Η Ευρωπαϊκή Εξωτερική Δράση στο πλαίσιο της Διάσκεψης του Βερολίνου του 2020 για την Λιβύη

του Θανάση Κωστόπουλου, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Προλεγόμενα: η προσαρμογή της ΕΕ στα δεδομένα ασφαλείας της μετα-ψυχροπολεμικής περιόδου

Το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, που ακολούθησε τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μπορεί να οδήγησε στην εξάλειψη των εκτεταμένων ιδεολογικών συγκρούσεων μεταξύ των παγκόσμιων πόλων εξουσίας, μέσω της μετάβασης σε ένα νέο περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής και κοινωνικής αλληλεξάρτησης, προκάλεσε όμως και ταυτόχρονο κατακερματισμό των πολιτικών κέντρων, δημιουργώντας νέες μορφές δυνητικών απειλών (λ.χ. περιφερειακές συγκρούσεις, περιβαλλοντική υποβάθμιση και διασπορά των όπλων μαζικής καταστροφής), οι οποίες υποσκέλισαν την νεορεαλιστική ατζέντα κρατοκεντρικής ασφάλειας, θέτοντας στο επίκεντρο άλλα υποκείμενα (Baylis, 2013, 334-337). 

Η Ε.Ε, ως ένα, παγκόσμιας εμβέλειας, οικονομικό και πολιτικό οικοδόμημα που ερείδεται στην συνεργασία 27 κρατών μελών σε τομείς δημόσιας πολιτικής, με χαρακτηριστικότερη την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, προσπαθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες να αναπτύξει μία αυτόνομη εξωτερική πολιτική για την προάσπιση του κεκτημένου χώρου διασυνοριακής εμπορικής και παραγωγικής δραστηριότητας, από περιφερειακές απειλές (Σιούσιουρας & Δαλακλής, 2016, 265). Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πασσά (2007, 345-347) παρά την αδιαμφισβήτητη παγκόσμια εμπορική ισχύ της, η  Ε.Ε. δεν έχει κατορθώσει να αποκτήσει μία συγκροτημένη διεθνή δράση, παρά μόνο περιορισμένη επιρροή σε επίπεδο αξιών και προτύπων πολιτικής, ιδιαίτερα στην περιφέρειά της, γεγονός το οποίο αποδίδεται στην άσκηση μιας sui generis διακυβερνητικής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, χωρίς να έχει, ωστόσο, σαφή θεσμική προοπτική απόκτησης μιας «διεθνούς ταυτότητας δράσης». Υπό διαφορετικούς όρους, ο Υφαντής (2007, 380-381) διατείνεται πως ο διάλογος της διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής στις αρχές του 1990 κινήθηκε στα πλαίσια της δυνητικής αντικατάστασης του ΝΑΤΟ, μετά την εξάλειψη του «εχθρού», ήτοι του Συμφώνου της Βαρσοβίας, γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε, καθώς το ΝΑΤΟ παρέμεινε ο βασικός πάροχος ασφάλειας στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, όπως αποδεικνύει η ένταξη των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Έτσι η ευρωπαϊκή προσπάθεια στον τομέα της ασφάλειας παρέμεινε «στη σκιά» της διατλαντικής συνεργασίας και της αδιαμφισβήτητης παρουσίας του ΝΑΤΟ. 

Σε επίπεδο θεσμών, το πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) υιοθετήθηκε ως ο «δεύτερος πυλώνας» του ενιαίου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. που εισήγαγε η Συνθήκη του Maastricht, το 1991 (Τσαρδανίδης, 2016, 239). Η τελική μορφή της ΚΕΠΠΑ αποτυπώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση των Συνθηκών (2009), στην Λισαβόνα, με την οποία αναγνωρίστηκε στην Ένωση διεθνής προσωπικότητα, καταργώντας το σύστημα των πυλώνων (Τσαρδανίδης, 2016, 244-245). Οι στόχοι της ΚΕΠΠΑ συνοψίζονται στην διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της συνεργασίας, με την χάραξη της πολιτικής της να ανατίθεται στο ανώτατο διακυβερνητικό όργανο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει ομόφωνα τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής. Η υλοποίηση της τελευταίας αποτελεί καθήκον του Συμβουλίου των Υπουργών Εξωτερικών, του Ύπατου Εκπροσώπου της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας με την συνδρομή της Ευρωπαϊκής Διπλωματικής Υπηρεσίας (European External Action Service) (Τσαρδανίδης, 2016, 245-248). 

To Συμβούλιο του Ελσίνκι του 1999 είχε ήδη αποδώσει στην τότε ΕΟΚ, την στρατιωτική ευκαιρία, για την εφαρμογή των προβλέψεων της ΚΕΠΠΑ αναφορικά με την αντιμετώπιση και πρόληψη περιφερειακών κρίσεων στο γράμμα του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, μέσα από την συγκρότηση της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ) (Τσαρδανίδης, 2016, σ.243). H ΚΠΑΑ βασίζεται στις διατάξεις 42-46 της Συνθήκης για την Ε.Ε. (ΣΕΕ) και την κύρια ευθύνη για την λήψη των αποφάσεων και την παρακολούθηση των πολιτικών εκ μέρους του Συμβουλίου, έχει η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (Political and Security Committee), η οποία αποτελείται από ανώτατου επιπέδου αντιπροσώπους των κρατών-μελών και ελέγχει τα πεπραγμένα της Ε.Ε. στους τομείς που επαφίενται στην ΚΠΑΑ (Τσαρδανίδης, 2016, 248). 

Σε επίπεδο ιστορικής πρακτικής, η θεσμική αυτή ατζέντα έλαβε υπόσταση στην πρώτη αμιγώς ευρωπαϊκή επιχείρηση EUFOR ALTHEA στην Βοσνία, καθώς και στην μεταγενέστερη ναυτική επιχείρηση EUNAVFOR ATALANTA στην Σομαλία. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την πρώτη, το ψήφισμα 1575 του ΣΑ των ΗΕ του της 22/11/2004 εξουσιοδότησε τα κράτη μέλη της Ε.Ε. να σχηματίσουν μία πολυεθνική δύναμη (EUFOR) ως νόμιμο διάδοχο του έργου της νατοϊκής SFOR, πάνω στην εφαρμογή της Συμφωνίας του Dayton του 1994 για την σταθερότητα και την ειρήνη μεταξύ Σέρβων και Κροατοβόσνιων. Παρά την ομοιότητα της ευρωπαϊκής  επιχείρησης Althea με την νατοϊκή προκάτοχό της, γεγονός που επιβεβαιώνει την ήδη εμπεδωμένη, στρατηγικά συνεργατική σχέση της ΚΠΑΑ με το NATO στην διαχείριση κρίσεων (Υφαντής, 2007, 391), η Ε.Ε. δεν φάνηκε να απεμπολεί τους γεωπολιτικούς της στόχους στην Βοσνία, καθώς ήδη από το 2003, με την Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης είχε συνδέσει την τύχη των Δυτικών Βαλκανίων με την ενταξιακή τους πορεία μέσα από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Συνεργασίας (Stabilization and Association Agreement (SAA)). Στην περίπτωση της Βοσνίας, το SSA μεταφράστηκε στην ευρωπαϊκή αρωγή για μεταρρύθμιση των βοσνιακών θεσμών σε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ασφάλειας, με απώτερο στόχο την δημιουργία μιας σταθερής πολυεθνικής Βοσνίας που θα εντασσόταν προοδευτικά στο περιφερειακό της περιβάλλον και σε ενταξιακή τροχιά. Τέλος, αναφορικά με την ασφάλεια της χώρας, η EUFOR αναθεώρησε τους πρωταρχικούς τους στόχους το 2012, χωρίς να ανατρέπει συνολικά το προϋπάρχον πλαίσιο, εστιάζοντας στην οικοδόμηση της ικανότητας των Ενόπλων Δυνάμεων της Βοσνίας Ερζεγοβίνης (Capacity Building and Training) να δρουν ως αξιόπιστος πάροχος ασφάλειας.

Από την άλλη πλευρά, η EUNAVFOR ATALANTA αποτέλεσε την πρώτη αμιγώς ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση με στόχο πρωτίστως την ανεμπόδιστη πρόσβαση στην Σομαλία των πλοίων του World Food Program και της African Union Mission in Somalia (AMISOM), τα οποία μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια και έχουν γίνει στόχος των σομαλών πειρατών και την παράλληλη προστασία των διεθνών εμπορικών οδών στην στρατηγικής σημασίας υποπεριφέρεια του Κόλπου του Άντεν, ο οποίος συνδέει την Ευρώπη μέσω της Διώρυγας του Σουέζ με τις θαλάσσιες οδούς στον Δυτικό Ινδικό Ωκεανό και με τον πολύτιμο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, Περσικό Κόλπο (Σιούσιουρας & Δαλακλής, 2016, 281-282). Η EUNAVFOR ATALANTA, της οποίας οι περιγραφόμενοι στόχοι φανερώνουν την κατεύθυνση των ευρωπαϊκών γεωπολιτικών συμφερόντων στην περιοχή του Κέρατος της Αφρικής (EU Integrated Approach against piracy in the Horn of Africa), ιδρύθηκε το 2008 υπό την ΚΠΑΑ, με νομικό έρεισμα την απόφαση για κοινή δράση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, EU Council Joint Action 851/10-11-2008, η οποία βασίστηκε στα Ψηφίσματα του ΣΑ του ΟΗΕ του 2008 (κατόπιν πρόσκλησης από την Μεταβατική Κυβέρνηση της Σομαλίας): 1814, 1816, 1838, 1846, τα οποία καλούσαν την διεθνή κοινότητα σε καταπολέμηση της πειρατείας στα ανοιχτά της Σομαλίας μέσω της ανάπτυξης ναυτικών δυνάμεων και στρατιωτικών αεροσκαφών, για την αποτροπή, την σύλληψη και την κράτηση των υπόπτων για πειρατεία σκαφών και των πληρωμάτων τους (Σιούσιουρας & Δαλακλής, 2016, 283-286). Επιπλέον, η EUNAVFOR ATALANTA συνδυάζεται με την επιχείρηση EUTM Somalia, η οποία στοχεύει στην ανάπτυξη των ναυτικών της δυνατοτήτων και την εκπαίδευση των Σομαλικών Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων (Somali National Armed Forces) και την EUCAP Somalia η οποία έχει ως σκοπό την ανάπτυξη των ικανοτήτων της Σομαλίας στον τομέα της εφαρμογής του νόμου στις θαλάσσιες δραστηριότητες. Τέλος, σε θεσμικό επίπεδο, ο πολιτικός έλεγχος και ο στρατηγικός σχεδιασμός της  EUNAVFOR ATALANTA, όπως και στην περίπτωση της EUFOR Althea, ασκείται από την διακυβερνητική Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας, ενώ την παρακολούθηση της εκτέλεσης των επιχειρήσεων έχει η Στρατιωτική Επιτροπή της Ε.Ε. (EU Military Committee).

Το υπόβαθρο της σύγκρουσης και οι αποφάσεις της Διάσκεψης του Βερολίνου για την Λιβύη

i. Η κατάσταση στη Λιβύη

Στις 17 Δεκεμβρίου του 2017 ο ισχυρός άνδρας της Ανατολικής Λιβύης, ο στρατηγός του «Λιβυκού Εθνικού Στρατού» (Libyan National Army/LNA) Khalifa Haftar, κήρυξε άκυρη την Λιβυκή Πολιτική Συμφωνία που το 2015 είχε δημιουργήσει την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (Government of National Accord/GNA) στην πρωτεύουσα Τρίπολη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (Megerisi, 2020, 6-8). Τον Απρίλιο του 2019 τα στρατεύματα του LNA, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Haftar επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στην Τρίπολη, προκειμένου να ανατρέψουν την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του Προέδρου Sarraj, με την αρωγή της Αιγύπτου, της Ρωσίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) (στρατιωτικός εξοπλισμός) και της Γαλλίας (πολιτική-διπλωματική υποστήριξη) (Lacher, 2020). Το αποτέλεσμα της μάχης φαινόταν προδιαγεγραμμένο, όμως τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, η τουρκική κυβέρνηση επανέφερε την στρατιωτική της υποστήριξη στον Πρόεδρο Saraj, έχοντας κατορθώσει να αποσπάσει από την κυβέρνηση της Τρίπολης, το ευνοϊκό για την Άγκυρα, «Μνημόνιο Κατανόησης για την οριοθέτηση των ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην Μεσόγειο μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας». Έτσι, τον Μάρτιο του 2019 η τροπή του πολέμου είχε μεταβληθεί, μετά την απώθηση των δυνάμεων του LNA και την ανακατάληψη καίριων θέσεων στην Δυτική Λιβύη (Τριπολιτανία) από τις δυνάμεις του Προέδρου Saraj, με την βοήθεια της Τουρκίας και του Κατάρ (Megerisi, 2020, 6-8). Η αρχική υποστήριξη της Γαλλίας προς τον αρχηγό του LNA, Haftar, καθώς και η απροθυμία πολλών κρατών-μελών της Ε.Ε. να εμπλακούν στον λιβυκό εμφύλιο υπέρ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, ερχόμενα αντιμέτωπα με την Ρωσία, την Αίγυπτο και τα ΗΑΕ, είχε αφήσει ένα πολιτικό κενό στην διαχείριση της κρίσης, το οποίο έσπευσαν να εκμεταλλευτούν, τρίτα κράτη (Lacher, 2020). 

Η αποτυχία κατάληψης της εξουσίας από τον LNA του στρατηγού Haftar τον Απρίλιο του 2019 και η επακόλουθη αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάγκασαν την Ε.Ε. να δράσει προκειμένου να διαφυλάξει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην Λιβύη, απομακρύνοντας τόσο την ρωσική επιρροή, όσο και την στρατιωτική εξάρτηση της κυβέρνησης Saraj από την Τουρκία (Lacher, 2020). Η προσωρινή εκεχειρία που κηρύχθηκε στην Μόσχα, στις 12 Ιανουαρίου 2020, πυροδότησε τις εξελίξεις (Megerisi, 2020, 7), με την διοργάνωση διεθνούς διάσκεψης στο Βερολίνο, την 19η Ιανουαρίου, η οποία αποτέλεσε το επόμενο βήμα στην διαδικασία διαβούλευσης που είχε ξεκινήσει ήδη από τις 29/7/2019 με πρόταση του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ Salamé στο ΣΑ και την συνεχή διπλωματική υποστήριξη της Γερμανίας.

ii. Τα συμπεράσματα του Συνεδρίου αναφορικά με το εμπάργκο όπλων και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Λιβύη

