillan US. 

Thatcher M. (1993) The Downing Street Years, HarperCollins.Ξουνχιάς Α. (2018) ‘Η εξωτερική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και ο πόλεμος των Φώκλαντ’, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση