Ευρώπη, Μετανάστευση και Ακροδεξιά: Η περίπτωση της Αυστρίας

του Αλέξανδρου Θεοδωρίδη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

H έλευση του νέου χρόνου είναι γεγονός, με την Ευρώπη να συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με πληθώρα προβλημάτων, όπως η άνοδος της ακροδεξιάς και του ευρωσκεπτικισμού ως απόρροια της προσφυγικής κρίσης και της μεταναστευτικής πολιτικής ή ευρύτερα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Το φαινόμενο της μετανάστευσης δεν είναι κεραυνός εν αιθρία για την Ευρώπη, η οποία είναι απόλυτα εξοικειωμένη ιστορικά με μετακινήσεις πληθυσμών και προσφύγων. Όμως, στη σύγχρονη ιστορίας της, τα έθνη-κράτη της καλούνται να αντιμετωπίσουν προκλήσεις που πυροδοτούν το φαινόμενο αυτό. Στην ανά χείρας μελέτη,  θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τις προκλήσεις αυτές, από τη σκοπιά της Αυστρίας, ενός σημαντικού κράτους-μέλους της Ε.Ε με μακρά ιστορία στη χάραξη των ευρωπαϊκών πολιτικών και φορέα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Θα έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε το ιστορικό και σύγχρονο πλαίσιο της μετανάστευσης στην Αυστρία εξηγώντας γιατί είναι μια χώρα προσφύγων. Στη συνέχεια, θα δούμε πώς η μεταναστευτική κρίση έχει επηρεάσει τα ποσοστά του Κόμματος της Ελευθερίας (FPÖ – Freedom Party of Austria) ως του παλαιότερου ακροδεξιού πολιτικού κόμματος στην Ευρώπη, καθώς και πώς η μεταναστευτική κρίση και ευρύτερα η μεταναστευτική πολιτική συνέβαλε στην άνοδο του ευρωσκεπτικισμού. 

Αναζητώντας ένα προφίλ

Η Αυστρία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και ύστερα έχτισε ένα προφίλ εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας που σέβεται το διεθνές δίκαιο και -όχι άδικα- θεωρήθηκε ως ένας καλοπροαίρετος διαμεσολαβητής. Αυστριακοί πολιτικοί ηγέτες όπως ο Σοσιαλδημοκράτης Μπρούνο Κράισκι (Bruno Kreisky), δημιούργησαν ενεργά έναν μύθο γύρω από τον «τρίτο δρόμο» της Αυστρίας ως ουδέτερης χώρας (Gebhard, 2013). Με τη προσχώρησή της όμως στην Ε.Ε. η Αυστρία εντάχθηκε και στην Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (EU’s Common Foreign and Security Policy – CFSP). Με τις ελάχιστες στρατιωτικές δαπάνες, δίχως συμμετοχή σε στρατιωτικές ασκήσεις και χωρίς να είναι μέλος του ΝΑΤΟ, καθίσταται δύσκολη η υποστήριξη της προώθησης του «τρίτου δρόμου» στις διεθνείς σχέσεις ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. Γενικότερα, η Αυστρία έχει καταφέρει να δημιουργήσει το προφίλ ενός συνεργάσιμου κράτους-μέλους που θέλει να επενδύσει στην διακρατική συνεργασία και σε τομείς όπως η ασφάλεια και η άμυνα. 

Επιπλέον, ιστορικά υπήρξε κομβικός ο ρόλος και οι συμμαχίες της με τις υπόλοιπες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ανέκαθεν, χρησιμοποιούνταν ως το διπλωματικό πέρασμα προς τον δυτικό κόσμο ειδικά στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η πολιτική της ουδετερότητας μπορεί να δημιούργησε ένα φιλειρηνικό προφίλ της Αυστρίας. Ωστόσο, στον απόηχο σημαντικών φαινομένων, όπως η τρομοκρατία, η μεταναστευτική κρίση, ο συριακός εμφύλιος και η παγκοσμιοποίηση, η χώρα βιώνει τις συνέπειες και καλείται να βρει δραστικές λύσεις.

Η προσχώρηση της Αυστρίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και το ευρώ επισημοποιήθηκε το 1995. Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Αυστρία ενσωματώθηκε άμεσα στο ευρωπαϊκό μοντέλο και η οικονομία της σημείωσε σημαντική άνοδο. Όμως το 2000, έμελλε να επέλθει η πρώτη σύγκρουση Αυστρίας-Ε.Ε. Αφορμή στάθηκε ο συνασπισμός του κεντροδεξιού κόμματος “Αυστριακό Κόμμα των Ανθρώπων (Austrian People’s Party – ÖVP)”, με το ακροδεξιό “Kόμμα Ελευθερίας (Freedom Party of Austria – FPÖ)”. Με ηγέτη τον Γκιοργκ Χάιντερ, το FPÖ αύξησε σταδιακά τα ποσοστά του με αποκορύφωμα το 27% στις εκλογές το 1999.  

Αδιαμφισβήτητα εκείνη την περίοδο, ο συνασπισμός αυτός αποτέλεσε μία μεγάλη έκπληξη, ένα ισχυρό σοκ για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και για το λόγο αυτό ασκήθηκαν διπλωματικές κυρώσεις στην Αυστρία. Υπό την τότε πορτογαλική προεδρία, η δήλωση των 14 κρατών-μελών μεταξύ άλλων περιελάβανε (Falkner, 2001): 

  1.  Οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών δεν θα προωθήσουν ούτε θα αποδεχθούν οποιαδήποτε επίσημη διμερή επαφή σε πολιτικό επίπεδο με μία αυστριακή κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχει το FPÖ.
  2.  Οι Αυστριακοί υποψήφιοι που θα θελήσουν να αναλάβουν αξιώματα σε διεθνείς οργανισμούς δεν θα έχουν την υποστήριξη των συγκεκριμένων δεκατεσσάρων χωρών.
  3. Οι πρεσβευτές της Αυστρίας στις πρωτεύουσες των κρατών της Ένωσης θα γίνονται δεκτοί αποκλειστικά σε τεχνικό επίπεδο.

Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι το μποϊκοτάζ έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί μια σαφής παραβίαση των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περισσότερο στόχευε να δώσει μια απάντηση για μελλοντικές απόπειρες παραβίασης. Είναι αμφίβολο, εάν τα μέτρα αυτά πέτυχαν τον στόχο τους ή έμελλαν να απομονώσουν περισσότερο την Αυστρία (για μια πιο ενδελεχή ανάλυση, Schneider, 2000). Σίγουρα όμως ενίσχυσαν την ρητορική του ακροδεξιού κόμματος στο εσωτερικό της χώρας.

Μετά τις εκλογές του 2017, η ιστορία επαναλήφθηκε με το FPÖ να συμμετέχει στη κυβέρνηση με το Κόμμα των Ανθρώπων (ÖVP) με την κυβέρνηση να υποχρεούται σε παραίτηση λίγους μήνες μετά, εξαιτίας του σκανδάλου «Ibiza–gate» και εν τέλει το κόμμα του Κουρτς να συμμαχεί με το κόμμα των Πρασίνων. 

Αυστρία ως χώρα προσφύγων διαχρονικά

Εύκολα όμως κάποιος διερωτάται, γιατί οι πολίτες μια χώρας με πλούσια δημοκρατική παράδοση όπως η Αυστρία, ψηφίζουν το ακροδεξιό κόμμα FPÖ; Το φαινόμενο της μετανάστευσης παίζει κρίσιμο ρόλο στην άνοδο των ποσοστών του κόμματος, το οποίο εντάσσει την αντιμεταναστευτική ρητορική στη φαρέτρα του επίσης. 

Όπως οι Stockemer et al. (2019) αναφέρουν στην μελέτη τους, έτσι και εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο ευρωπαϊκή μεταναστευτική κρίση αναφερόμενοι σε δύο διαστάσεις: αφενός στην ανθρωπιστική κρίση απόρροια του εμφυλίου πολέμου στη Συρία και αφετέρου στην κρίση της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης όπως αυτή πυροδοτήθηκε από την ανθρωπιστική κρίση. 

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αυστρία ήταν ένας ασφαλής παράδεισος για ανθρώπους από σοβιετικά κράτη και χρησιμοποιούταν ως πέρασμα. Η πολιτική ασύλου είχε συμβολική εφαρμογή και διόλου τυχαία η Αυστρία αναφέρεται ως μια χώρα προσφύγων (Gruber, 2017). Ενδεικτικά, από το 1945 μέχρι το 1990, περίπου 650.000 άνθρωποι πέρασαν μέσω της Αυστρίας στον δυτικό κόσμο (Gruber, 2017). Κατά τη διάρκεια τη ψυχροπολεμικής εποχής, οι περισσότεροι πρόσφυγες προέρχονταν από την Ανατολική Ευρώπη ως συνέπεια της ουγγρικής μετανάστευσης το 1956, Τσεχοσλοβάκοι πρόσφυγες λόγω της Άνοιξης της Πράγας το 1968 και Πολωνοί πρόσφυγες, εξαιτίας του στρατιωτικού νόμου το 1981 (Gruber, 2017).

Από το 1981 μέχρι το 2001, η εισροή μεταναστών εντάθηκε κατά βάση από χώρες όπως η Τουρκία και η πρώην Γιουγκοσλαβία. Το 2001, 63,2% από τους μετανάστες που εισήλθαν στη χώρα, το 45,3% ήταν από την πρώην Γιουγκοσλαβία και το 17,9% από την Τουρκία (Halla, Wagner and Zweimüller, 2017). Η γιουγκοσλαβική πολιτική κρίση του 1990 καθώς και ο πόλεμος του 1992 προκάλεσαν ένα πολύ μεγάλο κύμα μετανάστευσης, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε το FPÖ ανεβάζοντας ακόμη παραπάνω τα ποσοστά του. Με την επιτυχία του δημοψηφίσματος το 1993 κατά των μεταναστών, ήταν πλέον βέβαιο ότι το FPÖ ήταν μια απάντηση κατά της μετανάστευσης. Αναφορικά με την εγχώρια πολιτική ασύλου, το 1991 μεταρρυθμίστηκε ο νόμος του 1968 με την «προϋπόθεση της πρόληψης της κατάχρησης» και επομένως περιόρισε την πρόσβαση για τις μη τεκμηριωμένες αιτήσεις (Fassman and Fenzl, 2003). Από τότε μέχρι και σήμερα το θέμα του ασύλου και της μεταναστευτικής πολιτικής είναι ένα φλέγον θέμα που προκαλεί αντιπαραθέσεις και διχάζει την αυστριακή κοινωνία και κυβέρνηση. 

Το 2015 ως χρονιά ορόσημο

Η μεταναστευτική κρίση του 2015, έφερε στο προσκήνιο συγκρούσεις και αναταράξεις. Πυροδότησε μια πολυεπίπεδη κρίση όσον αφορά τη διακυβέρνηση, τον έλεγχο συνόρων και τη μη διευθετημένη μετανάστευση στα ευρωπαϊκά κράτη (Trauner, 2016). Επιπλέον, η κρίση αυτή ήταν μια μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες κυβερνητικές δομές και ειδικά για την συνοχή της Ε.Ε (Goodman, Sirriyeh and McMahon, 2017). Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι αιτήσεις ασύλου εκτινάχθηκαν, ενώ η κυβέρνηση Όρμπαν στην Ουγγαρία έβαλε εμπόδια σε μια οργανωμένη αντιμετώπιση του φαινομένου. Ως αποτέλεσμα, η Αυστρία τροποποίησε την πολιτική της για το άσυλο θέτοντας πολλούς περιορισμούς στον αριθμό των αιτήσεων, παρά τις αντιδράσεις ΜΚΟ και διεθνών οργανισμών και επιπλέον έδειξε την υποστήριξη της στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών (Souliotis, 2020). Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η πολιτική ασύλου άλλαξε την ηθική της διάσταση στην περισσότερο προστατευτική (Stockemer et al., 2019). Στην Αυστρία, με τις εξελίξεις αυτές, αφενός τα παραδοσιακά κόμματα έχασαν μεγάλο έδαφος, αφετέρου το ακροδεξιό κόμμα Ελευθερίας (FPÖ) ενισχύθηκε σημαντικά. 

Επιπλέον, η σοβαρή προσφυγική κρίση του 2015, βρήκε την Αυστρία ως μέλος της Ε.Ε. και ανέδειξε την αποτυχία εφαρμογής ενός πανευρωπαϊκού σχεδίου αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών, μιας κοινής πολιτικής ασύλου με βάση την αναλογικότητα και με γνώμονα την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Η δυσλειτουργία του συστήματος του Δουβλίνου όσον αφορά τον έλεγχο των αιτούντων άσυλο στην Ευρώπη, έχει μερίδιο ευθύνης. Η Γερμανία το 2015, αγνόησε το πλαίσιο του Δουβλίνου για να χαράξει δική της εθνική πολιτική ασύλου και ελέγχοντας τα σύνορα με την Αυστρία (Dernbch, 2015). Ακολούθησαν Σουηδία και Γαλλία. Η Ουγγαρία χτίζοντας ένα φράχτη με την Τσεχία και την Κροατία μετακίνησε τις προσφυγικές ροές προς την γειτονική Σλοβενία (Trauner, 2016, σελ. 320). Με το κλείσιμο του περάσματος των Βαλκανίων και με το ενδοευρωπαϊκό αντιμεταναστευτικό μέτωπο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας το προσφυγικό ζήτημα οξύνθηκε. Η κρίση της μεταναστευτικής πολιτικής και η μετατόπισή της από υπερεθνικό επίπεδο σε εθνικό, έφερε την άνοδο της ακροδεξιάς και του ευρωσκεπτικισμού προ των πυλών. 

Αδιαμφισβήτητα, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ταλανίζεται από την κρίση αυτή μέχρι και σήμερα. Η αποτυχία διαχείρισης της μεταναστευτικής κρίσης επέφερε καχυποψία για τους μετανάστες καθώς και για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Πολλές είναι οι μελέτες που συνδέουν την απόρριψη των μεταναστών με τον ευρωσκεπτικισμό. H μελέτη των (Lubbers and Scheepers 2007, σελ. 663) έδειξε ότι οι άνθρωποι που φοβούνται τους μετανάστες ή έχουν δεχθεί κάποιου είδους απειλή από αυτούς, είναι πιο επιρρεπείς προς τον ευρωσκεπτικισμό. Σύμφωνα με τον Luedtke (2005),  όσοι φοβούνται τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες ως απόρροια των μεταναστευτικών ροών προτιμούν τις προστατευτικές πολιτικές σε θέμα συνόρων και μεταναστευτικής πολιτικής. Επιπλέον, ο αυξημένος αριθμός των μουσουλμάνων και η δυσκολία ενσωμάτωσής τους στο υφιστάμενο κάθε φορά κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο έχει ως αποτέλεσμα την στοχοποίηση τους από την ακροδεξιά καθώς και την σύνδεση που επιτυγχάνεται μέσω της διασύνδεσής τους με την ισλαμιστική/τζιχαντιστική τρομοκρατία, από Ευρωπαίους πολιτικούς και ΜΜΕ (Duncan 2017, Scarborough 2017). 

Η μείωση των ποσοστών του κόμματος της Ελευθερίας (FPÖ) ύστερα και από την αποκάλυψη του σκανδάλου σε συνδυασμό με το τωρινό συνασπισμό του κόμματος των Ανθρώπων (ÖVP) με το κόμμα των Πρασίνων, μας δείχνει ότι το πολιτικό τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Επιπλέον, παρατηρώντας την διαδικασία του Brexit, τις συνέπειες καθώς και το πέρασμα του Ηνωμένου Βασιλείου σε αχαρτογράφητα νερά, διακρίνουμε μια αύξηση των ποσοστών αποδοχής της Ε.Ε από τους πολίτες. Σύμφωνα με τους  Kaeding, Pollak και Schmidt (2021) ενώ το 2016 μόλις το 60% των Αυστριακών ήθελαν να παραμείνει η χώρα τους στην Ε.Ε, από τον Ιούλιο του 2016 και ύστερα ο αριθμός αυξήθηκε στο 77% τον Δεκέμβρη του 2017 και παραμένει στο 75% τον Δεκέμβριο του 2019. 

Η παρούσα κατάσταση του ευρωσκεπτικισμού, της αντιμεταναστευτικής ρητορικής και της ακροδεξιάς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία και την γεωγραφική θέση της Αυστρίας. Το τέλος του Ψυχρού πολέμου, η απόκλιση της Αυστρίας από την ουδετερότητα της, η προσχώρησή της στην Ε.Ε, οι κυρώσεις το 2000 κατά της κεντρο-δεξιάς κυβέρνησης, η προσφυγική κρίση του 2015, όλες αυτές οι δυναμικές συνέβαλαν στο αποτέλεσμα αυτό. 

Πιο συγκεκριμένα, με αφορμή την μεταναστευτική κρίση του 2015, η Αυστρία ήταν από τις πρώτες χώρες που υποστήριξαν εθνικά και ευρωπαϊκά την Ελλάδα ως χώρα υποδοχής των μεταναστών/προσφύγων. Παρατηρώντας τις δύο χώρες, θα μπορούσαμε να βρούμε αρκετά κοινά στοιχεία στην πορεία τους όπως, η συμμετοχή ενός ακροδεξιού κόμματος στην κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) όπως και στην Αυστρία (ÖVP – FPÖ). Η γειτνίαση με πολλές χώρες που βρίσκονται εντός ή και εκτός Ε.Ε και η πίστη στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, τους θεσμούς και την αλληλεγγύη, όπως και οι ίδιες οι χώρες ως υποδοχείς μεταναστών έχουν έναν κοινό παρονομαστή (με την Ελλάδα ως πρώτη χώρα υποδοχής προς την Ευρώπη και την Αυστρία ως πρώτη χώρα υποδοχής προς την Κεντρική Ευρώπη και τη Σκανδιναβία). Επιπλέον, οι δυο χώρες βίωσαν τον λαϊκισμό και την ακροδεξιά βγαίνοντας πιο δυνατές και δίνοντας ένα ηχηρό παράδειγμα προς τους Ευρωπαίους εταίρους. 

Επίλογος

Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε η Αυστρία είναι παραδοσιακά μία χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών. Ιστορικά είχε να αντιμετωπίσει προσφυγικές ροές σε συνδυασμό με την άνοδο της ακροδεξιάς. Όμως η πρόσφατη κρίση όμως του 2015 δεν είναι μια κρίση που οφείλεται στους πρόσφυγες αλλά μια κρίση της μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία επισκιάζει όλη την Ευρώπη, επιφέροντας κατ’ επέκταση και μια κρίση πολιτικών επιλογών. 

Βιβλιογραφία

Gebhard, C. (2013) “Is Small Still Beautiful? The Case of Austria”, Swiss Political Science Review, 19(3), pp. 279-297.

Schneider, H. (2000) “Österreich in Acht und Bann – ein Schritt zur politisch integrierten `Wertegemeinschaft”, Integration, 23 (2), pp. 120-148. 

Falkner, G. (2001) “The EU14’s “Sanctions” Against Austria: Sense and Nonsense”, ECSA Review (Journal of the European Community Studies Association USA), 14(1), pp. 14-20.

Fassman, H. and Fenzl, H. (2003) “Asyl und Fluncht”, in Fassman, H. and Stacher, I. (eds.) Österreichcher Migrations – und Integrationsbericht. Demographische Entwicklungen – SozioÖkonomische Strukturen – Rechtliche Rahmenbedingungen. Klagenfurt/Celovec: Drava, pp. 284-304. 

Gruber, O. (2017) “Refugees (no longer) welcome. Asylum discourse and policy in Austria in the wake of the 2015 refugee crisis”, in Barlai, M., Fαhnrich, B., Griessler, C. and Rhomberg, M. (eds.) The Migrant Crisis: European Perspectives and National Discourses. Berlin: LIT, pp. 39-57.

Stockemer, D. et all. (2019) “The “Refugee Crisis” Immigration Attitudes, and Euroscepticism”. International Migration Review, 54(3), pp.883-912.

Halla, M. Wagner, A. and Zweimüller, J. (2017) “Immigration and Voting for the Far Right”, Journal of the European Economic Association, 15(6), pp.1341-1385.

Duncan, S. (2017) “Refugee Minorities Are More Prone to Terrorism.” DailyMail, 26 December. Available here (11 January 2021). 

Dernbach, A. (2015) “Germany Suspends Dublin Agreement for Syrian Refugees”, Euroactiv, 26 August. Available here (11 January 2021).

Souliotis, Y. (2020) “Austria, Poland bolstering Greek border guard force”, ekathimerini, 10 March. Available here (19 January 2020).

Goodman, S., Sirriyeh, A. and McMahon, S.  (2017) “The Evolving (Re)categorisations of Refugees throughout the ‘Refugee/Migrant Crisis’.” Journal of Community & Applied Social Psychology, 27(2), pp. 105 – 14.

Lubbers, M. and Scheepers, P.  (2007) “Explanations of Political Euro-Scepticism at the Individual, Regional and National Levels.” European Societies, 9(4), pp. 643 – 69.

Luedtke, A. (2005) “European Integration, Public Opinion and Immigration Policy.” European Union Politics, 6(1), pp. 83 –112.

Scarborough, R. (2017) “Islamic State Finds Success Infiltrating Its Terrorists into Refugee Flows to West”, The Washington Times, 29 January. Available here (12 January 2021). 

Trauner, F. (2016) “Asylum Policy: The EU’s ‘Crises’ and the Looming Policy Regime Failure.” Journal of European Integration, 38(3), pp. 311 – 25.

Kaeding, M., Pollak, J. and Schmidt, P. (2021) Euroscepticism And The Future Of Europe, Views From The Capitals. Switzerland: Springer International Publishing – Palgrave Macmillan.


Απάντηση