Ουκρανία: Το κύμα διαδηλώσεων του 2013 (Euromaidan) και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

της Ειρήνης Παναγώτα, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

Η παρούσα ανάλυση επικεντρώνεται στις λαϊκές κινητοποιήσεις που έλαβαν χώρα στην Ουκρανία το 2013 -γνωστές ευρύτερα ως Euromaidan- και στη συνέχεια, στην εκκίνηση της διαδικασίας ερευνών από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (εφεξής ΔΠΔ) επί των εγκλημάτων που διεπράχθησαν κατά την διάρκεια αυτών. Προκειμένου να διερευνηθούν και να γίνουν αντιληπτές οι βαθύτερες αιτίες των εν λόγω κινητοποιήσεων και της επακόλουθης εκκίνησης ερευνών, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό υπόβαθρο της χώρας. 

Η Ουκρανία αποτέλεσε ανεξάρτητο κράτος μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οπόταν τα δυτικά κράτη (μεμονωμένα ή συνεργατικά -ως ΝΑΤΟ ή ΕΕ κλπ.) υιοθέτησαν μια αμυντική πολιτική προσανατολισμένη προς τη Ρωσία και σε σχέση με τη διάσταση της πυρηνικής αποτροπής. Για αυτό το λόγο, αφότου ο έλεγχος των πυρηνικών παρέμεινε στη διάδοχο της ΕΣΣΔ, τη Ρωσική Ομοσπονδία, η Ουκρανία δεν συνέχισε να απασχολεί ιδιαίτερα τη διεθνή κοινότητα και συνεπώς δεν δόθηκε σημασία στην περαιτέρω κοινωνική και οικονομική της ανάπτυξη με δυτικούς πόρους ή συνδρομή (Andrzej, 2014, σελ. 3).

Αν και το 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε μια κοινή στρατηγική απέναντι στην Ουκρανία (1999/877/CFSP), λαμβάνοντας υπόψη την προοπτική μιας Ευρωπαϊκής σύγκλισης της χώρας, μέσω της διαδικασίας προετοιμασίας για σύναψη σχετικής Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΕ, η Κυβέρνηση Kuchma απομακρύνθηκε από το ενδεχόμενο της Ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και στράφηκε σε πολιτικές φιλικά προσκείμενες στη Ρωσία. Το 2005, ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Victor Yushchenko έγινε πρόεδρος της Ουκρανίας και το 2010 αντικαταστάθηκε από τον Yanukovych, ο οποίος μετέτρεψε τη χώρα σε ημι-αυταρχικό κράτος (Stelmakh, Balmforth, 2014). Επιπλέον, από το 2008 η Ουκρανία βίωσε μια ισχυρή οικονομική κρίση, η οποία με τη σειρά της έδωσε έναυσμα για κοινωνικές δυσαρέσκειες και μείωσε τη δημοτικότητα της κυβέρνησης (Andrzej, 2014, σελ.5).

Παρά το γεγονός ότι το 2013 η Ουκρανία προσέγγισε την ΕΕ, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε την παύση των προετοιμασιών για την υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης. Η Κυβέρνηση επικοινωνιακά προώθησε το αφήγημα ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε υπό το πρίσμα της προστασίας του εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση αντικατόπτριζε για πολλούς Ουκρανούς όχι μόνο τη γεωστρατηγική ανάδειξη της χώρας, αλλά και την ελπίδα για εκμοντερνισμό – εξευρωπαϊσμό της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Συνεπώς, η εξαφάνιση αυτής της ελπίδας πυροδότησε, μεταξύ άλλων, ένα κύμα κινητοποιήσεων ανά τη χώρα (Shveda, HoPark, 2016, σελ.1).

Έτσι, γεννήθηκε το Euromaidan, ένα μαζικό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας κυρίως στην πρωτεύουσα (Κίεβο), αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα της χώρας. Μόνο στο Κίεβο, στις 24 Νοεμβρίου, περίπου 80.000- 100.000 διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία ανεξαρτησίας, τη Maidan Nezalezhnosti -από την οποία η επανάσταση έλαβε και το όνομα της- για να διαμαρτυρηθούν μαζικά κατά του καθεστώτος του Προέδρου Yanukovych. Στις 28-29 Νοεμβρίου, ο Yanukovych συμμετείχε στη Σύνοδο της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης στο Βίλνιους. Καθώς επέστρεφε, η αστυνομία έκανε επιθέσεις κατά των διαδηλωτών στην πλατεία Maidan, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε κλιμάκωση της έντασης. Τις επόμενες ημέρες οι συγκρούσεις στο Κίεβο συνεχίστηκαν με έναν αυξανόμενο αριθμό πολιτών να συμμετέχει σε αυτές. Συγκεκριμένα, τη 1η Δεκεμβρίου, 200.000-300.000 πολίτες διαδήλωσαν στο κέντρο του Κιέβου. Οι διαδηλωτές έστησαν φράγματα και έκαναν κατάληψη σε δημόσια κτήρια. Αν και, αρχικά, αίτημά τους ήταν η επίτευξη μιας συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ, στην πορεία βασικό ζητούμενο των διαμαρτυριών ήταν η παραίτηση της κυβέρνησης (Andrzej, 2014, σελ. 7.).

Στις επόμενες ημέρες, ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, οι οποίες όμως δεν ευοδώθηκαν. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, όταν στις 16 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, η Βουλή πέρασε ένα νομοθετικό πακέτο που περιόριζε σημαντικά τις πολιτικές ελευθερίες των Ουκρανών πολιτών. Σε απάντηση, η αντιπολίτευση ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας ξεχωριστής Βουλής, γεγονός που έθετε σαφώς ζήτημα πολιτικής και πολιτικής νομιμότητας. Ταυτόχρονα, διαδηλωτές επιχείρησαν να εισέλθουν βιαίως σε κυβερνητικά κτίρια με αποτέλεσμα τέσσερις θανάτους και περίπου 100 συλλήψεις, ενώ σημειώθηκαν και ορισμένες απαγωγές. Επιμέρους εθνικά συμβούλια δημιουργήθηκαν από διαδηλωτές που κατέλαβαν δημόσια κτίρια και σε άλλες περιοχές, με αποτέλεσμα η αντίσταση των δυνάμεων ασφαλείας έγινε εντονότερη (Kurkov, 2014, σελ. 1).

Μεταξύ 18 και 20 Φεβρουαρίου, περίπου 80 διαδηλωτές ακόμη έχασαν τη ζωή τους. Ωστόσο, κατόπιν μεσολάβησης των Υπουργών Εξωτερικών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας, ο Yanukovych και η αντιπολίτευση συμφώνησαν στη διεξαγωγή εκλογών, αλλά η πρόταση δεν υλοποιήθηκε καθώς ακολούθησαν μεγαλύτερες εξεγέρσεις σε συνδυασμό με την απόσυρση των αστυνομικών δυνάμεων από όλα τα κεντρικά σημεία και την επικράτηση των διαδηλωτών. Συνεπώς, ο Yanukovych έφυγε στη Ρωσία και νέος πρόεδρος έγινε η Tymoshenko, η οποία αποφυλακίστηκε, καθόσον παρέμενε σε κράτηση από το καθεστώς. Η εν λόγω αλλαγή δυσαρέστησε τη Ρωσία καθώς τις επόμενες ημέρες πραγματοποιήθηκε ρωσική εισβολή (Andrzej, 2014, σελ. 9).

Από το τέλος των διαδηλώσεων, η Ουκρανία έχει αλλάξει δύο προέδρους και τέσσερις κυβερνήσεις. Ωστόσο, παρά τις αξιοσημείωτες μεταβολές στην οικονομική, τη θεσμική και την πολιτική σφαίρα- που θα μπορούσαν ενδεχομένως να φέρουν τη χώρα πιο κοντά στα δυτικά πρότυπα- δεν έχει επιτευχθεί σύνδεση με την ΕΕ. Η αστάθεια και η αβεβαιότητα παραμένουν, ενώ οι οικογένειες των θυμάτων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, ακόμη περιμένουν τα αποτελέσματα των κρατικών ερευνών για την εύρεση των υπευθύνων και τον καταλογισμό των ευθυνών σε αυτούς (Gorbunova, 2019). Η απονομή δικαιοσύνης καθυστερεί, αλλά μια αξιόπιστη επιλογή για τον παραδειγματισμό των υπαιτίων θα μπορούσε να είναι το  ΔΠΔ (Coalition for the International Criminal Court).

