Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης

από τον Νίκο Ζίνγκο, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με την υιοθέτηση της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/JHA το 2002 (Council Framework Decision 2002), η ΕΕ προέβη σε ένα βαρυσήμαντο βήμα για την ενίσχυση της ενωσιακής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, καθώς μέσω αυτής κατοχυρώθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής ΕΕΣ). Αυτός ο νέος θεσμός συνιστά «δικαστική απόφαση που εκδίδεται από μία δικαστική αρχή ενός κράτους μέλους της ΕΕ με στόχο τη σύλληψη και παράδοση εκζητουμένων προσώπων από ένα κράτος μέλος, προς το σκοπό της άσκησης ποινικής δίωξης ή της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας». Η σπουδαιότητα του ΕΕΣ έγκειται στο γεγονός ότι υπερβαίνει τη λογική του παραδοσιακού δικαίου της έκδοσης, καθώς αίρει τις πολιτικές σκοπιμότητες, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η τελευταία, ενώ παράλληλα θέτει ως ακρογωνιαίο λίθο για την εφαρμογή του την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων των κρατών-μελών της ΕΕ, με σκοπό την οριζόντια συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών τους και την ελεύθερη διακίνηση των δικαστικών αποφάσεων εντός ενός «χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» (ΧΕΑΔ) (Fichera M., 2008, p, 73-74).

Η παρούσα ανάλυση στοχεύει να παρουσιάσει εν συντομία το ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην υιοθέτηση του ΕΕΣ, να παραθέσει κάποια βασικά γνωρίσματα αυτού του θεσμού, καθώς και να αναφερθεί σε ορισμένα προβλήματα που προκύπτουν ως προς την εφαρμογή του λόγω της πρακτικής ορισμένων κρατών-μελών της ΕΕ και της έλλειψης αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΥΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Πριν την κατοχύρωση του ΕΕΣ, είχαν προηγηθεί προσπάθειες ενίσχυσης της δικαστικής συνεργασίας στον ευρωπαϊκό χώρο τόσο στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Με την άνοδο του διασυνοριακού εγκλήματος έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι ο παραδοσιακός θεσμός της έκδοσης υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις αναποτελεσματικός, καθώς αποτελούσε μία αργή, δαπανηρή και αβέβαιη διαδικασία (Spencer J. R., 2017, p. 202). Το πρώτο βήμα προς την ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας σε ποινικά ζητήματα διαδραματίστηκε στους κόλπους του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως του 1957 (European Convention on Extradition), η οποία έθετε κάποιους ελάχιστους κανόνες για τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά τη διαδικασία της έκδοσης εκζητουμένων προσώπων.

Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι και η σύναψη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Καταστολή της Τρομοκρατίας του 1977 (European Convention on the Suppression of Terrorism), πάλι στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, δύο δεκαετίες αργότερα, η οποία υπογραμμίζει στο άρθρο 1 ότι οι τρομοκρατικές ενέργειες δεν αποτελούν πολιτικά εγκλήματα, με αποτέλεσμα τα κράτη να μην μπορούν να χρησιμοποιούν ως πρόφαση την τρομοκρατία, προκειμένου να αρνηθούν την έκδοση συγκεκριμένων προσώπων. Αυτή η αρχή αργότερα ενσωματώθηκε και στο νομικό σύστημα της ΕΕ, μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την ΕΕ του 1992 (Treaty on European Union), η οποία έθεσε τους βασικούς κανόνες για την δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στον πάλαι ποτέ «τρίτο πυλώνα», ενώ ταυτόχρονα υπογράμμισε ότι η τρομοκρατία αποτελεί ένα εσωτερικό ζήτημα ασφάλειας της Ένωσης (Bures O., 2009, p. 23).

