Αυτοκτονία: υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;

της Στέλλας Μίτιλη, Ερευνήτριας της Ομάδας Κοινωνικών Ζητημάτων

Εισαγωγικό πλαίσιο και στατιστική αποτύπωση του φαινομένου της αυτοκτονίας: Σύνδεση (και) με την πανδημία του κορονοϊού

Η αυτοκτονία ως γεγονός αποτελεί εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα, που προκαλεί πόνο σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους ετησίως σε ολόκληρο τον κόσμο. Κρίνεται χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι με τον όρο αυτοκτονία (αὐτός=εαυτός + κτείνω=φονεύω), η οποία εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, νοείται η πράξη της εκ προθέσεως πρόκλησης θανάτου και τερματισμού της ζωής από το ίδιο το άτομο, το οποίο έχει συνείδηση του θανατηφόρου αποτελέσματος της πράξης του.

Η σοβαρότητα του φαινομένου διαφαίνεται από το γεγονός ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατακτά τη δεύτερη θέση σε αριθμό θανάτων (ως αιτία), μετά τα τροχαία δυστυχήματα. Κάθε χρόνο θέτουν τέλος στη ζωή τους περίπου 800.000 άνθρωποι -κατά κύριο λόγο νέοι- παγκοσμίως (World Health Organization, 2019). Ιδίως τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, υπό τις συνθήκες απαγορεύσεων, μόνιμου ελέγχου, κοινωνικής απομόνωσης, εγκλεισμού, καθώς και οτιδήποτε άλλο συνεπάγονται αυτά λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, σε συνδυασμό με τα συνεχώς δυσάρεστα νέα και εικόνες καθημερινώς, τα ποσοστά των αυτοκτονιών έχουν αυξηθεί δραματικά. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της ΜΚΟ «Κλίμακα», οι κλήσεις στη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία «1018» αυξήθηκαν έως και 200% το πρώτο δίμηνο του lockdown, με σκοπό βέβαια κυρίως τη διαχείριση της μοναξιάς. Στην Ιαπωνία, οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν κατά 16% από το 2019 κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας, αντιστρέφοντας δραματικά την προηγούμενη μείωση που είχε σημειωθεί την περίοδο Φεβρουαρίου-Ιουνίου (Iefimerida, 2021). Κατά γενική ομολογία, η καραντίνα επιδρά στην ψυχολογία και την συμπεριφορά των ατόμων και έχει οδηγήσει σε αρκετές περιπτώσεις στην επιδείνωση προϋπαρχόντων ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων. Έτσι, είναι πιθανή και η αύξηση των ποσοστών των αυτοκτονιών, αλλά και των τάσεων προς αυτές. 

Μολονότι, η Ελλάδα χάριν διαφόρων παραγόντων (κλίμα, διατροφή, νοοτροπία κ.λπ.) διατηρεί ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στην Ευρώπη (περίπου 600 αυτοκτονίες το χρόνο), τα τελευταία έτη υπάρχει μια ανοδική τάση, αν και ο συνολικός αριθμός των αυτοκτονιών συνεχίζει να μην παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση σε σχέση με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών του Κέντρου Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας για το ίδιο διάστημα κατά τα τελευταία 4 χρόνια, με εξαίρεση το έτος 2019, οπότε και  είχε σημειωθεί μια αισθητή αύξηση (Κλίμακα, 2020). Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα περιστατικά δεν παύουν να αποτελούν ένα σημαντικό πρόβλημα και μια θλιβερή πραγματικότητα για κάθε χώρα (Κλίμακα).

Ακολουθεί μια βαθύτερη διερεύνηση της αυτοκτονίας τόσο από νομική, όσο και από κοινωνιολογική άποψη.

Αιτίες αυτοκτονίας

Ένας άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκτονία εξαιτίας ποικίλων παραγόντων (Hannah Ritchie, Max Roser and Esteban Ortiz-Ospina, WHO, IHME, GDB). Ειδικότερα, οι βασικότερες αιτίες είναι οι εξής:

  • η ψυχική υγεία και οι διαταραχές (π.χ. κατάθλιψη ως κοινό σχεδόν χαρακτηριστικό των αυτοχείρων, νευρώσεις, πίεση -κοινωνική/οικογενειακή- στρες κ.λπ)
  • οι οικονομικές δυσκολίες
  • η νόμιμη οπλοφορία
  • η αναλογία μέρας και νύχτας
  • οι νόμοι διαζυγίου
  • η κάλυψη των περιστατικών αυτοκτονίας από τα ΜΜΕ
  • η χρήση αλκοόλ και ουσιών και ο αλκοολισμός
  • άλλοι παράγοντες, όπως αρνητικό (έως και τοξικό) περιβάλλον, σεξουαλικά θέματα, μολυσμένο περιβάλλον, ιατρικοί λόγοι, αποφυγή ατίμωσης, θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.λπ.

