ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΩΝ ΦΩΚΛΑΝΤ (1982)

των Δημήτρη Καράμπαλη, Γιάννη Λιβέρη, Αλέξανδρου Φυσέκη και Μάριου Λουφίρ, Ερευνητών της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

με την επίβλεψη των Χρήστου Σκλιβάνου και Δημήτρη Πανταζή, Συντονιστών

Προλεγόμενα συντονιστών

Στο τελευταίο μέρος αυτής της συλλογικής προσπάθειας της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων και Εξωτερικής Πολιτικής, οι ερευνητές μας παραθέτουν αρχικά τόσο τα διακυβεύματα, όσο και τις συνέπειες του πολέμου για τα δύο αντιμαχόμενα μέρη αλλά και τα διδάγματα που δυνάμεθα να αντλήσουμε από την αναμέτρηση. Τέλος, καταλήγουν σε μια σύγκριση της αναμέτρησης με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση με διακύβευμα το σύμπλεγμα του Καστελορίζου.

Καλή ανάγνωση!

Χρήστος Σκλιβάνος και Δημήτρης Πανταζής

***

5.1 Το διακύβευμα και οι συνέπειες για τους εμπλεκόμενους στον πόλεμο των Φώκλαντ για τη Βρετανία (Δημήτρης Καράμπαλης)

Στην παρούσα μελέτη θα αποπειραθούμε να σκιαγραφήσουμε την βρετανική οπτική πάνω στον πόλεμο των Φώκλαντ, εξετάζοντας όχι μόνο την σύγκρουση per se, αλλά προσπαθώντας να αναδείξουμε τι αντιπροσώπευε για την Βρετανία, τόσο από την πλευρά της Μάργκαρετ Θάτσερ και της Κυβερνήσεως της, όσο και από την πλευρά του βρετανικού λαού (Anderson, 2014, σ.4). Αρχικώς, θα εξετάσουμε την βρετανική εσωτερική κατάσταση της περιόδου, και εν συνεχεία θα απαντήσουμε σε δύο ερωτήματα: αφενός ως προς το τι διακυβεύονταν και αφετέρου ως προς τις συνέπειες της σύγκρουσης.   

H Βρετανία μετά τον Β’ Π.Π βρισκόταν σε ένα δυσχερές περιβάλλον, έχοντας σημαντικές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετωπίζοντας προβλήματα ρευστότητας στις αποικίες της. Οι δυναμικές που δημιουργήθηκαν στο νέο ψυχροπολεμικό περιβάλλον, μείωσαν την παγκόσμια θέση της Βρετανίας, η οποία είχε ήδη μπει σε μια περίοδο απο-αποικιοποίησης, επιφέροντας έτσι ένα ισχυρό πλήγμα στο γόητρο της αυτοκρατορίας (Αρβανιτόπουλος & Ήφαιστος, 2003, σ.73-74). H εσωτερική κατάσταση εκείνης της περιόδου, είχε σημαντική επίδραση στην λήψη της απόφασης της Βρετανικής κυβέρνησης για αποστολή στρατεύματος προς υπεράσπιση των Νήσων. Η Βρετανική κοινωνία ήταν διχασμένη, δυστυχισμένη και κουρασμένη από την μέχρι τότε διακυβέρνηση της Θάτσερ (HistoryExtra, 2019), η ανεργία βρισκόταν σε σταθερά ανοδική πορεία (Riddell, 1996) σε αντίθεση με την δημοτικότητα της Θάτσερ και του κόμματος της (HistoryExtra, 2019). 

Το άκουσμα της απώλειας των Νήσων, είχε εντείνει το αίσθημα της κοινωνίας ότι η διακυβέρνηση της Θάτσερ είχε επισπεύσει την πτωτική πορεία της μετα-αποικιοκρατικής Βρετανίας (HistoryExtra, 2019), και είχε προκαλέσει αισθήματα οργής και αγανάκτησης στον βρετανικό λαό (Anderson, 2014, σ.25). Η Κυβέρνηση της Θάτσερ λοιπόν βρέθηκε σε αδύναμη θέση, δεδομένου και των πιέσεων που εδέχθη τόσο από το αντιπολιτευτικό κόμμα, όσο και από βουλευτές του δικού της κόμματος, οι οποίοι πίεζαν για να δοθεί απάντηση στην προκλητική ενέργεια της Αργεντινής, θέτοντας επί τάπητος ζητήματα περί βρετανικής τιμής, και τονίζοντας πως ήταν καθήκον της κυβέρνησης να ανακαταλάβει την απολεσθείσα βρετανική αποικία (Bluth, 1987, σ.13). Όπως είναι φυσικό, η αργεντινική εισβολή, είχε μετατραπεί σε ζήτημα επιβίωσης της Συντηρητικής Κυβέρνησης, γεγονός το οποίο επιτάχυνε τις εξελίξεις και οδήγησε εν τέλει στην διεξαγωγή της σύγκρουσης (Bluth, 1987, σ.5).

O Lawrence Freedman, προσθέτει και ένα επιπλέον επιχείρημα, αξιακού χαρακτήρα, επισημαίνοντας ότι διακυβεύονταν διεθνείς αρχές. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η Βρετανία έπρεπε αφενός να υπογραμμίσει την αρχή της κυριαρχίας και την προστασία των δικαιωμάτων των ανθρώπων να καθορίζουν οι ίδιοι τις συμμαχίες τους, και αφετέρου να επιδείξει ότι η επιθετικότητα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις άλλες αρχές (Parr, 2014, σ.67). Μέσω μίας ενδεχόμενης αδιαφορίας προς τους βρετανούς κατοίκους των Φώκλαντ, θα κλονιζόταν ο σεβασμός των βρετανών προς τους ίδιους και προς την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία τους (Hastings & Jenkins, 2010, σ.549).

Οι συνέπειες της νίκης της Βρετανίας στον πόλεμο των Φώκλαντ, αποτελούν και απόδειξη της σημαντικότητας αυτής, και της ανάδειξης της ως ορόσημο της σύγχρονης ιστορίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, αποδεικνύουν αυτό που υποστηρίζεται στην παρούσα μελέτη, ότι στον πόλεμο των Φώκλαντ δεν διακυβεύονταν μόνο η κυριαρχία επί των Νήσων (Middlebrook, 2012, σ.33). Η Θάτσερ, με την ταχεία απάντηση της στην αργεντινική προκλητική ενέργεια, κατάφερε να εκτοξεύσει τη δημοτικότητα της, να επανεκλεγεί το 1983, και να παραμείνει στην Πρωθυπουργία της Βρετανία ως το 1990 (Kennedy, 2020). Αναμφίλεκτα, μια διαφορετική έκβαση του πολέμου, θα σήμαινε αυτόματα και το τέλος της καριέρας της Θάτσερ. Ωστόσο η νίκη της (Hastings & Jenkins, 2010, σ.542), σημάδεψε την πολιτική της καριέρα (Jenkins, 2013), και συνέδραμε όσο κανένα άλλο γεγονός στο χτίσιμο του μύθου της Θάτσερ, στην ιδέα ενός ακατάβλητου πολιτικού (Gamble, 2015, σ.7). 

Οι συνέπειες του πολέμου για την Βρετανία ωστόσο υπερβαίνουν το ζήτημα της επανεκλογής της Θάτσερ. Ειδικότερα, εκτείνονται και στην βρετανική κοινωνία καθώς παρατηρήθηκε αφενός μια γενικότερη ανάταση του ηθικού, το οποίο, όπως επισημάναμε και σε προγενέστερο σημείο, βρισκόταν σε πτωτική πορεία, και αφετέρου μια αξιοσημείωτη αναβίωση του πατριωτισμού (HistoryExtra, 2019). Επιπρόσθετα, η Βρετανία έδειξε στον υπόλοιπο κόσμο την αποφασιστικότητα και την πρακτική δέσμευση της στην ειρήνη και την ελευθερία (Southby-Tailyour, 1990, σ.723), και επιπλέον, παρουσιάστηκε ως ισχυρός και αποδοτικός υπερασπιστής των κανόνων δικαίου (Woodward & Robinson, 2012, σ.551). Μια επιπρόσθετη συνέπεια της επιτυχίας της μεγαλύτερης αμφίβιας επιχείρησης μετά το Σουέζ (Clapp & Southby-Tailyour, 2012, σ.64), ήταν και η αλλαγή στην γενικότερη άποψη του βρετανικού λαού για τις βρετανικές ειδικές δυνάμεις, η οποία είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την αποτυχία στο Σουέζ (Anderson, 2014, σ.117), και εκδηλώθηκε ιδιαίτερα κατά την επιστροφή των στρατευμάτων, όπου πλήθος κόσμου τα υποδεχόντουσαν καθημερινά στα λιμάνια και το «Falkland Spirit» ήταν διάχυτο παντού (Hastings & Jenkins, 2010, σ.510).

Καταληκτικά, θα παραθέσουμε ένα χωρίο από την αυτοβιογραφία της Μάργκαρετ Θάτσερ, το οποίο εμπερικλείει όσα εξετάσαμε και μας δίνει μια σαφή εικόνα της βρετανικής οπτικής για τα γεγονότα, από την σκοπιά της ίδιας της Πρωθυπουργού. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει: «Much was at stake: what we were fighting for eight thousand miles away in the South Atlantic was not only the territory and the people of the Falklands, important though they were. We were defending our honor as a nation, and principles of fundamental importance to the whole world – above all that aggressors should never succeed and that international law should prevail over the use of force» (Thatcher, 2013, σ.512.)