Στο συνέδριο της 19ης Ιανουαρίου 2020 συμμετείχαν κατόπιν πρόσκλησης της Καγκελαρίου Μέρκελ, οι κυβερνήσεις όλων των εμπλεκομένων και γειτονικών στη Λιβύη κρατών, της Κίνας, της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΑΕ, των ΗΠΑ, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, της Αλγερίας και της Ιταλίας, καθώς και υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι του ΟΗΕ και  περιφερειακών οργανισμών, στους οποίους συμμετέχει η Λιβύη, όπως ο Αραβικός Σύνδεσμος και η Αφρικανική Ένωση. Τα συμπεράσματα της Διάσκεψης επιβεβαίωσαν την επιλογή να υποστηριχθεί η σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Λιβύης και την πεποίθηση πως μόνο μια γνήσια λιβυκή πολιτική διαδικασία θα τερμάτιζε την κρίση και θα έφερνε διαρκή ειρήνη στην χώρα (παρ.3). Ακόμη, αναγνωρίστηκε ο κεντρικός ρόλος του ΟΗΕ, μέσω του ειδικού απεσταλμένου Salamé και της επιχείρησης «United Nations Support Mission to Libya (UNSMIL)» (παρ.8), η οποία κλήθηκε να δημιουργήσει μια νέα συναινετική πολιτική συμφωνία, επί τη βάσει της Πολιτικής Συμφωνίας του 2015 (UNSC Resolution/Ψήφισμα Συμβουλίου Ασφαλείας 2259), με την ενεργή συμμετοχή των περιφερειακών οργανισμών και των γειτονικών χωρών (παρ.7). 

Στο επίπεδο της ασφάλειας, η Διάσκεψη υπογράμμισε το γεγονός ότι η μαζική εισροή μη-καταγεγραμμένων όπλων στην Λιβύη αποτελεί απειλή για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, καθώς καλλιεργεί ένα πρόσφορο έδαφος για τη δράση των τρομοκρατικών οργανώσεων Ισλαμικό Κράτος και Al- Qaeda, ενώ υπονομεύει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα (παρ.4). Αναφορικά με το εμπάργκο όπλων, τα συμπεράσματα της Διάσκεψης προβλέπουν την εφαρμογή του Ψηφίσματος 1970 (2011) και όλων των επόμενων Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (παρ.18), καλώντας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να εφαρμόσουν τις υιοθετηθείσες από το ΣΑ κυρώσεις, απέχοντας από την άμεση υλική και τεχνική ενίσχυση των αντιμαχόμενων πλευρών (παρ.19), ενώ αναγνωρίζει και στον τομέα ελέγχου εφαρμογής του εμπάργκο, πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επιτροπή του Ψηφίσματος ΣΑ 1970 (2011) και στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του Ψηφίσματος ΣΑ 1973 (2011) (παρ.22).

Αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα συμπεράσματα καλούν τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές (GNA-Saraj – LNA-Haftar) να σεβαστούν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και να προστατέψουν τους άμαχους πληθυσμούς (περιλαμβάνοντας τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τους κρατούμενους), τις δομές τους και την πρόσβασή τους σε ανθρωπιστική βοήθεια, συνεργαζόμενες με τα όργανα της αποστολής των ΗΕ, UNSMIL (παρ.44). Επιπλέον, οι παράγραφοι 46 και 50 των συμπερασμάτων προτρέπουν τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές να σταματήσουν τις αυθαίρετες συλλήψεις και να κλείσουν τα κέντρα κράτησης για τους αιτούντες άσυλο, μεταρρυθμίζοντας το λιβυκό νομικό πλαίσιο για την μετανάστευση προς την κατεύθυνση του διεθνούς δικαίου, ενθαρρύνοντας, παράλληλα, την συνολική αναδιοργάνωση των μεταβατικών δικαστικών αρχών στην βάση των διεθνών προτύπων αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (όπως είναι το δικαίωμα σε δίκη).