Κατά τη δεκαετία του 1990, υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της ΕΕ δύο ακόμη σημαντικές Συμβάσεις που αφορούσαν στη δικαστική συνεργασία. Πρόκειται για τη Σύμβαση Απλοποιημένης Διαδικασίας Έκδοσης μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ του 1995 (Convention relating to the simplified extradition procedure between Member States) και τη Σύμβαση Εκδόσεως μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ του 1996 (Convention on Extradition Between Member States), των οποίων ο σκοπός ήταν η συμπλήρωση και η καλύτερη εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως του 1957 και της Σύμβασης για τη Καταστολή της Τρομοκρατίας του 1977 (Bures O., 2009, p. 24). Αυτές οι δύο Συμβάσεις δεν τέθηκαν -εν τέλει- ποτέ σε ισχύ λόγω της έλλειψης επικυρώσεων από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, τονίζοντας την εξαιρετικά αργή πρόοδο που σημειωνόταν εκείνη την περίοδο ως προς την οικοδόμηση του ΧΕΑΔ.

Κατά τα επόμενα έτη, δύο γεγονότα αποτέλεσαν τους καταλυτικούς παράγοντες που οδήγησαν τελικά στη σύναψη της Απόφασης-Πλαίσιο για το ΕΕΣ. Πρώτον, το 1999 στο Τάμπερε, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για πρώτη φορά τόνισε την αναγκαιότητα στενότερης συνεργασίας σε δικαστικά ζητήματα επικαλούμενο την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (Gruszczak A, 2006, p. 14-15). Η εν λόγω αρχή συνιστά ένα νομικό εργαλείο ζωτικής σημασίας στις διεθνείς σχέσεις, καθώς η κύρια λειτουργία της είναι “να προσδίδει ισχύ σε ξένους νομικούς κανόνες ή πράξεις που λαμβάνουν χώρα στο έδαφος άλλου κράτους” (Ortino M., 2007, p. 309). Όσον αφορά ειδικότερα το ευρωπαϊκό δίκαιο, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης απορρέει από τα άρθρα 34-36 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (Treaty on the Functioning of the European Union) και έχει καίριο ρόλο στον τομέα της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, αφού προβλέπει ότι “οποιοδήποτε αγαθό, που πωλείται νόμιμα σε μία χώρα της ΕΕ, μπορεί να πωληθεί και σε άλλη, ακόμα και αν το αγαθό δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις τεχνικές προδιαγραφές της άλλης χώρας” (European Commission), προάγοντας, έτσι, την ελεύθερη κίνηση αγαθών και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά της ΕΕ. Κάτι ανάλογο, λοιπόν, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στον ΧΕΑΔ, προκειμένου να γίνονται δεκτές και να έχουν ισχύ οι δικαστικές αποφάσεις ενός κράτους-μέλους της ΕΕ στην εσωτερική έννομη τάξη ενός άλλου κράτους, χωρίς να είναι απαραίτητη η πλήρης εναρμόνιση των νομικών συστημάτων όλων των μελών της ΕΕ. Το δεύτερο γεγονός που οδήγησε στην υιοθέτηση της Απόφασης-Πλαίσιο ήταν οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι οποίες ανέδειξαν με σαφή τρόπο τις προκλήσεις που αναδύονται από την αύξηση της διασυνοριακής τρομοκρατίας και την ανάγκη ακόμη μεγαλύτερης ενότητας και συνοχής στον τομέα της ενωσιακής δικαστικής συνεργασίας (Gruszczak A, 2006, p. 15). Οι ανωτέρω προσπάθειες σε συνδυασμό με το τελευταίο αυτό γεγονός οδήγησαν, λοιπόν, στην θεσμοθέτηση του ΕΕΣ ένα χρόνο αργότερα.

ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το ΕΕΣ συνιστά δικαστική απόφαση για τη σύλληψη προσώπων που βρίσκονται στο έδαφος ενός κράτους-μέλους της ΕΕ και τη παράδοση αυτού σε κάποιο άλλο. Η διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του νέας Συμφωνίας-Πλαίσιο για το ΕΕΣ ομοιάζει σε κάποια σημεία με τους προηγούμενους μηχανισμούς που είχαν υιοθετηθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την ΕΕ, όπως αυτοί προαναφέρθηκαν, (Peers S., 2013, p. 524), με την διαφορά ότι το ΕΕΣ διαπνέεται από χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν σε μεγάλο βαθμό από την παραδοσιακή διαδικασία της έκδοσης. 

Πρώτον, βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 2 της Απόφασης-Πλαίσιο, «τα κράτη μέλη πρέπει να εκτελούν κάθε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-Πλαίσιο». Με αυτό τον τρόπο, ανάγεται η αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων σε ύψιστη αρχή, με σκοπό την απλούστευση και την διευκόλυνση της διαδικασίας παράδοσης προσώπων. Παράλληλα, καταργείται το λεγόμενο πολιτικό στάδιο εξέτασης ενός αιτήματος για την έκδοση ενός προσώπου, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να λαμβάνονται αποκλειστικά και μόνο από δικαστικές αρχές, χωρίς την παρέμβαση πολιτικών παραγόντων. Επιπλέον, προβλέπονται αυστηρές προθεσμίες όσον αφορά την εκτέλεση του ΕΕΣ, καθώς το κράτος στο οποίο συλλαμβάνεται ένας καταζητούμενος οφείλει να εκδώσει απόφαση για το αν θα εκτελεστεί το ΕΕΣ μέσα σε 60 μέρες, σε αντίθεση με την διαδικασία της έκδοσης, η οποία είναι πολύ χρονοβόρα. Ταυτόχρονα τα κράτη-μέλη δεν δύνανται πλέον να αρνούνται την παράδοση δικών τους υπηκόων, εκτός εάν δεσμευτούν ότι θα αναλάβουν τα ίδια την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση της ποινής του καταζητούμενου, όπου αυτό απαιτείται (Ιστότοπος της ΕΕ για το ΕΕΣ).

Μία εκ των σημαντικότερων αλλαγών που επέφερε το ΕΕΣ είναι η άρση του υποχρεωτικού χαρακτήρα του ελέγχου του διττού αξιοποίνου για μία εκτενή λίστα εγκλημάτων. Στο παραδοσιακό δίκαιο της έκδοσης, η αρχή του διττού αξιοποίνου προβλέπει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση ενός καταζητούμενου είναι το αδίκημα για το οποίο διώκεται να αναγνωρίζεται ως έγκλημα α) τόσο στο εκζητούν, β) όσο και στο εκζητούμενο κράτος. Στην περίπτωση του ΕΕΣ, αυτή η προϋπόθεση σταματάει να ισχύει, και συγκεκριμένα για 32 κατηγορίες αδικημάτων, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της Απόφασης-Πλαίσιο.Τέλος, στα άρθρα 3 και 4 της Απόφασης-Πλαίσιο παρατίθενται οι υποχρεωτικοί και οι προαιρετικοί λόγοι που πρέπει να συντρέχουν, για να αρνηθεί ένα κράτος-μέλος την εκτέλεση του ΕΕΣ, οι οποίοι, σε σύγκριση με αυτά που ισχύουν στο παραδοσιακό δίκαιο της έκδοσης και με το περιεχόμενο των προηγούμενων συμβάσεων που είχαν συνομολογηθεί στον ευρωπαϊκό χώρο, είναι αρκετά πιο περιορισμένοι. Συγκεκριμένα, στους υποχρεωτικούς λόγους άρνησης συγκαταλέγονται: α) η αμνηστία, β) η περίπτωση που ο εκζητούμενος έχει  ήδη δικασθεί για το ίδιο αδίκημα και γ) η ανηλικότητα, ενώ προαιρετικούς λόγους συνιστούν μεταξύ άλλων η έλλειψη του διττού αξιοποίνου για αδικήματα πέρα από αυτά που αναφέρονται στη λίστα του  άρθρου 2 παράγραφος 2, η παραγραφή και η εκκρεμής ποινική διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης του ΕΕΣ (δηλ. στο κράτος στο οποίο βρίσκεται ο καταζητούμενος)  (Council Framework Decision 2002).

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Στην πράξη, η εφαρμογή της Απόφασης-Πλαίσιο για το ΕΕΣ συνοδεύτηκε από διάφορες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει σε μεγάλο βαθμό έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης προς τα αλλοδαπά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης, γεγονός που δημιουργεί εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή της Απόφασης-Πλαίσιο (Lavanex S., 2007, p.772).

Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από τις πρακτικές ορισμένων κρατών, όπως για παράδειγμα της Πολωνίας, της Γερμανίας και της Κύπρου, που ανέδειξαν έντονα το πρόβλημα ενσωμάτωσης των προβλέψεων της Απόφασης-Πλαίσιο (Gruszczak A., 2006, p. 7). Ειδικότερα, τα Συνταγματικά Δικαστήρια των τριών αυτών χωρών έκριναν ότι η Απόφαση-Πλαίσιο δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις των εκάστοτε Συνταγμάτων, ιδιαίτερα ως προς την πρόβλεψη παράδοσης υπηκόων σε άλλες χώρες της ΕΕ. Στην περίπτωση της Πολωνίας, το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο θεώρησε ότι ο όρος «έκδοση» που χρησιμοποιείται στο παραδοσιακό δίκαιο της έκδοσης και ο όρος «παράδοση» που χρησιμοποιείται στα πλαίσια του ΕΕΣ δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη διαφορά ως προς την ουσία τους, εξομοιώνοντας ως ένα βαθμό τις δύο διαδικασίες. Επομένως, σύμφωνα με το πολωνικό Δικαστήριο, η παράδοση υπηκόων θεωρείται αντισυνταγματική, όπως ακριβώς και η έκδοση υπηκόων (Fichera M., 2008, p. 82). Όσον αφορά τη Γερμανία, το Συνταγματικό Δικαστήριο προέβαλε το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατή η παράδοση υπηκόων “σε ένα νομικό σύστημα το οποίο αγνοούν και στο οποίο δεν έχουν εμπιστοσύνη” (Fichera M., 2008, p.82-83). Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, κρίνοντας την ανωτέρω πρόβλεψη της Απόφασης-Πλαίσιο αντισυνταγματική (Fichera M., 2008, p.83).

Επιπρόσθετα, αντικείμενο κριτικής έχει αποτελέσει και η πρόβλεψη για την άρση του υποχρεωτικού χαρακτήρα του διττού αξιοποίνου. Πιο συγκεκριμένα, η αρχή αυτή προέρχεται από την αρχή nullum crimen sine lege, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς τον αντίστοιχο νόμο. Δεδομένου ότι αυτή η αρχή έχει ενσωματωθεί στα Συντάγματα πολλών κρατών-μελών της ΕΕ, υπάρχει η άποψη ότι είναι αντισυνταγματική η εκτέλεση ενός ΕΕΣ που σχετίζεται με πράξη, η οποία δεν αποτελεί έγκλημα στην χώρα εκτέλεσης σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία (Bures O., 2009, p. 34). Παρά την ύπαρξη των παραπάνω προβλημάτων, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα κράτη-μέλη στο σύνολό τους δεν διενεργούν προσπάθειες που στοχεύουν στην εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και της Απόφασης-Πλαίσιο για το ΕΕΣ. Τα περισσότερα κράτη συνεχίζουν να εκδίδουν ΕΕΣ, ενώ παράλληλα σε ενωσιακό επίπεδο λαμβάνονται πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όπως η δικαστική εκπαίδευση, η ανταλλαγή δικαστών ανάμεσα σε κράτη-μέλη και η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των κρατών-μελών και της Eurojust, Οργανισμού που αποσκοπεί στην συνεργασία των εθνικών δικαστικών αρχών για την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος (Lavenex S, 2007, p. 775).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το ΕΕΣ αποτελεί θεσμό ζωτικής σημασίας στα πλαίσια της διαμόρφωσης της ΕΕ σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, αποτελώντας το βασικότερο και πιο φιλόδοξο εργαλείο για την ενδυνάμωση της δικαστικής συνεργασίας των κρατών σε ποινικές υποθέσεις. Αυτό το ενοποιητικό εγχείρημα καλεί τα κράτη να συμπράξουν ως προς την κοινή αντιμετώπιση των προκλήσεων του διασυνοριακού εγκλήματος και της τρομοκρατίας, ενώ, παράλληλα, συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός χώρου, όπου το ιδεώδες της πραγματικής απόδοσης δικαιοσύνης αντικαθιστά την λογική των πολιτικών σκοπιμοτήτων που χαρακτηρίζει την παραδοσιακή διαδικασία της έκδοσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η ύπαρξη ορισμένων αγκυλώσεων ως προς την εφαρμογή και εκτέλεση του ΕΕΣ, όπως υποδεικνύει το πρόβλημα της ενσωμάτωσης της Απόφασης-Πλαίσιο στα εκάστοτε εθνικά νομικά συστήματα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις περιπτώσεις της Πολωνίας, της Γερμανίας και της Κύπρου. Παρά το γεγονός ότι εφαρμόζονται προσπάθειες προς την οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στα κράτη, είναι φανερό ότι υπάρχει ακόμα μεγάλο έδαφος που πρέπει να καλυφθεί για να φτάσουμε στην εγκαθίδρυση μιας ουσιαστικής ενωσιακής δικαστικής συνεργασίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

[1] Bures O. (2009). “ European Arrest Warrant: Implications for EU Counterterrorism Efforts.”, Central European Journal of International and Security Studies, Vol. 3, Issue 1, p. 21-43. Available here.

[2] Fichera M. (2008). “ The European Arrest Warrant and the Sovereign State: A Marriage of Convenience?”, European Law Journal, Review of European Law in Context, Vol. 15, Issue 1, p. 70-97. Available here.

[3] Gruszczak A. (2006). “European Arrest Warrant – Achievements and Dilemmas”, European Centre – Natolin, Working Paper 3 (7) /06. Available here.

[4] Lavenex S. (2007). “ Mutual Recognition and the Monopoly of Force: Limits of the Single Market Analogy”, Journal of European Public Policy, Vol.14, Issue 5, p. 762-779. Available here.

[5] Ortino M. (2007). “ The Role and Functioning of Mutual Recognition in the European Market of Financial Services”, The International and Comparative Law Quarterly, Vol. 56, Issue 2, p. 309-338. Available here.

[6] Peers S. (2013). “The European Arrest Warrant: The Dilemmas of Mutual Recognition, Human Rights and EU Citizenship, In: The Court of Justice and the Construction of Europe: Analyses and Perspectives on Sixty Years of Case-law, Asser Press. Available here.

[7] Spencer J. R. (2017). “The European Arrest Warrant”, Cambridge Yearbook of European Legal Studies, Vol. 6, p. 201-217. Available here.

ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ

[1] Convention on Extradition Between Member States 1996. Available here.

[2] Convention relating to the simplified extradition procedure between Member States 1995. Available here.

[3] 2002/584/JHA: Council Framework Decision on the European arrest warrant 2002. Available here.

[4] European Convention on Extradition 1957. Available here.

[5] European Convention on the Suppression of Terrorism 1977. Available here.

[6] Treaty on European Union 1992. Available here.

[7] Treaty on Functioning of the European Union. Available here.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

[1] Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, επίσημος ιστότοπος της ΕΕ εδώ.

[2] Eurojust. Available here.

[3] Mutual Recognition of goods, European Commision. Available here.


Απάντηση