Η ανάλυση των παραπάνω αιτιών δεν εμπίπτει στους σκοπούς της ανά χείρας ανάλυσης. Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί ειδικότερα ότι η απομόνωση εξαιτίας της καραντίνας και οι συνεχείς συστάσεις σχετικά με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης έχουν ως συνέπεια την εμφάνιση ακούσιας μοναξιάς και συναισθημάτων φόβου και πανικού κυρίως μεταξύ των ατόμων της τρίτης ηλικίας, ευάλωτων ατόμων και ανθρώπων με ψυχιατρική νοσηρότητα. Αυτά, σε συνδυασμό με τη μεγάλη δυσκολία προσβασιμότητας του πληθυσμού σε νοσοκομειακές μονάδες εξαιτίας της διασποράς του κορονοϊού, οδηγούν σε μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονιών παγκοσμίως, όπως τονίζει ο ψυχίατρος και επιστημονικός Διευθυντής της Κλίμακας και του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας και πρόεδρος ΔΣ (Κλίμακα).

Εθνικό και διεθνές νομικό πλαίσιο

Το ερώτημα αν υπάρχει δικαίωμα στον θάνατο και -κατ’επέκταση- στην αυτοκτονία, ως έκφανση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, έχει απασχολήσει τόσο την θεωρία, όσο και την νομολογία. Το Σύνταγμά μας κατοχυρώνει τόσο την απόλυτη προστασία της ανθρώπινης ζωής, όσο και το δικαίωμα διάθεσής της. Η πρώτη κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής ή γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενο αν, αντιστρόφως από ακριβώς αυτή την συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στη ζωή, μπορεί να συναχθεί και η αντίστοιχη του δικαιώματος διακοπής της ζωής· αν, δηλαδή, όσο υπάρχει δικαίωμα στη ζωή, αντίστοιχα υπάρχει και στον θάνατο. Η απάντηση μπορεί να δοθεί μέσα από την αναζήτηση της φύσεως του ατομικού δικαιώματος προστασίας της ζωής.