Η αποτύπωση της Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Δράσης μέσα από την επιχείρηση «EUNAVFOR MED IRINI» στη Λιβύη 

Οι ακροτελεύτιες παράγραφοι των συμπερασμάτων της Διάσκεψης του Βερολίνου ορίζουν τον τρόπο υλοποίησης των μέτρων που συμφωνήθηκαν υπό τον όρο Διαδικασία του Βερολίνου. Πιο συγκεκριμένα, η παράγραφος 53 ξεκαθαρίζει την σημασία της μετατροπής των δεσμεύσεων σε πράξη, μέσω της διασαφήνισης των ρόλων και των ευθυνών των συμμετεχόντων μερών, όσο και άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. που επιθυμούν να δράσουν. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η Ευρωπαία Επίτροπος U. Von der Leyen και ο Ύπατος Εκπρόσωπος Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. J. Borell, με δηλώσεις τους χαιρέτισαν την συνομολόγηση των 55 συμπερασμάτων της Διάσκεψης του Βερολίνου και δεσμεύτηκαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ε.Ε. στην επίβλεψη της εκεχειρίας και του εμπάργκο όπλων. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Michel, από την πλευρά του, προέβη σε παρόμοιες δηλώσεις, ξεκαθαρίζοντας την ενεργή συμμετοχή της Ε.Ε. στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων, καθώς αυτή αποτελεί τον βασικότερο οικονομικό και ιστορικό εταίρο της Λιβύης. Υπό πραγματικούς όρους εφαρμογής των μέτρων, το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (Foreign Affairs Council of the European Union) αποφάσισε στις 17/2/2020 την έναρξη μιας νέας επιχείρησης στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) (Common Security and Defence Policy), με το κωδικό όνομα EUNAVFOR MED IRINI, προς αντικατάσταση της ισχύουσας από το 2015, EUNAVFOR MED operation SOPHIA. 

Στο επιχειρησιακό επίπεδο,η αποστολή IRINI απέβλεπε, σε αντίθεση με την προγενέστερη αποστολή SOPHIA, η οποία στόχευε στον εντοπισμό και την σύλληψη σκαφών εγκληματικών δικτύων διακίνησης ανθρώπων,  στην εφαρμογή του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη, σύμφωνα με τα Ψηφίσματα του ΣΑ (UNSCR) 1970 (2011), 2292 (2016) and 2473 (2019), με την χρήση τόσο εναέριων όσο και ναυτικών και δορυφορικών μέσων. Στα ιδιαίτερα καθήκοντα της αποστολής εμπίπτει ο έλεγχος για μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού από διερχόμενα πλοία στην ανοικτή θάλασσα, προ της λιβυκής ακτογραμμής, με παράλληλη καταγραφή τυχόν παραβιάσεων, μέσω των χερσαίων συνόρων και του εναέριου χώρου της Λιβύης. Επίσης, ως δευτερεύων στόχος της αποστολής καθίσταται η παρακώλυση της παράνομης διακίνησης και εμπορίας προσφύγων και μεταναστών, μέσω θαλάσσιων περιπολιών και συγκέντρωσης πληροφοριών. Τέλος, η επιχείρηση εγκαινιάστηκε στις 31/3/2020, αντικαθιστώντας μόνιμα την επιχείρηση SOPHIA, με εντολή διάρκειας ενός έτους (με δυνατότητα επέκτασης) και υπό την αυστηρή επιτήρηση και έλεγχο των κρατών μελών, μέσω της Πολιτικής Επιτροπής Ασφαλείας (Political and Security Committee), στα πλαίσια της ΚΠΑΑ. 

Αποτίμηση

Η δυναμική διπλωματική εμπλοκή της Γερμανίας στις διαβουλεύσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2019, υπό την αιγίδα του ειδικού απεσταλμένου Salamé του ΟΗΕ για την Λιβύη φάνηκε πως πέτυχε σε πρώτο πλάνο, μέσω της Διάσκεψης του Βερολίνου, τόσο την διεθνοποίηση του λιβυκού ζητήματος και την εξεύρεση λύσεων με όρους διεθνούς δικαίου όσο και την εξεύρεση συναινετικών προτάσεων που εκφράστηκαν στα συμπεράσματα της Διάσκεψης. Τα τελευταία αποτέλεσαν το βασικό στοιχείο για την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής δράσης μέσω της ΚΠΑΑ, όπως προκύπτει από την προσήλωση της EUNAVOR MED IRINI στην Διαδικασία του Βερολίνου (βλ. εμπάργκο όπλων, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), όσο και στο προηγούμενο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε Σομαλία και Βοσνία (βλ. ανάγκη για πολιτικές μεταρρυθμίσεις στην Λιβύη). 

Ωστόσο, η  κριτική που έχει ασκηθεί στην IRINI, αφορά κυρίως τη βιωσιμότητά της, καθώς αυτή πρέπει να ανανεώνεται ως αποστολή, σύμφωνα με την ΚΠΑΑ, ομόφωνα, ανά τέσσερις μήνες, από την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (Political and Security Committee). Αυτό το γεγονός δίνει την ευκαιρία στα κράτη μέλη να εκφράζουν δυναμικά την αντίθεσή τους, όπως στην περίπτωση της Μάλτας που απέσυρε τα πληρώματά της στις 8/5/2020, δύο μέρες μετά την επίσημη έναρξη της επιχείρησης, λόγω διαφωνίας επί της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών (Pietz, 2020). Σε τελική ανάλυση, η ευρωπαϊκή μεσολάβηση στην εφαρμογή του εμπάργκο κινδυνεύει να καταστεί κενό γράμμα, καθώς καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές (και τους συμμάχους τους) δεν φαίνεται διατεθειμένη να εφαρμοστεί καθολικός έλεγχος των συνόρων της χώρας, γεγονός που επιδεινώνεται και από το περιοριστικό πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. για έλεγχο μόνο επί του θαλασσίου διαδρόμου της Λιβύης, με την υποχρέωση έκδοσης άδειας από τις λιβυκές αρχές για τον συνολικό έλεγχο τον συνόρων της χώρας (Bertolotti, 2020).

Βιβλιογραφία

Υφαντής, Κ. (2007). Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, στο Ν. Μαραβέγιας & Μ. Τσινισιζέλης (Eds.), Νέα Ευρωπαϊκή Ένωση: Οργάνωση και Πολιτικές: 50 χρόνια. Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πασσάς, Α. (2007). Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Ν. Μαραβέγιας & Μ. Τσινισιζέλης (επιμ.), Νέα Ευρωπαϊκή Ένωση: Οργάνωση και πολιτικές: 50 χρόνια. Εκδόσεις Θεμέλιο.

Τσαρδανίδης, Χ. (2016). Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), στο Ν. Μαραβέγιας (επιμ.), Ευρωπαϊκή Ένωση – Δημιουργία, εξέλιξη, προοπτικές (1η εκδ.). Εκδόσεις Κριτική Α.Ε.

Σιούσιουρας, Π., & Δαλακλής, Δ. (2016). Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας: Η περίπτωση της Επιχείρησης «ATALANTA», στο Ν. Μαραβέγιας (επιμ.), Ευρωπαϊκή Ένωση – Δημιουργία, εξέλιξη, προοπτικές (1η εκδ.). Εκδόσεις Κριτική Α.Ε.

Baylis, J. (2013). Διεθνής και Παγκόσμια Ασφάλεια, στο J. Baylis, S. Smith, & P. Owens (επιμ.), Η Παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής: μια εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις (3η εκδ.). Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ Α.Ε.

Bertolotti, C. (2020). EUNAVFORMED “Irini” operation: constraints and two critical issues. Start Insight. Διαθέσιμο εδώ

Lacher, W. (2020). The great carve-up: Libya’s internationalised conflicts after Tripoli. Stiftung Wissenschaft und Politik -SWP- Deutsches Institut für Internationale Politik und Sicherheit. doi:10.18449/2020C25

Megerisi, T. (2020). Geostrategic Dimensions of Libya’s Civil War. Africa Center for Strategic Studies. doi:10.2307/resrep24408

Pietz, T. (2020). Operation Irini is wrong, for Libya and for sea rescues. Euobserver. Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση