ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ COVID-19 ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΑΚΙΕΡΑ

της Κυριακής Κώστα, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Η εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού αποτελεί αναμφίβολα το κυρίαρχο γεγονός για το 2020. Η έννοια του σύγχρονου κόσμου έχει ανατραπεί, εξαιτίας της ταχύτητας και της σοβαρότητας με την οποία ο ιός επηρέασε σχεδόν όλες τις χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα κλειστά σύνορα και τα «λουκέτα» έχουν γίνει μέρος της πιο άμεσης παγκόσμιας ανταπόκρισης στη μείωση της διασποράς του ιού και μέσα σε λίγους μόλις μήνες ο ιός ταξίδεψε στις παγκόσμιες αεροπορικές και θαλάσσιες λωρίδες μεταξύ Κίνας, Ευρώπης, Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και στον υπόλοιπο κόσμο. Μπορεί κανείς να πει ότι ο COVID-19 έχει επηρεάσει τόσο την ιδιωτική, όσο και τη δημόσια ζωή των ανθρώπων, ενώ παράλληλα έχει επιδεινώσει τις εντάσεις γύρω από ζητήματα, όπως η οικονομική ανισότητα και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, μετατρέποντας την πανδημία από υγειονομική κρίση σε παγκόσμια απειλή υψηλού πολιτικού κινδύνου. Οι επιπτώσεις, όμως, που έχει προκαλέσει -ή/και έχει εντείνει- η πανδημία στη γεωπολιτική σκακιέρα αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα στο διεθνές σύστημα.

Η κρίση, επομένως, είναι πολύπλευρη, με οικονομικές, οικολογικές, γεωπολιτικές, υπαρξιακές και επιστημονικές διαστάσεις. Αναφερόμαστε, λοιπόν, σε μια παγκόσμια πραγματικότητα και ταυτόχρονα πρόκληση δημόσιας πολιτικής. Η πανδημία, δηλαδή, απέδειξε πως δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση για να επιβάλει συνεκτικά, αναλογικά και ομοιόμορφα μέτρα για τη δημόσια υγεία. Τα κράτη ανά τον κόσμο, με τα ξεχωριστά εθνικά τους εδάφη, αντιδρούν «ατομικά» και όχι συλλογικά σε αυτήν την κρίση. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της ΕΥ, εξαιτίας της πανδημίας και των επιπτώσεών της, το 2020 ο γεωπολιτικός κίνδυνος έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία, θυμίζει έντονα τον οικονομικό αγώνα της Μεγάλης Ύφεσης.

Η πανδημία αποκαλύπτει, λοιπόν, τα κενά που έχουν δημιουργηθεί στη συλλογική διακυβέρνηση, καθιστώντας τα ήδη εμφανή στη διπλωματία και ασκώντας περαιτέρω πίεση στη συνεργασία που ο κόσμος προσπάθησε να οικοδομήσει μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, οι πανδημίες εντάσσονται σε μια λίστα με άλλες προκλήσεις που επιδεινώνονται από τις πιέσεις των σπάνιων πόρων, της πυκνότητας του πληθυσμού και της κλιματικής αλλαγής. Σε αντιδιαστολή με τις χώρες αυτές, ο τρόπος με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της πανδημίας COVID-19 εξελίσσεται γι’ αυτές σε έναν μαραθώνιο γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Πιο συγκεκριμένα, οι μεγάλες δυνάμεις (Η.Π.Α., Ρωσία, Κίνα, Ε.Ε.) προσπαθούν μέσω της άσκησης ισχύος στην αντιμετώπιση της κρίσης, να επιδείξουν την υπεροχή της χώρας τους, ακόμα και σε επίπεδο διαπραγματευτικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο «εμβολιαστικός εθνικισμός», ο ανταγωνισμός δηλαδή των κρατών για την κατασκευή του εμβολίου κατά του ιού. Σκοπός των μεγάλων δυνάμεων είναι μέσα από τον ανταγωνισμό αυτόν να αναδειχθούν ως «σωτήρες της παγκόσμιας κοινότητας», αλλά και να χρησιμοποιήσουν το εμβόλιο ως κρίσιμη γεωπολιτική μόχλευση και επιρροή, τόσο για τους συμμάχους όσο και για τους εχθρούς τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πιο πλούσια κράτη έχουν συσσωρεύσει σχεδόν όλες τις παγκόσμιες προμήθειες των δύο σημαντικότερων εμβολίων για τον COVID-19 μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, αφήνοντας πολλές χώρες στο φάσμα της παροχής μεσαίου εισοδήματος να στραφούν σε μη εγκεκριμένα φάρμακα και τις φτωχότερες χώρες να βρίσκονται αντιμέτωπες με μια μακρά αναμονή προκειμένου να λάβουν τις πρώτες δόσεις εμβολίων. Παράδειγμα αποτελεί η κυβέρνηση των Η.Π.Α, η οποία σύναψε συμφωνίες αγοράς 1,1 δισεκατομμυρίων δόσεων και  αναμένεται να προχωρήσει με πολύ περισσότερες δόσεις από αυτές που χρειάζονται για να εμβολιάσει κάθε Αμερικανό. Οι ΗΠΑ κινούνται με βάση την πολιτική : «Η Αμερική Πρώτη», που για πολλούς μπορεί να μεταφραστεί ως «Η Αμερική μόνη της». 

Στον ανταγωνισμό των εμβολίων των κρατών  για την ανάδειξη του πιο ισχυρού δρώντος, αναδεικνύεται και η πρόκληση των απειλών στον κυβερνοχώρο. Ο Παγκόσμιος Διαγωνισμός Ισχύος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Κίνας είναι σε μεγάλο βαθμό ένας ψηφιακός «Ψυχρός Πόλεμος», που εκδηλώνεται ως διεθνής αγώνας για τεχνολογική υπεροχή και κατασκοπεία που απευθύνεται σε αντιπάλους, που πραγματοποιούνται μέσω ενός συνδυασμού δράσεων ψηφιακής επιρροής και κλοπής πληροφοριών. Παράδειγμα αποτελούν οι κατηγορίες των Η.Π.Α προς την Κίνα για ιατρική κατασκοπεία. Ταυτόχρονα, όμως και άλλες υπηρεσίες κατασκοπείας άλλων χωρών, όπως η ρωσική SVR, αύξησαν δραστικά τις προσπάθειες τους να υποκλέψουν πληροφορίες σχετικές με την έρευνα εμβολίων κατά της πανδημίας. Επομένως, ξεσπά ένας συνεχής πόλεμος πληροφοριών, στον οποίο κάθε υπηρεσία κατασκοπείας σε όλο τον κόσμο προσπαθεί να ανακαλύψει τα επιτεύγματα των αντιπάλων της στο συγκεκριμένο πεδίο, προκειμένου να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά.

Αξίζει να αναφερθεί η πολιτική ένταση που επικρατεί ιδίως μεταξύ των χωρών Η.Π.Α.-Κίνας,  πέρα από τις κατηγορίες για εμπλοκή κάθε πλευράς στην προέλευση του COVID-19, καθώς ο «πόλεμος» αυτός των δύο χωρών αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό παγκόσμιο γεωπολιτικό κίνδυνο. Η Κίνα αποτελεί τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ στον 21ο αιώνα. Επιδιώκει να επεκτείνει και να επαναπροσδιορίσει τη σφαίρα επιρροής της σε περιοχές που κυμαίνονται από την υποσαχάρια Αφρική έως τη Νότια Αμερική, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από την οικονομική της αλληλεξάρτηση με τις Η.Π.Α.. Ακόμη, παρά το μεγάλο «σοκ» της πανδημίας , η κινέζικη οικονομία εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης. Επομένως, η Κίνα αποτελεί έναν σημαντικό ανερχόμενο παίκτη στην διεθνή γεωπολιτική και γεωοικονομική σκηνή και φυσικά συνιστά απειλή για τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στην τεχνολογία, στο εμπόριο, τις επενδύσεις και τις υποδομές. Υπάρχουν, ωστόσο, αμφιβολίες για το αν η Κίνα θα μπορέσει να ξεπεράσει τις Η.Π.Α, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με τουλάχιστον δέκα από τους άμεσους γείτονές της, συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας, της Ινδίας, του Πακιστάν, του Βιετνάμ, του Λάος, της Μυανμάρ, της Ταϊβάν κ.ά. Με τα δεδομένα αυτά, ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιριών προς τις δυτικές δυνάμεις, δηλαδή τις Η.Π.Α, οι οποίες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν με τη σειρά τους τις χώρες αυτές, προκειμένου να ανεξαρτητοποιηθούν εμπορικά και οικονομικά από την Κίνα. 

Η διαχείριση της πανδημίας από την κινεζική κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι τόσο για τις Η.Π.Α. όσο, όμως, και για την Ε.Ε., ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από την ίδια που αποτελεί πλέον έναν οικονομικό και τεχνολογικό «γίγαντα», ικανό και πρόθυμο να επιβάλλει τους όρους του. Κατά το παρελθόν, η Ευρώπη, και κυρίως η Γερμανία, έβλεπε την Κίνα μόνον ως έναν ισχυρό εμπορικό εταίρο αλλά και ως χώρο επέκτασης των οικονομικών δραστηριοτήτων της. Ωστόσο, γίνεται πλέον λόγος για έναν επιθετικό επενδυτή στο εσωτερικό της Ένωσης που φιλοδοξεί να προβάλει την ισχύ του σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι αμφίβολο, όμως, το κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κινεζική δύναμη. Για τον λόγο αυτόν, η Ε.Ε επικεντρώνεται στη διπλωματία, σε αντίθεση με τις Η.Π.Α που επιλέγουν να έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση. 

Επιπλέον, αξίζει να υπογραμμιστεί πως η εξελισσόμενη κρίση της πανδημίας έχει δυσχεράνει και τη συνεργασία των δυτικών συμμάχων (Η.Π.Α.-Ε.Ε). Οι ευρωατλαντικές σχέσεις επιδεινώθηκαν δραματικά επί προεδρίας Τραμπ, ο οποίος απαξίωνε τους Ευρωπαίους συμμάχους, καθιστώντας σαφές  ότι το ενδιαφέρον του για την Ευρώπη είναι περιορισμένο έως ανύπαρκτο. Στον οικονομικό τομέα συμπεριφερόταν ως επιθετικός ανταγωνιστής και έθετε σε αμφιβολία την δέσμευση των ΗΠΑ να παρέμβουν στρατιωτικά προς υπεράσπιση των συμμάχων τους, όποτε τυχόν αυτό απαιτηθεί. Η στάση αυτή διαπνέεται από ένα πνεύμα απομονωτισμού, καθώς ο Τραμπ περιφρόνησε τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, από την κλιματική αλλαγή έως και τις προσπάθειες βελτίωσης της παγκόσμιας υγείας. Η συμπεριφορά αυτή των Η.Π.Α, οδήγησε την Ε.Ε. στην αναθεώρηση των ευρωατλαντικών σχέσεων και τη σταδιακή απομάκρυνσή της από τις Η.Π.Α. Άλλως, από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αξιοποιήσει τη διεθνή πολιτική ισχύ της, προκειμένου να εξασφαλίσει στρατηγική αυτονομία. Σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο νέος Πρόεδρος των Η.Π.Α Μπάιντεν, τόνισε τη μακροχρόνια πεποίθησή του ότι «Η Ευρώπη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της δέσμευσής μας με τον υπόλοιπο κόσμο και είναι ο καταλύτης για την παγκόσμια συνεργασία μας», υποσχόμενος την αναζωογόνηση της «συμμαχίας των δημοκρατιών». Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως η πανδημία COVID-19 αποτελεί μια υπαρξιακή πρόκληση για την Ε.Ε., αναδιαμορφώνοντας την κατανομή ισχύος της στη διεθνή σκηνή.

Ακόμη, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής που αποτελεί έναν εγγενώς παγκόσμιο κίνδυνο και συνδέεται άμεσα με την πανδημία. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή σε συνδυασμό με άλλες περιβαλλοντικές δυσαρμονίες και διαταραχές θα διευκολύνουν την ανάπτυξη περισσότερων, εντελώς νέων, λοιμωδών στελεχών όπως ο COVID-19 τα επόμενα χρόνια. Ακόμη όμως, όπως επισήμανε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αλλά και όπως ήδη βλέπουμε να συμβαίνει για παράδειγμα με την νοτιοαφρικανική μετάλλαξη του COVID-19, τα μοντέλα μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων μεταβάλλονται ως συνέπεια της κλιματικής αλλαγής. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σε πολλές χώρες την παραγωγή και τον εφοδιασμό προϊόντων και οδηγεί στην κλιμάκωση των συγκρούσεων καθώς αυξάνει την έλλειψη πόρων σε ορισμένες χώρες σε όλο τον κόσμο. Οι συνέπειες αυτές σε συνδυασμό με την πανδημία, έχουν ως αποτέλεσμα προσφυγικά κύματα που προέρχονται από φτωχά κράτη της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής  προς τη Δύση κυρίως, αλλά και την Τουρκία, γεγονός που αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό γεωπολιτικό ζήτημα.

Δεν πρέπει, βέβαια, και να ξεχνάμε πως η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και την Αφρική φαίνεται να παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη και το 2021, όπου με το ξέσπασμα της πανδημίας, η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω των παγκόσμιων, περιφερειακών και τοπικών επιπτώσεων της πανδημίας και των σχετικών μέτρων. Στην περιοχή επικρατεί η δίνη ατέρμονων και ανελέητων πολέμων, καθώς και θρησκευτικών και φυλετικών συγκρούσεων, που έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση των υποδομών, της οικονομίας, αλλά και σε επισιτιστικές κρίσεις. Παράδειγμα αποτελεί η Συρία, όπου κάτω από τις δύσκολες συνθήκες υγειονομικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία, οι βίαιες συγκρούσεις στην βορειοδυτική επαρχία Ιντλίμπ, που αποτελούν τον γόρδιο δεσμό του πολέμου συνεχίζονται, ενώ σε ισχύ τίθενται οι κυρώσεις των μεγάλων δυνάμεων προς το καθεστώς. Ως αποτέλεσμα, η κατάσταση της επισιτιστικής ασφάλειας στη Συρία έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Το ίδιο βλέπουμε να συμβαίνει και στη Λιβύη, όπου ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται, παρά την συμφωνία για εκεχειρία. Η σύγκρουση έχει πλήξει το σύστημα υγείας της Λιβύης και ο οικονομικός αντίκτυπος είναι μεγάλος. Η παρουσία εξωτερικών δρώντων και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντά τους δε σέβονται το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, παραμένοντας ακανθώδη εμπόδια για τη λήξη της εμφύλιας σύρραξης. Τέλος, η έλευση του COVID-19 στην Υεμένη έχει δημιουργήσει μια νέα κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Οι κάτοικοι ήδη υποφέρουν από υψηλά ποσοστά υποσιτισμού και είναι συχνές οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, η ελονοσία κ.α., ενώ το ήδη κατεστραμμένο σύστημα υγείας της Υεμένης βρίσκεται τώρα σε τεράστια πίεση. Η πανδημία αύξησε, επίσης, τις ανησυχίες σχετικά με μια επιδεινούμενη επισιτιστική κρίση στην Υεμένη, με πολλούς ανθρώπους να χάνουν τις δουλειές τους, οικογένειες να αγωνίζονται προκειμένου να παρέχουν τροφή, φάρμακα και να καλύπτουν άλλες ανάγκες χωρίς εισόδημα.

Καταλήγοντας, η διάρκεια της πανδημίας παραμένει άγνωστη, γεγονός που προκαλεί φόβο τόσο στα ίδια τα κράτη όσο και στους πολίτες και ενώ αποτελεί μια κρίση δημόσιας υγείας, αποτελεί, επίσης, και ένα γεγονός πολιτικού κινδύνου στην παγκόσμια σκακιέρα. Έχει επηρεάσει σχεδόν όλες τις χώρες σε όλο τον κόσμο και οι κυβερνητικές αντιδράσεις στην πανδημία είναι κατεξοχήν γεωπολιτικές, με διαστάσεις όπως η εθνική ασφάλεια, η παγκόσμια ηγεσία, η διεθνής συνεργασία και ο ανταγωνισμός. Η πανδημία του COVID-19 έχει επιδεινώσει τις πολιτικές εντάσεις εντός και πέραν των κρατικών συνόρων. Ιδιαίτερα οι πολιτικές εντάσεις και οι διεθνείς ανταγωνισμοί των μεγάλων δυνάμεων θέτουν σε κίνδυνο τις συντονισμένες προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της κλιματικής αλλαγής, της φτώχειας και του μεταναστευτικού ζητήματος. Αυτό δημιουργεί τεράστια αβεβαιότητα για το μέλλον και έχει σοβαρό αντίκτυπο τόσο στην κοινωνία όσο και στην οικονομία, αλλά και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των κρατών.


Απάντηση