***

5.2 Το διακύβευμα και οι συνέπειες για τους εμπλεκόμενους στον πόλεμο των Φώκλαντ για την Αργεντινή (Γιάννης Λιβέρης)

Ο πόλεμος των Φώκλαντ αποτελεί μια ιδιαίτερη σύγκρουση που διαδραματίστηκε στον Νότιο Ατλαντικό ανάμεσα σε δύο – διαφορετικού πολιτισμικού παρελθόντος – δρώντες, την Αργεντινή και τη Μεγάλη Βρετανία. Μια σύγκρουση που αναδεικνύει τη σημασία της ανύψωσης του εθνικού φρονήματος στο ξέσπασμα ενός πολέμου. Στην παρούσα ανάλυση θα εξεταστεί το ακόλουθο ερευνητικό ερώτημα: Τι προσδοκίες είχε η Αργεντινή από την εισβολή στα Φώκλαντ και ποιες ήταν οι συνέπειες του πολέμου στην οικονομία και τα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας;

Αρχικά, προχωρώντας σε μια ανάγνωση της γεωπολιτικής σκακιέρας του Νότιου Ατλαντικού στη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, γίνεται διακριτός ένας ανταγωνισμός μεταξύ της Χιλής και της Αργεντινής (Liffiton A., 2016). Η εισβολή στα Φώκλαντ αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της υψηλής στρατηγικής της Αργεντινής για την επίτευξη περιφερειακής ηγεμονίας. Συγκεκριμένα, η στρατιωτική ηγεσία της θεωρούσε πως η επανάκτηση του ελέγχου των νησιών ενίσχυε τη διαπραγματευτική ισχύ σε μια εδαφική σύγκρουση με τη Χιλή που αφορούσε τρία μικρά νησιά στο κανάλι του Beagle. Το κράτος που θα αποδεχόταν τα κυριαρχικά δικαιώματα επί των νησιών του Beagle θα διατηρούσε ένα σημαντικό προβάδισμα στον αγώνα για τον έλεγχο της Χερσονήσου της Ανταρκτικής (Taureck R., 2005).

Η χούντα στην Αργεντινή, υπό την ηγεσία του στρατηγού Leopoldo Galtieri, επιδίωκε να καταπραΰνει τις εσωτερικές αναταραχές, μέσω μιας στρατηγικής αντιπερισπασμού. Ο Galtieri, λαμβάνοντας υπόψη την ραγδαία άνοδο της οικονομικής δυσπραγίας και του πληθωρισμού, επιχείρησε να εκτονώσει το κοινωνικό αίσθημα με την οργάνωση της εισβολής στα Φώκλαντ. Το καθεστώς του στρατηγού αναζητώντας τη νομιμοποίηση στο εσωτερικό, δημιούργησε την ισχυρή εθνική επιθυμία να επιστραφούν τα νησιά που διέθεταν έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με την ενδοχώρα (The Telegraph, 2007). Η χούντα συσπειρώνοντας τις λαϊκές μάζες γύρω από τη σημαία, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και κύρος. Επίσης, εκλάμβανε την αρχική στάση της Μεγάλης Βρετανίας ως επιθυμία να απαλλαγεί από τα νησιά, αψηφώντας τις πραγματικές προθέσεις της Margaret Thatcher, η οποία δεν ηδύνατο να δεχτεί ένα τέτοιο πλήγμα στο βρετανικό κύρος σε μια εποχή δυσχεραίνουσας οικονομικής κατάστασης (Cannon P., 2012).

Ο πόλεμος έληξε στις 14 Ιουνίου 1982 με τη συντριπτική ήττα της Αργεντινής, η οποία είχε ως απολογισμό 750 θανάτους. Η σύγκρουση είχε ως τελικό αποτέλεσμα την πτώση της χούντας και την εδραίωση της δημοκρατίας. Την προεδρεία είχε πλέον αναλάβει ο Reynaldo Bignone την 1η Ιουλίου, ο οποίος ανακοίνωσε τη διεξαγωγή γενικών εκλογών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, σημειώθηκε η επανέναρξη των δραστηριοτήτων των πολιτικών κομμάτων. Ταυτόχρονα, μέλη της χούντας που προέρχονταν από την Αεροπορία και το Ναυτικό παραιτήθηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Στις δημοκρατικές εκλογές, εξελέγη με μεγάλη διαφορά ο Raúl Alfonsín της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Ένωσης (Radical Civic Union) έναντι του Ítalo Lúder (Σαββίδης Λ., 2015).