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αποτελεί το πρώτο αυτόνομο ποινικό δικαστήριο σε παγκόσμια κλίμακα. Η βάση του βρίσκεται στη Χάγη και δημιουργήθηκε από μια πολυμερή διεθνή συνθήκη -το Καταστατικό της Ρώμης– για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (στο εξής ΚΡ). 

Το ΚΡ υπεγράφη από 120 κράτη, στις 17 Ιουλίου του 1998, κατόπιν Συνόδου που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη. Ωστόσο, τέθηκε σε ισχύ στις 1 Ιουλίου του 2002, αφού επικυρώθηκε από 60 κράτη, όπως απαιτούταν. 

Το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί μόνο επί φυσικών προσώπων. Επομένως, δεν μπορούν να δικαστούν κράτη, οργανώσεις ή άλλου είδους συλλογικές οντότητες. Συνήθως λοιπόν, οδηγούνται σε δίκη τα άτομα που θεωρείται πως έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης των εγκλημάτων. 

Ωστόσο, πάντα σε αρχικό στάδιο πρέπει να διαπιστώνεται αν το ΔΠΔ έχει την απαραίτητη δικαιοδοσία να εξετάσει μια υπόθεση. Όσον αφορά λοιπόν τα όρια της δικαιοδοσίας του, διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΚΡ υπάρχουν τέσσερις κύριες κατηγορίες εγκλημάτων που εμπίπτουν σε αυτή: η γενοκτονία (άρθρο 6), τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 7), τα εγκλήματα πολέμου (άρθρο 8) και το έγκλημα της επίθεσης (άρθρο 8 bis) (Global Rights Compliance, 2016).

Όσον αφορά τα χρονικά πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ratione temporis), όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 11 του ΚΡ, μπορούν να διωχθούν τα ανωτέρω εγκλήματα, εφόσον έχουν διαπραχθεί μετά την 1η Ιουλίου του 2002, οπότε και το ΚΡ τέθηκε σε ισχύ. Σε περίπτωση που ένα κράτος αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου μετά την εν λόγω ημερομηνία τότε καλύπτονται τα εγκλήματα που έχουν συμβεί κατόπιν της αποδοχής. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί η περίπτωση όπου το κράτος έχει κάνει ξεχωριστή δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 12(3). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 12(2), το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει δίωξη μόνο σε άτομα που διαπράττουν κάποιο έγκλημα στο έδαφος ενός κράτους μέλους ή είναι υπήκοοι του. 

Ωστόσο, το ΔΠΔ δρα συμπληρωματικά στην ποινική δικαιοδοσία των εθνικών συστημάτων, τα οποία έχουν προτεραιότητα ως προς τη δίωξη των εγκλημάτων. Επομένως, το ΔΠΔ ασκεί δίωξη εφόσον το αρμόδιο κράτος δεν επιθυμεί ή αδυνατεί να διεξάγει τις απαραίτητες έρευνες και διώξεις για την επιθυμητή απόδοση δικαιοσύνης (άρθρο 17). 

Έπειτα, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα των εγκλημάτων και το συμφέρον των θυμάτων, ο εισαγγελέας αποφασίζει εάν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για την εκκίνηση ερευνών και εάν η ανάκριση υπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (άρθρο 53). Αν ο Εισαγγελέας συμπεράνει ότι υπάρχει επαρκής βάση για να αρχίσει έρευνα, υποβάλει το ανάλογο αίτημα στο τμήμα προδικασίας (τα παραπάνω υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 15 του ΚΡ). 

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η εισαγγελέας προΐσταται του Γραφείου του Εισαγγελέα, ενός ανεξαρτήτου και ξεχωριστού οργάνου του ΔΠΔ (άρθρο 42). Από τις 15 Ιουνίου του 2012, η κα Fatou Bensouda είναι η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου και έχει τη δυνατότητα εκκίνησης προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρο 15(6)) ή αίτησης άδειας για την διεξαγωγή πλήρους έρευνας. Ειδικά για κράτη που δεν έχουν γίνει μέρη στη Σύμβασης της Ρώμης, αλλά με Δήλωση τους έχουν δεχθεί τη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι δυνατόν να εκκινήσει προδικασία (άρθρο 12).

Οι σχέσεις ΔΠΔ και Ουκρανίας διαχρονικά

Μεταξύ 1998 και 2002, η Ουκρανία παρακολούθησε και έλαβε συμμετοχή στη Διπλωματική Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. στη Ρώμη, στις 17 Ιουλίου 1998. Δύο χρόνια αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου του 2000, η Ουκρανία υπέγραψε το ΚΡ χωρίς την προβολή επιφυλάξεων (Jordash, Mykytenko, 2020, σελ.1).

Ωστόσο, το 2001, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το ΚΡ ως ασύμφωνο με το ουκρανικό Σύνταγμα. Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε ότι η αρχή της συμπληρωματικότητας  παραβίαζε το άρθρο 124 του Συντάγματος καθώς αδυνατούσε να σεβαστεί στην εθνική κυριαρχία της χώρας (1-35/2001). Επομένως, σύμφωνα με το μέρος 9 του Συντάγματος απαιτούνταν τροποποιήσεις στο τελευταίο, ώστε να επιτευχθεί η εφαρμογή του ΚΡ (DEMOCRACY REPORTING INTERNATIONAL, 2015).

Περισσότερες παροτρύνσεις για τη διασύνδεση της Ουκρανίας με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δόθηκαν από τη Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης μέσα από τα ψηφίσματα 1300/2002 και 1336/2003, όπου τα κράτη -συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας- καλούνταν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναγνώριση και υπαγωγή τους στο ΔΠΔ και επομένως για την πραγματοποίηση των απαραίτητων τροποποιήσεων στα εθνικά τους συντάγματα. Η ίδια θέση διατυπώθηκε ξανά μέσα από το ψήφισμα 1644/2009 για τη συνεργασία με το ΔΠΔ και την οικουμενικότητα του. 

Το 2005, οι προσπάθειες για την υπαγωγή της Ουκρανίας στο ΔΠΔ αναγνωρίστηκαν μέσα από σχετικό κοινό ανακοινωθέν της ΕΕ, όπου έγινε έκκληση για ενίσχυση της συνεργασίας και της διεθνούς δικαιοσύνης, αλλά και για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας με τη βοήθεια του ΔΠΔ. Σε αυτά τα πλαίσια, το Σχέδιο Δράσης  μεταξύ Ουκρανίας και ΕΕ τέθηκε σε ισχύ. Ένας από τους πέντε στόχους αυτού αναφερόταν επίσης στην υπογραφή και την επικύρωση της Συμφωνίας για τα Προνόμια και τις Ασυλίες του ΔΠΔ, στην οποία η χώρα προσχώρησε εν τέλει στις 29 Ιανουαρίου 2007. 

Ακόμη και το 2014, όταν έλαβαν χώρα οι αναταραχές στην πλατεία maidan, η Ουκρανία δεν είχε προχωρήσει σε επικύρωση του ΚΡ, και επομένως θεωρητικά η λογοδοσία για τις συναφείς πράξεις ή παραλείψεις δεν ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του ΔΠΔ. Αυτό άλλαξε όταν αρχικά, στις 25 Φεβρουαρίου του 2014, το Ουκρανικό Κοινοβούλιο υιοθέτησε την Διακήρυξη για την Αναγνώριση της Δικαιοδοσίας του ΔΠΔ. Στη θέση του έκπτωτου Προέδρου της χώρας, την εν λόγω πράξη υπέγραψε ο Turchynov, Πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος λειτούργησε εν προκειμένω ex officio ως “de facto Ηγέτης του Κράτους”. Η εν λόγω πράξη αναγνώρισης απεστάλη προς κοινοποίηση στο ΔΠΔ στις 6 Απριλίου 2014.