Κατά μίαν άποψη, από το δικαίωμα στη ζωή δεν μπορεί να συναχθεί μιαν υποχρέωση για ζωή. Αυτό εξηγείται από τη φύση του ατομικού δικαιώματος ως αμυντικού δικαιώματος, δηλαδή ως αξίωσης ελευθερίας του ατόμου έναντι του Κράτους και, άρα, παραλείψεως οποιασδήποτε επέμβασης που θα έθιγε το δικαίωμα στη ζωή. Μάλιστα, το Γενικό Σχόλιο 36 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το άρθρο 6 για το δικαίωμα στη ζωή, τονίζει την υποχρέωση των κρατών όχι μόνο προστασίας της ζωής, αλλά και πρόληψης, ώστε να μην οδηγηθεί κανείς στην αυτοκτονία. Η υποχρέωση, όμως, προστασίας της ζωής από το (κοινωνικό) κράτος έχει ως όριο την ιδιωτική αυτονομία και ελευθερία, την οποία δεν μπορεί να περιορίζει υπέρμετρα. Με άλλα λόγια, η υποχρέωση του κράτους για προστασία δεν συνεπάγεται υποχρέωση των πολιτών για αποδοχή της προστασίας, ούτε αντίστοιχο καθήκον προστασίας της ζωής τους από τους ίδιους· άλλωστε, οι υποχρεώσεις των πολιτών έναντι του Κράτους βρίσκονται στην απέναντι πλευρά από τα ατομικά δικαιώματα, όπως αυτές ορίζονται στο Σύνταγμα. Η μη αναγνώριση, επομένως, του δικαιώματος διαθέσεως της ανθρώπινης ζωής και αυτοκαθορισμού από το Σύνταγμα θα συνιστούσε αντιμετώπιση του ατόμου σαν αντικείμενο που η κοινωνία θα ήταν αυτή που θα αποφάσιζε την διατήρησή του στη ζωή, κάτι που αντίκειται και στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ, που προβλέπει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Κατ’επέκταση, μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερη έκφανση αυτής, αν και είναι βέβαια αμφισβητήσιμη, στην εν γένει νομική κοινότητα, αν η επιλογή μη ύπαρξης ουσιαστικά προσωπικότητας -αφού δεν θα υπάρχει ζωή- μπορεί να νοηθεί ως ελεύθερη ανάπτυξη της πρώτης. Το άρθρο 2 παρ. 1, από την άλλη, αναφορικά με την αξία του ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει στο δικαίωμα στο θάνατο μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις (Κατρούγκαλος Γ., 2016). Αξίζει να επισημανθεί ότι στην Αιτιολογική έκθεση του Ποινικού μας Κώδικα αναφέρεται ότι «η αυτοκτονία δεν αναγράφεται υπό των νεωτέρων νομοθετών μεταξύ των τιμωρητέων πράξεων, θεωρηθέντος ότι δικαιούται έκαστος να διαθέσει την ίδιαν ζωήν», δεδομένου ότι αφορά στην «εσώτατη σφαίρα της ατομικής ζωής και βιοθεωρίας του ανθρώπου» (Σταμάτης Κ., 1980). Περαιτέρω, σύμφωνα με αυτή την άποψη, το δικαίωμα θανάτου (και αυτοκτονίας) αποτελεί απόρροια της αρνητικής εκφάνσεως του δικαιώματος στη ζωή, το οποίο θα πρέπει να χρήζει επίσης προστασίας ως εγγύηση ελευθερίας έκφρασης και διαφύλαξης του ιδιωτικού πεδίου χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, αφού όσο διαφυλάσσεται η άσκηση του προστατευομένου εννόμου αγαθού, τόσο πρέπει να προστατεύεται και η μη άσκησή του.

Φυσικά, αυτό δεν νοείται απεριόριστα, όπως ακριβώς και η ελευθερία του ατόμου, ανεξαρτήτως αν θεωρηθεί ότι η βούλησή του προστατεύεται απόλυτα, αφού π.χ. δεν αποκλείεται η σύμπραξη τρίτου σε κάποιες μορφές αυτοδιάθεσης του ατόμου, η οποία πρέπει να ελέγχεται αυστηρά, καθώς ενδέχεται να εξυπηρετούνται ξένοι σκοποί. Επιπλέον, υπάρχει το ενδεχόμενο και ο κίνδυνος η διάθεση του δικαιώματος του ατόμου να θέσει τέλος στη ζωή του να μην είναι ελεύθερη και τότε όχι μόνο νομιμοποιείται, αλλά και επιβάλλεται η επέμβαση τρίτου, ήτοι του Κράτους. Μάλιστα, ακριβώς αυτή η δυσκολία διαπίστωσης με βεβαιότητα και εξασφάλισης της ελευθερίας της απόφασης και η αμφιβολία ως προς το «ανεπηρέαστο» αυτής είναι ένας από τους λόγους που οδηγεί κάποιους να διαφωνούν με αυτή την άποψη. Από αυτό αιτιολογείται και η τυποποίηση από τον Ποινικό Κώδικα των εγκλημάτων της συμμετοχής σε αυτοκτονία (άρθρο 301 ΠΚ) και της παράλειψης αποτροπής της αυτοκτονίας τρίτου (άρθρο 307 ΠΚ) -θεωρούνται ετεροπροσβολές της ζωής από τρίτο και ποινικοποιούνται- χωρίς να προσδίδεται απαξία στην ίδια την πράξη της αυτοκτονίας (εξάλλου δεν θα είχε νόημα) ή της απόπειράς της (Παναγοπούλου-Κουτνατζή Φ., 2019). Στην Αγγλία δέ η αυτοκτονία αυτή καθαυτή δεν θεωρείται αδίκημα.