Ο  Alfonsín έκανε ξεκάθαρες τις προθέσεις του περί άσκησης ποινικών διώξεων εναντίον υψηλόβαθμων στελεχών της δικτατορίας, συμπεριλαμβανομένων των πρώην προέδρων Videla, Viola και Galtieri. Επίσης, ανακάλεσε νόμο που παρείχε άσυλο σε κατηγορούμενους για εγκλήματα και καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον «Βρώμικο Πόλεμο» (ένας αριθμός μεταξύ 9000 και 30000 ανθρώπων είχε εξαφανιστεί στον Βρώμικο Πόλεμο της Αργεντινής). Το 1985, στη δίκη των εννέα πρώην χουντικών μελών, οι πέντε καταδικάστηκαν (συμπεριλαμβανομένων του Videla και Viola), εκτός του Galtieri, ο οποίος οδηγήθηκε σε φυλάκιση εν τέλει το 1986. Του είχε πιστωθεί σε μεγάλο βαθμό η αποτυχία της διεκδίκησης των Φώκλαντ. Η δημοκρατία του Alfonsín απολάμβανε γενικότερης αποδοχής σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο, μετά τις αλλεπάλληλες αυταρχικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Αργεντινής είχε να αντιμετωπίσει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και ταυτόχρονα την ανυπακοή των στρατιωτικών (Encyclopedia Britannica, 2021).

Το κόστος του πολέμου των Φώκλαντ ανερχόταν στα 3 δις. δολάρια ενώ το εξωτερικό χρέος της Αργεντινής είχε ξεπεράσει τα 44 δις. δολάρια. Συνεπώς, ο Alfonsín όφειλε να προβεί σε σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, ανέπτυξε το ‘Σχέδιο Αουστράλ’, ένα πρόγραμμα λιτότητας που εισήγαγε νέο νόμισμα (το αουστράλ αντικατέστησε το πέσο με ισοτιμία 1 αουστράλ=1000 πέσο), ελέγχους μισθών και τιμών και νομισματικές υποτιμήσεις. Αρχικά, τα μέτρα μείωσαν τον πληθωρισμό, που είχε αγγίξει το 900% όταν ανέλαβε ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής. Έπειτα, όμως, εμφανίστηκε μια πτώση στην αξία του αουστράλ έναντι του δολαρίου. Επίσης, υπήρχαν επαναστατικές τάσεις στους κόλπους του στρατεύματος εξαιτίας της μείωσης των μισθών, του περιορισμού των εξοπλισμών και των διώξεων πρώην στελεχών (Encyclopedia Britannica, 2021). Η κυβέρνηση επιχείρησε να καταστείλει αυτές τις αναταράξεις με την ανακοίνωση αμυντικών δαπανών για να καλυφθούν οι ελλείψεις χωρίς αυτή η κίνηση να είναι αρκετή. Η αδυναμία του Alfonsín να αντιμετωπίσει τα συνεχώς διογκούμενα προβλήματα στην οικονομία και στις κοινωνικές τάξεις οδήγησαν στην απώλεια της λαϊκής υποστήριξης και την παραίτησή του μετά τη νομισματική κρίση του 1989.

***

5.3 Μαθαίνοντας από το παρελθόν. Διδάγματα από τον πόλεμο των Falkland (Αλέξανδρος Φυσέκης)

Ο Πόλεμος των Φώκλαντ ολοκληρώθηκε με νίκη των Βρετανών (Britannica, 2020) και παρά την μικρή του διάρκεια συνέβαλε στο να αντληθούν πολλά χρήσιμα διδάγματα, τα οποία θα τονιστούν στη παρούσα ανάλυση.

Αρχικά, τονίζεται η σημασία της αρχής της αυτοδιάθεσης, ως αιτία για να εισέλθει μία χώρα στο βωμό του πολέμου. Ο πληθυσμός των Φώκλαντ αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από βρετανούς υπηκόους (BBC, 2018). Οι Αργεντινοί θεώρησαν ότι, παρά τον πληθυσμό αυτό, οι Βρετανοί δεν θα έμπαιναν σε έναν πόλεμο με ανυπολόγιστες συνέπειες, για να τον υπερασπιστούν (Britannica, 2020). 

Επίσης, κομβικό ρόλο διαδραματίζει η εθνική ηγεσία. Η χούντα της Αργεντινής είδε τον πόλεμο ως διέξοδο από τα εσωτερικά προβλήματα, χωρίς να αναγνωρίσει ότι η Θάτσερ, λόγω των δικών της εσωτερικών προβλημάτων, μετά τον άδοξο τερματισμό της αποικιοκρατίας, δεν θα είχε εναλλακτική από το να πολεμήσει και να ξανακερδίσει την χαμένη της δημοτικότητα, μέσω μιας επικράτησης σε ένα πόλεμο (The interpreter,2012). 

Ο πόλεμος αυτός ήταν ουσιαστικά ο τελευταίος πόλεμος πεζικού. Αρχικά, κατέδειξε την ανάγκη επιλογής κατάλληλου στρατού, αλλά και όπλων ανάλογα με τη δυναμική του εχθρού. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η εκπαίδευση. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν εθελοντές επαγγελματίες, κατάλληλα εκπαιδευμένους, ενώ οι Αργεντινοί κληρωτούς, πιστεύοντας πως η εκπαίδευση μπορεί να αντισταθμιστεί από τον πατριωτισμό και την γενναιότητα τους. Μάλιστα ορισμένοι μελετητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως αν οι Βρετανοί δεν ήταν τόσο εκπαιδευμένοι πιθανότατα ο πόλεμος να είχε διαφορετική έκβαση (Gaitatzis,2014). Έτσι, φάνηκε η υπεροχή ενός επαγγελματικού στρατού απέναντι σε έναν αποτελούμενο από χαμηλής  εκπαίδευσης κληρωτούς (Middleton, 1982). 

Επιπλέον, ο πόλεμος κρίθηκε στον αέρα και κατέδειξε την σημασία της αεροπορικής υπεροχής. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την επίτευξη της  είναι η επίθεση στο κέντρο βάρους της εχθρικής αεροπορικής δύναμης, κάτι που έπραξαν οι Βρετανοί. Η αεροπορική υπεροχή συμβάλλει στην καλύτερη ανάγνωση της στρατηγικής του αντιπάλου και στην πρόληψη των εχθρικών κινήσεων, καθώς η παρακολούθηση και η κατ΄επέκταση αποτροπή αυτών πραγματοποιείται ευκολότερα μέσω αέρος. Με αυτό τον τρόπο εξοικονομούνται χερσαίες δυνάμεις, η αποτελεσματικότητα των οποίων αυξάνεται, διότι μεγαλύτερη βάση δίνεται στον αέρα. Η επιτυχία των Βρετανών έγκειται και στην συντήρηση των δυνάμεων τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, η αεροπορία της Αργεντινής στόχευσε πολεμικά πλοία, αλλά αγνόησε τις πιο σημαντικές υποδομές διοικητικής μέριμνας των Βρετανών, οι οποίες συνέβαλαν στο να παραμείνουν τα στρατεύματα τους περισσότερο στο θέατρο των επιχειρήσεων από όσο υπολόγιζαν οι Αργεντινοί (Wilkinson, no date). Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας για την υπεροχή στον αέρα είναι η γεωγραφία, που πρέπει να ληφθεί σωστά υπόψη κατά την οργάνωση των αεροπορικών σχεδίων. Η άριστη γνώση της μπορεί να αλλάξει την έκβαση του πολέμου (Huber,1995). 

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το παραδοσιακά αποτελεσματικό βρετανικό ναυτικό, το οποίο ουκ ολίγες φορές έχει σώσει την κατάσταση για λογαριασμό του Στέμματος. Ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων γινόταν από θαλάσσης, γεγονός που κατέδειξε τη σημασία της ναυτικής υπεροχής σε πολέμους που αφορούν νησιά και θαλάσσιες περιοχές. Οι Αργεντινοί δεν διέθεταν αντίστοιχη υποδομή και από ένα σημείο και μετά αφέθηκαν στην τύχη τους. (Gaitatzis, 2014). 

Η έκβαση ενός πολέμου συχνά κρίνεται και από την υποστήριξη  τρίτων κρατών, κάτι που ισχύει και στην περίπτωση των Falklands, όπου τόσο οι Αργεντινοί, όσο και οι Βρετανοί ήλπιζαν σε μεγαλύτερου βαθμού υποστήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εμπλοκή τρίτων χωρών σε περιφερειακές συγκρούσεις καθοδηγείται από το εθνικό τους συμφέρον (McClure, 2004). Έτσι, για να εισέλθει μία χώρα σε ένα πόλεμο οφείλει να έχει ερευνήσει όλα τα ενδεχόμενα και να μην εναποθέτει όλες τις ελπίδες της στους συμμάχους, οι οποίοι όμως μπορεί να αποβούν καθοριστικοί. Αξιοσημείωτη είναι η στάση της Χιλής του Πινοσέτ απέναντι στους Βρετανούς, η οποία, παρά το γεγονός ότι αποτελεί χώρα της Λατινικής Αμερικής, βοήθησε το Λονδίνο, διότι φοβήθηκε ότι μπορεί να προκύψει σύγκρουση με την Αργεντινή σε περίπτωση επικράτησης της τελευταίας στο Πόλεμο των Φώκλαντ (Guardian,1999).

Ακόμη, προτού ξεσπάσει ένας πόλεμος, τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα οφείλουν να εξετάσουν, αν τα συμφέρει να περιμένουν τη δράση των διεθνών οργανισμών, ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Ο ΟΗΕ εξέδωσε την απόφαση UNSCR 502, αμέσως μετά την εισβολή των Αργεντινών στα Φώκλαντ, με το οποίο ζήτησε την απομάκρυνση όλων των στρατευμάτων και κάλεσε τις κυβερνήσεις των δύο κρατών να διαπραγματευτούν μία διπλωματική λύση (S/RES/502). Η απόφαση αυτή καταδεικνύει την αδυναμία του ΟΗΕ να αποτρέψει διεθνείς συγκρούσεις, καθώς και την νωχελικότητα, με την οποία διαχειρίζεται αντίστοιχα ζητήματα, διότι δεν προέβη σε πρόταση ουσιαστικής λύσεως. Παράλληλα ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Χαβιέ Πιέρ ντε Κουλερ, προχώρησε στην εξής δήλωση: «η κατοχή των Φώκλαντ ήταν το είδος της σύγκρουσης που θα χρειαζόταν 10 λεπτά για να επιλυθεί εάν και οι δύο πλευρές ήταν ανοιχτές σε διαπραγματεύσεις» (Wilkinson, no date). Ωστόσο, και αυτός με την πάροδο του χρόνου κρίθηκε για την παθητικότητα του, διότι δεν είχε τη  επιθυμητή αντίδραση, ίσως στο πιο κρίσιμο ζήτημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει, κατά την περίοδο της θητείας του. 