Κατόπιν αυτής της αναγνώρισης, στις 09 Απριλίου 2014, η Κυβέρνηση της Ουκρανίας κατέθεσε σχετική Δήλωση (Declaration) στην Γραμματεία του Δικαστηρίου πως αποδέχεται την εν λόγω δικαιοδοσία για πράξεις που έλαβαν χώρα κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (ήτοι 21 Νοεμβρίου 2013 – 22 Φεβρουαρίου 2014) εντός της επικράτειάς της. Συγκεκριμένα, η εν λόγω δήλωση, που έγινε συμφώνως με τις σχετικές προβλέψεις του Καταστατικού του ΔΠΔ (άρθρο 12(3)), ενημέρωνε ότι  «Η Ουκρανία αποδέχεται τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ για τους σκοπούς της αναγνώρισης, της δίωξης και της κρίσης των δραστών και των συνεργών πράξεων που έγιναν στο έδαφος της χώρας από τις 21 Νοεμβρίου έως και τις 22 Φεβρουαρίου του 2014». Σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, συμφωνήθηκε ότι οι δυνάμεις επιβολής της τάξης παρανόμως άσκησαν σωματική βία, ειδικά μέσα και όπλα κατά των συμμετεχόντων ειρηνικών διαδηλώσεων στο Κίεβο, αλλά και σε άλλες πόλεις υπό τις εντολές των ανωτέρων τους. (Maton, 2014).

Επιπροσθέτως, η δήλωση αναφέρει τα εγκλήματα που διεπράχθησαν στο έδαφος της Ουκρανίας και συμπεριλαμβάνει: τη δολοφονία 100 υπηκόων της, αλλά και τρίτων κρατών, τον τραυματισμό περισσοτέρων από 2,000 ατόμων, βασανισμούς πολιτών, απαγωγές και βίαιες εξαφανίσεις, την παράνομη στέρηση της ελευθερίας, την αναγκαστική μεταφορά ανθρώπων σε έρημες τοποθεσίες για τους σκοπούς δολοφονιών ή βασανιστηρίων και την αυθαίρετη φυλάκιση πολιτών Global Rights Compliance, 2016).

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, στις 24 Απριλίου 2014, η Εισαγγελέας του ΔΠΔ ξεκίνησε προκαταρκτική εξέταση επί του ζητήματος της κατάστασης στην Ουκρανία (preliminary examination  of the situation in Ukraine) προκειμένου να διαπιστώσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εκκίνηση επίσημης έρευνας (δικαιοδοσία, θέματα παραδεκτού, συμφέρον της δικαιοσύνης) για διαπίστωση τέλεσης πράξεων που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το ίδιο έτος μάλιστα, η Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ Ουκρανίας και ΕΕ που υπεγράφη στις 27 Ιουνίου του 2014, ενθάρρυνε για μια ακόμη φορά τη χώρα να εργαστεί προς την εφαρμογή και την επικύρωση του ΚΡ  (Julien, 2014).

Στις 16 Ιανουαρίου του 2015, 155 βουλευτές της Ουκρανίας υπέβαλαν σχέδιο νόμου για τη τροποποίηση του άρθρου 124 του Συντάγματος. Επίσης, στις 12 Νοεμβρίου του 2015, ο εισαγγελέας του ΔΠΔ δημοσίευσε έκθεση με τα πορίσματα των ερευνών. Πέντε χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 2020, ένα σχέδιο νόμου περί αλλαγών σε ορισμένες νομοθετικές πράξεις για την Ενίσχυση του Διεθνούς Ποινικού και Ανθρωπιστικού Δικαίου υιοθετήθηκε από την Ουκρανική Βουλή. Εάν και η εν λόγω νομοθετική πράξη σε συνδυασμό με τη δημιουργία μονάδας για την εξέταση των εγκλημάτων πολέμου, αναπτέρωσε το ηθικό των οικογενειών των θυμάτων και έδωσε μια νέα υπόσχεση για τον παραδειγματισμό των υπαιτίων, ως σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος σε εθνικό επίπεδο.

Τα παραπάνω οδηγούν πολλούς στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση του ΔΠΔ είναι η καταλληλότερη απόφαση για την απονομή δικαιοσύνης: Την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου του 2020, η Γενική Εισαγγελέας του ΔΠΔ κα. Bensouda, ανακοίνωσε πως έχει ολοκληρώσει την προκαταρκτική εξέταση για την Ουκρανία και θα αναζητούσε άδεια για μια πλήρη έρευνα για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (Wayne, Anna M., 2020). Σε απάντηση, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, κ. Dmytro Kubela χαρακτήρισε την εν λόγω απόφαση ως «ιστορική» (Amnesty International, 2020).