Δεν υπάρχει τίποτα εγωιστικό σχετικά με την αυτοκτονία - Έρα Μουλάκη
Εικόνα 1: «Δεν υπάρχει τίποτα εγωιστικό σχετικά με την αυτοκτονία», Έρα Μουλάκη, available here

Κατά την δεύτερη, λοιπόν, και κρατούσα άποψη, το δικαίωμα στον θάνατο δεν αναγνωρίζεται. Αν αυτό κατοχυρωνόταν όντως συνταγματικά στο άρθρο 5 παρ. 2 Σ, ο αυτόχειρας θα μπορούσε να αξιώσει τη συνδρομή τρίτου ή ακόμα και του ίδιου του Κράτους, πράγμα που, όπως φαίνεται και από τα ανωτέρω, δεν είναι δυνατόν, καθώς θα προσέκρουε στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΚ (Κατρούγκαλος Γ., 1993). Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα αποσαφήνισε το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Pretty v. the United Kingdom, σε αντίθεση με την πρώτη άποψη, «το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (που ορίζει το δικαίωμα στη ζωή, όπως και το άρθρο 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δεν μπορεί, χωρίς καμία διαστρέβλωση της γλωσσικής του διατύπωσης, να ερμηνευθεί σαν να απονέμει το εκ διαμέτρου αντίθετο δικαίωμα, δηλαδή ένα δικαίωμα στο θάνατο. Ούτε μπορεί να δημιουργήσει το άρθρο αυτό ένα δικαίωμα αυτοκαθορισμού, υπό την έννοια της απονομής σε ένα άτομο του δικαιώματος να επιλέξει τον θάνατο έναντι της ζωής». Ωστόσο, η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού από ένα κράτος δεν θα παραβίαζε αυτοδικαίως το άρθρο 2 ΕΣΔΑ, καθώς τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν το περιθώριο να νομοθετήσουν μόνα τους σχετικά (Σισιλιάνος, 2013). 

Μια μερίδα, μάλιστα, των υποστηρικτών αυτής της άποψης και, άρα, της νομικής υποχρέωσης του ατόμου να ζει, εξηγεί την μη ποινικοποίηση της απόπειρας αυτοκτονίας στο ελληνικό δίκαιο αφενός λόγω της ταύτισης υποκειμένου και αντικειμένου της προσβολής και αφετέρου λόγω της αναποτελεσματικότητας της ποινής και δεν δέχονται την άποψη ότι η μη πρόβλεψη ποινής αποτελεί εξ αντιδιαστολής απόδειξη του επιτρεπτού της (Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε., 2006, Ανδρουλάκης Ν., 1974). Η απόπειρα αυτοκτονίας δεν τιμωρείται, διότι «η ποινή στην περίπτωση του προσώπου που έχει αποφασίσει να επιφυλάξει για τον εαυτό του την εσχάτη των ποινών δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ούτε προληπτικά ούτε κατασταλτικά» (ΠοινΧρ, 1984). Ποια ποινή αξίζει σε αυτόν που έχει αποφασίσει να επιβάλλει στον εαυτό του την πιο βαριά ποινή; Πάντως, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το δικαίωμα στον θάνατο και, ιδίως, στον αξιοπρεπή θάνατο κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 Σ, όταν «ο βίος έχει χάσει την κοινωνική του σημασία και έχει καταστεί ένα επαχθές και γυμνό βιολογικό γεγονός» (Παπαδοπούλου Λ.). Φυσικά, δυσκολίες συναντώνται και εδώ, καθώς πρέπει να διερευνηθεί το πότε θα θεωρηθεί ότι συντρέχει αυτή η προϋπόθεση και, πέραν συγκεκριμένων εξαιρέσεων, η βεβαιότητα σε αυτό μάλλον δύσκολα είναι δυνατή, καθώς εμπεριέχεται έντονα και το υποκειμενικό στοιχείο, π.χ. σε τι βαθμό για τον καθένα υπερτερεί η ζωή υπό οποιεσδήποτε συνθήκες έναντι της «ανακούφισης» και απαλλαγής από τον οποιονδήποτε πόνο, κατά πόσο μπορεί να είναι βέβαιος μέχρι την τελευταία στιγμή για την απόφασή του και, άρα, να δρα όντως βάσει της βούλησής του -και αν μπορεί εν τέλει με κάποιο τρόπο να διαπιστωθεί αυτό- και όχι επιπόλαια, οδηγώντας σε μια μη αναστρέψιμη κατάσταση χωρίς τελικά να το επιθυμεί και μετανιώνοντας γι’ αυτό, πιο θεωρητικά αν πρέπει να έχει την επιλογή κ.λπ. Η παρηγορητική αγωγή που προβλέπεται στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την παραδοχή του δυσβάσταχτου βίου και επιτρέπει στον ιατρό με επιλογή του ασθενούς να προβεί σε ιατρικώς ενδεδειγμένες πράξεις για την ανακούφιση του πόνου, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο θανάτου. Ο ιατρός, επιπλέον, υποχρεούται να απέχει από οποιαδήποτε ιατρική πράξη ανακοπής του κινδύνου, αν δεν συναινεί ο ασθενής. Ωστόσο, και εδώ δεν δικαιολογούνται οι πράξεις που οδηγούν σε αναπόδραστο τερματισμό της ζωής (π.χ. διακοπή τεχνητής σίτησης), που συμπεριλαμβάνονται στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία (ECtHR, Lambert and others v. France, Grand Chamber, 2015). Σε αρκετές, βέβαια, χώρες, η τελευταία επιτρέπεται, όπως σε πολλές πολιτείες των Η.Π.Α., την Ελβετία, την Ολλανδία κ.λπ. υπό ορισμένες σε καθεμία προϋποθέσεις. Ωστόσο, μια περαιτέρω ανάλυση των παραπάνω προβλημάτων θα απαιτούσε την ανάδειξη ζητημάτων ευθανασίας, που δεν αποτελεί τη θεματική μας στο παρόν κείμενο και πρέπει να διαχωρίζονται, ώστε να μην επέλθει σύγχυση (Βλαχόπουλος Σπ., 2017).

Η αυτοκτονία ως κοινωνικό φαινόμενο

Πέραν της νομικής πλευράς, αξιοσημείωτη είναι και η κοινωνική πλευρά του φαινομένου. Όπως γίνεται αντιληπτό και με βάση τα προλεγόμενα, η αυτοκτονία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που μπορεί να προκληθεί από πολλούς αιτιολογικούς παράγοντες, συνδετικός κρίκος των οποίων είναι η αίσθηση της απομόνωσης από το κοινωνικό σύνολο που νιώθει ο αυτόχειρας-θύμα. Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι ότι το 50-75% των ανθρώπων που θα αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν θα μιλήσουν σε κάποιον πριν για τις προθέσεις τους. Από αυτή την οπτική μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι συνυπεύθυνη είναι και η κοινωνία, καθώς η αυτοκτονία είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής ασθένειας.

Βάσει διαφόρων ερευνών, ο αριθμός των αυτοκτονιών γενικά παραμένει τα τελευταία χρόνια σταθερός, ενώ αυξάνονται οι απόπειρες. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι αναφορικά με τις απόπειρες, ο αριθμός των γυναικών είναι υψηλότερος από των ανδρών, ενώ το αντίστροφο συμβαίνει με τις αυτοκτονίες. Ο αριθμός των αυτοκτονιών και των αποπειρών από νέους, από την άλλη, δυστυχώς αυξάνεται δραματικά. Τα μέσα και οι τρόποι που επιχειρούνται ποικίλουν επίσης ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, αλλά και το περιβάλλον, τα αίτια κλ.π. Οι απόπειρες αυτοκτονίας, πάντως, έχουν συνήθως σε ποσοστό 96% ένα χαρακτήρα επίκλησης για βοήθεια σε μια δύσκολη κατάσταση και διαμαρτυρίας, που όμως από λάθος μπορεί να οδηγήσουν σε αυτοκτονία (Μπελεγρίνος Σ., Ζάχαρης Θ., Φραδέλος Ε., 2014).

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί το έργο ενός από τους κλασικούς θεωρητικούς της κοινωνιολογίας, του Εμίλ Ντιρκέμ, με τίτλο «Η αυτοκτονία», ένα έργο αρκετά ριζοσπαστικό και προκλητικό για την εποχή του. Για τον Ντιρκέμ, η αυτοκτονία αποτελούσε ένα κοινωνικό φαινόμενο και, χρησιμοποιώντας τη θετικιστική μέθοδο -κατά την οποία περνάμε από την θεωρία στην πράξη και ειδικότερα, από τις εσωτερικές στις εξωτερικές δομές της κοινωνίας, μετατρέποντας την κοινωνιολογία σε μια πιο πρακτική και ντετερμινιστική επιστήμη: μια “κοινωνική φυσική”, χρησιμοποιώντας όρους του Α. Κοντ, στα πρότυπα των φυσικών/θετικών επιστημών- προσπάθησε να αναλύσει τα αίτια που οδηγούν σε αυτοκτονίες (Δρακόπουλος Σ., Γκότσης Γ., Γριμάνη Κ., 2015). Μέσα από τη μελέτη του παρατήρησε ότι η αυτοκτονία αποτελούσε φυσιολογικό και σύνηθες φαινόμενο στις κοινωνίες και σχετιζόταν με την συλλογικότητα και την επιρροή της συλλογικής συνείδησης στην ατομική συμπεριφορά. Οι αυτοκτονίες, δηλαδή, είναι στενά συνδεδεμένες με τις κοινωνικές συνθήκες, πράγμα που αποδεικνύει τον παραπάνω ισχυρισμό του και πηγαίνοντάς το ένα βήμα παραπέρα, κατά τον Ντιρκέμ, οι αιτίες του φαινομένου είναι κοινωνικές και δεν ανάγονται στην ατομική ψυχολογία, ψυχοπαθολογία, ακόμα, και την κληρονομικότητα. Παρατήρησε ότι ο δείκτης αυτοκτονιών είναι σχετικά σταθερός σε μία δεδομένη χρονική στιγμή σε έναν δεδομένο πληθυσμό μιας επιμέρους περιοχής ή μιας χώρας (Αντωνοπούλου Μ., 2008). Ακολουθώντας αυτή την συλλογιστική και με κριτήριο το βαθμό συνοχής κάθε κοινωνίας (κυρίως της σύγχρονης) και παράγοντες όπως τη θρησκεία, την οικογένεια, την συμπεριφορά, διέκρινε τέσσερα είδη αυτοκτονιών: την εγωιστική (λόγω του ατομισμού και του εγωισμού που αναπτύσσεται στις κοινωνίες μέσα από π.χ. ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις ή αντίστροφα λόγω της περιθωριοποίησής τους από την κοινωνία), την αλτρουιστική (λόγω του υψηλού βαθμού αφομοίωσης του ατόμου στην συλλογική ζωή και της αντίληψης ότι η συλλογική συνείδηση υπερτερεί της ατομικής), την ανομική (λόγω της απαξίωσης των κανόνων) (Craib I., 2012) και την φαταλιστική (λόγω της υπέρμετρης ρυθμιστικά κοινωνικής καταπίεσης μέσω των θεσμών). Συνεπώς, γίνεται φανερό ότι για τον Ντιρκέμ, οι κοινωνικοί αποτελούν προσδιοριστικούς παράγοντες των αυτοκτονιών, κάτι που γενικά γίνεται αποδεκτό, ίσως βέβαια όχι με την ένταση που προβάλλεται από τον τελευταίο.

Καταληκτικά/Επίλογος

Η αυτοκτονία αποτελεί ένα τραυματικό γεγονός τόσο γι’ αυτόν που τη διαπράττει. όσο και για τους οικείους και τη κοινωνία ως σύνολο. Αναμφισβήτητα αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο πολύ σοβαρό, που χρήζει ενδιαφέροντος, και η αύξησή του πρέπει να αντιμετωπιστεί, στο βαθμό που είναι δυνατό, είτε αυτό σημαίνει, με βάση τα σημερινά δεδομένα, διαφορετική διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού και, κυρίως, της επιβολής του lockdown, είτε σε γενικότερο επίπεδο την πρόληψη -ως μόνη λύση σε αυτό το ιδιάζον φαινόμενο- τόσο κοινωνική και συλλογική με αλλαγή των κοινωνικών δομών και της αντιμετώπισης του ατόμου με μεγαλύτερη προσοχή (ιδίως των πιο ευάλωτων) είτε και ατομική με καλύτερη ενημέρωση και διαχείριση της μοναξιάς. Περαιτέρω, η λήψη μέτρων αναλογικά με τις αιτίες που οδηγούν στην αυτοκτονία, όπως απαγόρευση πρόσβασης σε μέσα που μπορούν πιο ευχερώς να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό, υπεύθυνη προβολή από τα ΜΜΕ κ.λπ., αποτελεί κλειδί για την αντιμετώπισή της. Νομικά, μολονότι αναγνωρίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις το δικαίωμα στον θάνατο, αυτό δεν πρέπει να υπερεκτιμάται και πρέπει να επιδιωχθεί η μείωση των περιστατικών π.χ. με την λήψη μέτρων ψυχολογικής και συμβουλευτικής στήριξης στην περίπτωση ατόμων που έχουν προβεί σε απόπειρα, αλλά και προληπτικά, και με την παράλληλη συνεργασία πολλών φορέων. Άλλωστε…

Ουκ ουν το μη ζην κρείσσον εστ’ ή ζήν κακώς; (= Αν για να ζήσει κανείς δεν πρέπει να ζει, τότε τι αξία έχει η ζωή;)

Κριτίας, ΔΚ 23.

Βιβλιογραφία

Βιβλία/Διαδικτυακοί τόποι

[1] Ανδρουλάκης Ν. (1974), Ποινικόν Δίκαιον Ειδικόν μέρος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας

[2] Αντωνοπούλου Μ. (2008), Οι κλασικοί της κοινωνιολογίας, Αθήνα, Σαββάλας 

[3] Βλαχόπουλος Σπ. (2017), Θεμελιώδη Δικαιώματα, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη

[4] Δρακόπουλος Σ., Γκότσης Γ., Γριμάνη Κ. (2015), Μεθοδολογία Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών-Μία εισαγωγή, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και βοηθήματα kallipos.gr – Σύνδεσμος ελληνικών ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, Available here

[5] Κατρούγκαλος Γ. (1993), Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο, Αθήνα-Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας

[6] Κατρούγκαλος Γ. (2016), Ιατρικό Δίκαιο, Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;, Available here

[7] Κλίμακα – Φορέας Ανάπτυξης Ανθρώπινου και Κοινωνικού Κεφαλαίου για την Αντιμετώπιση του Κοινωνικού Αποκλεισμού, Στοιχεία Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών, Lockdown και αυτοκτονίες, Available here

[8] Μπελεγρίνος Σ., Ζάχαρης Θ., Φραδέλος Ε. (2014), Η αυτοκτονία ως κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο, Available here

[9] Παπαδοπούλου Λ., Υπάρχει δικαίωμα στο θάνατο;

[10] Σισιλιάνος Λ.Α. (2015), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ερμηνεία κατ’άρθρο. Δικαιώματα-Παραδεκτό-Δίκαιη ικανοποίηση-Εκτέλεση, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη.

[11] Σταμάτης Κ. (1980), Για μια ανάλυση του άρθρου 300 ΠΚ και ορισμένων συναφών θεμάτων, Επ Επ Αρμ.

[12] Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε. (2006), Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη

[13] Craib I. (2012), Κλασική κοινωνική θεωρία, Αθήνα, Παπαζήσης

[14] World Health Organization (2019), Suicide, Available here

Άρθρα

[1] Κλίμακα (ΜΚΟ), Στην γραμμή παρέμβασης για την αυτοκτονία αναζητούσαν παρηγοριά οι Έλληνες στην καραντίνα, Available here

[2] Παναγοπούλου-Κουτνατζή Φ. (2019), SyntagmaWatch.gr, Έχω δικαίωμα στην Αυτοκτονία;, Available here

[3] ΠοινΧρ 1984, 893

[4] Iefimerida (2021), Κορωνοϊός -Ιαπωνία: Αυξήθηκαν κατά 16% οι αυτοκτονίες -Τι έδειξε η μελέτη για τα θύματα, Available here

[5] Hannah Ritchie, Max Roser and Esteban Ortiz-Ospina – Our World in Data (World Health Organization (WHO), Institute of Health Metrics and Evaluation (IHME), Global Burden of Disease (GBD)), Suicide, Available here

Διεθνή κείμενα

[1] Αιτιολογική Έκθεση του Ποινικού Κώδικα, Available here

[2] Γενικό Σχόλιο 36 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών, 3.9.2019, Available here

[3] ΕΔΔΑ 29.4.2002, Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 39-40, Available here and here

[4] ΕΔΔΑ 5.6.2015, Vincent Lambert κ.ά. κατά Γαλλίας, Μείζων Σύνθεση.

[5] Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Available here

[6] Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας, Available here

[7] Ποινικός Κώδικας, Available here

[8] Σύνταγμα της Ελλάδος, Available here

[9] Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Available here


Απάντηση