***

5.4 Μπορεί το σύμπλεγμα του Καστελορίζου να γίνει τα επόμενα Falkland; (Μάριος Λουφίρ)  

Ποιο μπορεί όμως να είναι το δίδαγμα μιας σύρραξης που έλαβε χώρα προ τεσσαρακονταετίας, ιδιαίτερα σε μια περιοχή ιδιαίτερης ευαισθησίας όπως η νοτιοανατολική Μεσόγειος.

Η εξετασθείσα σύρραξη πραγματεύεται την κατάληψη νησίδων ελάσσονος οικονομικού ενδιαφέροντος από μια αναθεωρητική, αυταρχική δύναμη που επιδιώκει τον αποπροσανατολισμό της εσωτερικής κοινής γνώμης από μείζονα θέματα όπως η οικονομική δυσπραγία. Ο παραλληλισμός της σύρραξης των Falklands με μία ενδεχόμενη κατάληψη ακριτικών νησιών της Ελλάδας από την Τουρκία είναι τολμηρός και κατ’ αρχήν μπορεί να εκληφθεί ως άκυρος. Ωστόσο, με μια συγκριτική ανάλυση των κρατών και της δυναμικής ισχύος τους καθώς και του γεωγραφικού παράγοντα, διαφαίνονται αρκετά κοινά σημεία μεταξύ των δύο σεναρίων.

Αρχικά έχουμε τις συμμετέχουσες χώρες: Θεωρούμε ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υπάρχει μια αναθεωρητική δύναμη και μια δύναμη που επιθυμεί την διατήρηση του status quo. Όπως ο Galtieri επικαλέστηκε πως τα Falklands συνιστούν ιστορική κτήση της Αργεντινής που υφαρπάχτηκε από τους αποικιοκράτες Βρετανούς, έτσι και η σημερινή τουρκική ηγεσία ισχυρίζεται πως τα Δωδεκάνησα είναι μια οθωμανική κτήση που χάθηκε αδίκως στον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911 (που αργότερα δόθηκαν στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Παρισίων του 1947) και εντάσσονται στο ευρύτερο επεκτατικό δόγμα της γαλάζιας πατρίδας (Dulgarian, J. (2020).

Εξετάζοντας τις αναθεωρητικές δυνάμεις καθ’ εαυτές είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς μια κλασσική τακτική των αυταρχικών καθεστώτων ‒που απαντάται για πρώτη φορά στις Φαύλες Πολιτείες της Πολιτείας του Πλάτωνα‒ η κήρυξη ενός επιθετικού πολέμου και γενικότερα η φιλοπόλεμη ρητορική και πολιτική εις βάρος ενός εξωτερικού ‘εχθρού’ είναι ένα μέσο αποπροσανατολισμού από εσωτερικά προβλήματα, κάτι που χρησιμοποιήθηκε από τον Galtieri ο οποίος αντιμετώπιζε μια σημαντική οικονομική δυσπραγία λόγω της ύφεσης που μάστιζε την οικονομία της Αργεντινής από την δεκαετία του ‘70 (Lewis, P. 1990). Αρκετές ήταν και οι πολιτικές αναταραχές που προκλήθηκαν από τα συνεχή αιτήματα των Αργεντινών για δημοκρατικοποίηση του καθεστώτος. Το χωροχρονικό πλαίσιο μπορεί να αλλάζει, η θέση και η τακτική όμως όχι. Το ‘Yunanistan’, οι δυτικοί του σύμμαχοι και οι μαξιμαλιστικές του τάσεις για την μετατροπή του Αιγαίου σε μια ‘ελληνική λίμνη’ (ΥΠΕΞ Τουρκίας 2020) είναι μια  ρητορική που αναπαράγεται συνεχώς από τον Πρόεδρο Ερντογάν και τους παρά αυτώ, παραβλέποντας το ανελεύθερο σύστημα που αλλά και τα προβλήματα της οικονομίας: το τουρκικό οικονομικό θαύμα των τελευταίων ετών φαίνεται να έχει μπει για τα καλά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας με την συνεχή υποτίμηση της τουρκικής λίρας και τον αλματώδη πληθωρισμό να είναι αρνητικοί οιωνοί για το μέλλον ενός γίγαντα με πήλινα πόδια. (Pitel, L. 2020)