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναγνώρισε τρεις κατηγορίες εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί στην Ουκρανία: τα εγκλήματα στο πλαίσιο εχθροπραξιών, τα εγκλήματα κατά τη διάρκεια των κρατήσεων και τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα στην Κριμαία (Reuters, 2020).

Η Ουκρανία αποτελεί μια χώρα που – ειδικά κατά τη σύγχρονη ιστορία της, αλλά και παλαιότερα – έχει υποστεί σημαντικές πολιτικές ή και ένοπλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της, γι’αυτό και αξίζει να σημειωθεί ότι τα γεγονότα του Euromaidan αποτελούσαν μόνο την αρχή ενός εξαιρετικά αιματηρού κύκλου, καθώς ακολούθησε η ρωσική εισβολή και προσάρτηση της Κριμαίας που σημάδεψαν οριστικά τον Ουκρανικό λαό. Συνεπώς, η εκκίνηση ερευνών από το ΔΠΔ αποτελεί μια νέα αφετηρία για τους λόγους που αναλύονται παρακάτω:

 Αρχικά, σε περίπτωση που οι έρευνες φέρουν καρπούς, θα δικαιωθούν οι οικογένειες των θυμάτων του Euromaidan, αλλά και των θυμάτων της ρωσικής εισβολής. Η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας και πρέπει να διασφαλίζεται και να προστατεύεται κυρίως για κοινωνικούς λόγους. Οι πολίτες αποτελούν μέρη μιας κοινωνίας στην οποία προσφέρουν, αλλά και αναζητούν ως αντάλλαγμα την ασφάλεια. Συνεπώς, ένας λαός που χάνει την πίστη του στη δικαιοσύνη και στο κράτος του, είναι επιρρεπής στην εγκληματικότητα, τις εξεγέρσεις και την απελπισία.

Δεύτερον, η δίωξη των υπαίτιων αξιωματούχων θα αποτελέσει ένα σημαντικό χτύπημα στην ατιμωρησία, η καταπολέμηση της οποίας θα πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί κύριο μέλημα της διεθνούς κοινότητας. Η δε διάδοση του μηνύματος πως όλοι οι εγκληματίες ανεξαρτήτως της θέσης που κατέχουν είναι ίσοι ενώπιον του νόμου θα συμβάλλει στην αποφυγή περιστατικών κατάχρησης εξουσίας.

Επιπλέον, η εκκίνηση μιας τέτοιας έρευνας αποσκοπεί στη διαλεύκανση μιας ιδιαίτερα μπερδεμένης και μαύρης σελίδας της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.  Η αναζήτηση της αλήθειας και η απονομή ευθυνών σε συνδυασμό με τη βοήθεια τρίτων κρατών και οργανώσεων, αφενός ενισχύει τη διεθνή συνεργασία και την παγκόσμια αλληλεγγύη και αφετέρου δίνει απαντήσεις σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά των συμβάντων στην Ουκρανία. 

Τέλος, όπως είναι γνωστό, η Ρωσία αποχώρησε από το ΔΠΔ το 2016 ενώ κράτη, όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, δεν αποτελούν μέλη του. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η αποχή των παραπάνω ισχυρών κρατών από το Δικαστήριο, αλλά η απόσυρση της εμπιστοσύνης τους και της έμπρακτης υποστήριξής τους προς αυτό και κυρίως προς το θεσμό της διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης που αυτό κατ’ εξοχήν πρεσβεύει. Οι ΗΠΑ, ήδη από τη κυβέρνηση Μπους του νεότερου, είχε υιοθετήσει μια αυστηρή ρητορική κατά του Δικαστηρίου που κορυφώθηκε κατόπιν της επιθυμίας του τελευταίου να προχωρήσει στην πραγματοποίηση ερευνών για τα εγκλήματα στο Αφγανιστάν και έφερε αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος μελών του. Η εν λόγω αρνητική προσέγγιση κορυφώθηκε στο πλαίσιο της απελθούσας Διακυβέρνησης Τράμπ, ερχόμενη να συμπληρωθεί από την κριτική που προέρχεται από Αφρικανικές χώρες σε σχέση με την ιδιαίτερη εστίαση των υποθέσεων του Πινακίου του σε χώρες της Αφρικανικής Ηπείρου. Πολλοί υποστηρίζουν, λοιπόν, ότι το Δικαστήριο έχει χάσει σημαντικό μέρος της διεθνούς στήριξης και της αξιοπιστίας του (Busol, 2020). Έτσι, η επιτυχία της έρευνας θα μπορούσε να ενισχύσει επιπλέον και το γόητρο του Δικαστηρίου.

Βιβλιογραφία

Επιστημονικά κείμενα

[1] Andrzej S. (2014). ‘The European Union and the “Euromaidan” in Ukraine’.8th General Conference of the European Consortium for Political Research, University of Glasgow Available here.

[2] Dabrowski M., Domínguez-Jiménez M. & Zachmann G. (2020) ‘Six years after Ukraine’s Euromaidan: reforms and challenges ahead’. Bruegel. Available here. 

[3] Gorbunova Y. (2019). ‘Ukraine’s Maidan Victims Still Await Justice’. Human Rights Watch. Available here. 

[4] Pishchikova Κ. &OgryzkoΟ. (2014) ‘Civic awakening: The impact of Euromaidan on Ukraine’s politics and society’. FRIDE. Available here.

[5] Shveda Y. & Ho Park J. (2016). ‘Ukraine’s revolution of dignity: The dynamics of Euromaidan’. Journal of Eurasian Studies, Vol. 7.pp. 85-91 Available here.  

Αρθρογραφία/Ειδησεογραφία

[1] Busol K. (2020). ‘ICC’s Influence Can Be Strengthened by Ukraine’s Case’. GHATHAM HOUSE. Available here. 

[2] Datskevych N. (2020). ‘International Criminal Court prosecutor calls for investigation of war crimes in Ukraine’. Kyiv Post. Available here. 

[3] Kurkov A. (2014). ‘Ukraine’s revolution: Making sense of a year of chaos’. BBC NEWS. Available here.

[4] REUTERS (2020). ‘ICC prosecutor seeks investigation into Ukraine war crimes –statement’. Available here.

[5] Stecklow S.& Akymenko O. (2014). ‘Special Report: Flaws found in Ukraine’s probe of Maidan massacre’. REUTERS. Available here. 

[6]Stelmakh I. &Balmforth T. (2014).‘Ukraine’s Maidan protests – one year on’. The Guardian. Available here.

Νομικά κείμενα/ Εκθέσεις/ Συμβάσεις

[1] Amnesty International (2020). Ukraine: ICC investigation a crucial element for comprehensive international justice. Available here.

[2] ASSER  INSTITUTE .International Crimes in Ukraine.Available here.

[3] Coalition for the International Criminal Court. Ukraine.Available here.

[4] DEMOCRACY REPORTING INTERNATIONAL. (2015). Briefing Paper 60: Ukraine and the ICC — A Constitutional Matter. Available here. 

[5] Encyclopedia Britannica, The Maidan protest movement. Available here. 

[6] Global Rights Compliance. (2016) Ukraine and the International Criminal Court.  Available here. 

[7] International Criminal Court, Preliminary Examination -Ukraine. Available here.

[8] International Criminal Court, Statement of the Prosecutor, Fatou Bensouda, on the conclusion of the preliminary examination in the situation in Ukraine. Available here.

[9] International Criminal Court, Report on Preliminary Examination Activities (2018). Available here. 

[10] International Criminal Court, Report on Preliminary Examination Activities (2017). Available here.

[11] International Criminal Court, Report on Preliminary Examination Activities (2016). Available here. 

[12] International Criminal Court, Report on Preliminary Examination Activities (2015). Available here. 

[13] Jordash W. & Mykytenko A. (2020) ‘International Criminal Court is no panacea for Ukraine’. Atlantic Council.Available here.

[14] Maton J. (2014). ‘Ukraine Accepts ICC jurisdiction over Alleged Crimes Committed between November 2013 and February 2014’.iLawyer. Available here. 

[15] Parliamentarians for Global Action. Ukraine- Campaign for the Rome Statute of the ICC.Available here. [16] Rome Statute of the International Criminal Court (1998). Available here.


Απάντηση