Σε ό,τι αφορά τις δυνάμεις του status quo, η Ελλάδα του σήμερα με το Ηνωμένο Βασίλειο του 1982 παρουσιάζει περισσότερα κοινά από όσα μπορεί να σκεφτεί κανείς, ιδιαίτερα συνυφασμένα με την εσωτερική οικονομική κατάσταση: όπως και η Βρετανία των αρχών της δεκαετίας του ‘80 έτσι και η Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας βρίσκεται στη δίνη μιας μακροχρόνιας οικονομικής ύφεσης που έχει οδηγήσει σε σημαντικές περικοπές των αμυντικών δαπανών (να μην λησμονηθεί, ωστόσο, ότι και οι δύο χώρες βρίσκονται παραδοσιακά στην κορυφή της λίστας των κρατών του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες με ποσοστιαία βάση επί του ΑΕΠ). Το Defence White Paper του 1981 προέβλεπε την περικοπή των αμυντικών δαπανών σε μία περίοδο όπου η Βρετανία ως στρατιωτική και ναυτική δύναμη είχε πάψει εδώ και καιρό να ‘κυβερνά στα κύματα’ (UK Defence Program 1981). Αντίστοιχα, η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας δεν επέτρεψε κάποιον σημαντικό εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων, με εξαίρεση την πρόσφατη αγορά των μαχητικών αεροσκαφών Rafale.

Το ‘μήλον της έριδος’ φαίνεται να είναι, επίσης, ελάσσονος σημασίας και στις δύο περιπτώσεις (Να σημειωθεί ότι για λόγους ευκολότερης σύγκρισης γίνεται ένας σκόπιμος αναχρονισμός στο 1982 και για αυτό δεν γίνεται αναφορά σε μεταγενέστερη ανακάλυψη φυσικού ορυκτού πλούτου). Τα Falkland το 1982 είχαν έναν μόνιμο πληθυσμό 1.800 ατόμων και με απόσταση 7.000 ναυτικών μιλίων από τις ηπειρωτικές Βρετανικές Νήσους κάθε άλλο παρά νευραλγικής σημασίας ήταν τότε για τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου (Dugdale-Pointon, T. 2006). Αντίστοιχα, τα 308 ναυτικά μίλια που απέχει το Καστελόριζο από τον Πειραιά (με μόλις 498 κατοίκους) μπορεί να ακούγεται μικρή συγκριτικά με την περίπτωση των Falkland, ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί συγκριτικά με τα ελάχιστα χιλιόμετρα που το χωρίζουν από τις τουρκικές ακτές (ΕΣΑ 2011).

Παρά την προαναφερθείσα απόσταση των νήσων από το μητροπολιτικό κέντρο, την φαινομενική τους ασημαντότητα και την δυσχερή εσωτερική κατάσταση, όταν η Αργεντινή κατέλαβε τις νήσους Falkland, η κυβέρνηση Thatcher δεν θεώρησε το γεγονός ως fait accompli (τετελεσμένο γεγονός) και προχώρησε στην άμεση ανακατάληψη τους, ακόμα και αν η ζώνη επιχειρήσεων βρισκόταν μισό ωκεανό μακριά. Αυτό είναι και το δίδαγμα το οποίο μπορεί να αποκομίσει και η Ελλάδα του σήμερα: η μη ανοχή τετελεσμένων και καμία υποχωρητικότητα υπό το πρόσχημα της απόστασης και της αδυναμίας σε θέματα εθνικής κυριαρχίας.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ενότητα 5.1

Ελληνόγλωσσα βιβλία

Αρβανιτόπουλος, Κ., & Ήφαιστος, Π. (2003). Ευρωατλαντικές Σχέσεις. Αθήνα: Ποιότητα

Ξενόγλωσσα βιβλία

Anderson, D. (2014). The Falklands War 1982. London: Bloomsbury Publishing 

Clapp, M., & Southby-Tailyour, E. (2012). Amphibious Assault Falklands: The Battle of San Carlos Water. New York: Open Road Integrated Media

Hastings, M., & Jenkins, S. (2010). The Battle for the Falklands. London: Pan Macmillan 

Middlebrook, M. (2012). The Falklands War. New York: Open Road Integrated Media

Parr, H. (2014). National Interest and the Falklands War. In Edmunds T., Gaskarth J., Porter R. (eds) British Foreign Policy and the National Interest. 66-82. London: Palgrave Macmillan  

Southby-Tailyour, Ε. (1990). Reasons in Writing: A Commando’s View of the Falklands War. New York: Open Road Integrated Media

Thatcher, M. (2013). Margaret Thatcher: The Autobiography. London: HarperCollins UK

Woodward, S., & Robinson, P. (2012). One Hundred Days. London: HarperCollins UK

Ακαδημαϊκά άρθρα

Bluth, C. (1987). “The British Resort to Force in the Falklands/Malvinas Conflict 1982: International Law and Just War Theory”. Journal of Peace Research, 24(1), 5-20. Διαθέσιμο εδώ  [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21]

Gamble, A. (2015). “The Thatcher myth”, British Politics, 10, 3-15. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21]

Άρθρα 

“How the Falklands War fired up Britain”, HistoryExtra. 2019, October 11. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21]

Jenkins, S. (2013). “How Margaret Thatcher’s Falklands gamble paid off”, The Guardian, April 9. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21] 

Kennedy, L. (2020). “How the Falklands War Cemented Margaret Thatcher’s Reputation as the ‘Iron Lady’”. History, November 13. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21] 

Riddell, P. (1996). “What if Thatcher had lost the Falklands war?”, Prospect, January 20. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21]

“What was the Falklands War about?”, The Week, 2019, May 1. Διαθέσιμο εδώ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/03/21] 

Ενότητα 5.2

Σαββίδης, Λ., (2021). ‘Η Αργεντινή, το ΔΝΤ και το τέλος της εποχής των περονιστών.’ [online] News247.gr. Available here

Cannon P., (2012). ‘Argentina and the Falklands: Thirty years on’. The Henry Jackson Society. Available here

Encyclopedia Britannica. (2021). ‘Argentina – The Menem era and the 21st century’. [online] Available here

April 02, 1982:  ‘Argentina invades Falklands’, History.com. Available here

Krepp S. (2016). ‘Between the Cold War and the Global South: Argentina and Third World Solidarity in the Falklands/Malvinas Crisis’. Available here

Liffiton, A., (2021). ‘The Falklands War: Differing Causes of Conflict’. [online] E-International Relations. Available here

Taureck, R., (2005). Book Review: Barry Buzan & Ole Wæver, ‘Regions and Powers: The Structure of International Security’ (Cambridge: Cambridge University Press), Millennium: Journal of International Studies, 34(1), pp.283-285.

Wilcox, B., (2021). ‘Profile: Leopoldo Galtieri’. [online] The Telegraph. Available here

Ενότητα 5.3

Γαϊτατζής, Δ. (2014, Απριλίου 12). Tα διδάγματα από τον Πόλεμο των Φώκλαντς. Προέλαση. Retrieved Μαρτίου 05, 2021, from εδώ

BBC News. (2018, Μαΐου 14). Falkland Islands profile. Retrieved Μαρτίου 23, 2021, from εδώ

The Diplomat. (2013, Απριλίου 10). Four Lessons of the Falklands War. Retrieved Μαρτίου 08, 2021, from εδώ

The Editors of encyclopaedia Britannica. (2020, Οκτωβρίου 22). Falkland Islands War. Britannica. Retrieved Μαρτίου 06, 2021, from εδώ

Huber, J. L. (1995). THE FALKANDS AIR WAR: LESSONS REVISITED. Retrieved Μαρτίου 09, 2021, from εδώ

McClure, J. (2004). The Falklands War: Causes and Lessons (Naval post graduate for contemporary conflict ed.). Retrieved Μαρτίου 08, 2021.

Middleton, D. (1982, Μαΐου 23). SMALL, SAVAGE FALKLANDS WAR HOLDS MAJOR LESSONS. The New York Times. Retrieved Μαρτίου 08, 2021, from εδώ

Molan, J. (2012, Απριλίου 05). Australian lessons from the Falklands War. The Interpreter. Retrieved Μαρτίου 04, 2021, from εδώ

Pinochet was this country’s staunch, true friend. (1999, Οκτωβρίου 06). The Guardian. Retrieved Μαρτίου 17, 2021, from εδώ

United Nations Security Council. (1982, Απριλίου 03). Resolution 502. Retrieved Μαρτίου 25, 2021, from εδώ

Wilkinson, S. (n.d.). What We Learned: from the Falklands War. History Net. Retrieved Μαρτίου 08, 2021, εδώ

Ενότητα 5.4.

Dulgarian, J. (2020) ‘Kastellorizo Is The Key To Turkish & Greek Ambitions In The Eastern Mediterranean’ Global Security Review, Available here

Lewis, P. (1990) The Crisis of Argentine Capitalism. University of North Carolina Press

Ministry of Foreign Affairs of the Republic of Turkey website ‘(2020) Islands, Islets And Rocks in the Aegean Which Were Not Ceded To Greece By International Treaties’ Available here 

BBC (2021) Turkey moves to ban pro-Kurdish HDP opposition party 18/3/2021, Available here 

Pitel, L. (2020) ‘Scale of Turkey’s economic crisis triggered Erdogan family implosion’, Financial Times, 13/11/2020, Available here

The United Kingdom Defence Programme: The Way Forward June 1981, London, Her Majesty’s Stationery Office, Available here

Dugdale-Pointon, T., (2006), The Falklands War 1982, Available here

Ελληνική Στατιστική Αρχή (2011) Μόνιμος Πληθυσμός Απογραφής 2011, Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση