Τα κυριότερα πολιτικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και οι προσπάθειες εκδημοκρατισμού της περιοχής 

του Νέστορα Μάριου Αποστολόπουλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Μέση Ανατολή: μια περιοχή, η οποία μπορεί σε πολλούς να είναι γνωστή για την μακραίωνη ιστορία και τον πολιτισμό της, όμως είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Πρώτη φορά ο όρος χρησιμοποιήθηκε την περίοδο της αποικιοκρατίας από τους Βρετανούς, βασισμένος στην απόσταση της περιοχής τόσο από το κέντρο της Αυτοκρατορίας (Λονδίνο), όσο και από τις ινδικές κτήσεις και εδαφικά όριζε τα εδάφη μεταξύ της σημερινής Αιγύπτου (κατά πολλούς ξεκινά από την Τυνησία) και του Αφγανιστάν. Τα περισσότερα εθνικά κράτη της περιοχής διαμορφώνονται μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα. Πολλά από αυτά, γνώρισαν συγκεντρωτικά, απολυταρχικά καθεστώτα, μοναρχικά ή δικτατορικά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, ενώ σήμερα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τα πολιτικά συστήματα από τα οποία διοικούνται. 

Η ραγδαία εξέλιξη των καθεστώτων στην περιοχή, ήρθε ως αποτέλεσμα του κινήματος της αραβικής άνοιξης, το οποίο κορυφώθηκε την περασμένη δεκαετία. Το κίνημα ξεκίνησε στις αρχές του 2010 και έμελλε να επηρεάσει ολόκληρο τον αραβικό -και όχι μόνο- κόσμο. Συμβολική αρχή θεωρείται η πράξη αυτοπυρπόλησης, στην οποία προέβη ένας νεαρός από την Τυνησία, προκειμένου να εκφράσει την αντίδρασή του για την αυθαιρεσία του πολιτικού καθεστώτος και την εξαθλίωση του λαού του. Έπειτα, κατόπιν αλυσιδωτών αντιδράσεων, σημειώθηκαν χιλιάδες κινήματα σε πολλές αραβικές χώρες, διεκδικώντας μεταβολή του πολιτικού καθεστώτος. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα κινήματα αυτά πέτυχαν –έστω και εν μέρει- τον σκοπό τους και μετέβαλαν το πολιτικό σκηνικό, ενώ σε άλλες, η έκρυθμη κατάσταση που δημιουργήθηκε, μαίνεται ακόμη έως και σήμερα. 

Το πολιτικό σύστημα της Αιγύπτου, για πολλά χρόνια καθοριζόταν από τον «μετεπαναστατικό» πρόεδρο Άμπντελ Νάσσερ, ο οποίος επιχείρησε το πείραμα του αιγυπτιακού σοσιαλισμού, ενώ υποστήριζε την εκσυγχρονιστική, μεταρρυθμιστική εκδοχή του ισλαμισμού. Την δεκαετία του 1970, η Αίγυπτος μεταβαίνει στην μετανασερική εποχή και η φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η θρησκεία βρέθηκαν στο επίκεντρο, κάτι που συνεχίστηκε και από τον πρόεδρο Μουμπάρακ. Σε γενικές γραμμές, τα κύρια χαρακτηριστικά της αιγυπτιακής πολιτικής σκηνής, σύμφωνα και με την υποψήφια διδάκτορα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Αναστασίου Μαρία, συνοψίζονται στα εξής: μη δημοκρατική διεξαγωγή εκλογών και παντοδυναμία του κυβερνώντος κόμματος, μέσω της Βουλής και του προέδρου, συνδυάζοντας τον αυταρχισμό με την δεινή οικονομική κατάσταση. 

Οι εντάσεις και οι διαδηλώσεις έλαβαν υπέρογκες διαστάσεις τους πρώτους μήνες του 2011, με το αίτημα εκδημοκρατισμού να είναι παρόν σε μια σειρά διαδηλώσεων του αιγυπτιακού λαού. Το δημοψήφισμα περί συνταγματικής αναθεώρησης, που διεξήχθη αμέσως μετά την πτώση Μουμπάρακ, άνοιξε έναν νέο δρόμο για τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Η –μετά την Αραβική Άνοιξη– αιγυπτιακή πραγματικότητα βρίσκει την χώρα σε μια ασταθή περίοδο πολιτικής μετάβασης, με το νέο πολιτικό σύστημα να είναι υπό διαμόρφωση. Για άλλη μια φορά, όμως, ο στρατός είναι αυτός που καθορίζει την μετάβαση και τον ρυθμό του εκδημοκρατισμού της περιοχής. 

Από το κομμουνιστικό εγχείρημα δοκιμάστηκε και η Υεμένη, η οποία παρέμεινε διασπασμένη καθ’ όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, στην βόρεια καπιταλιστική και νότια μαρξιστική Υεμένη. Η χώρα ενοποιείται στις αρχές της δεκαετίας του 19 με την πτώση της ΕΣΣΔ. Παράλληλα, ιδρύονται δύο κόμματα, το GPC από τον βορρά και το YSP από τον νότο, ενώ ακόμη και η μουσουλμανική παρουσία ήταν υπέρ του εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού του κράτους. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία κρατικών θεσμών και κρατικού ελέγχου ήταν δεδομένη, συνιστώντας γόνιμο έδαφος για πολλές τρομοκρατικές οργανώσεις (αλ-κάιντα), γεγονός που σε συνδυασμό με το αντάρτικο κίνημα των χούτι, και τις κατά καιρούς αποσχιστικές τάσεις της νότιας Υεμένης, συνετέλεσαν στην αποσταθεροποίηση της περιοχής.  

Μετά την αποχώρηση του προέδρου Σάλεχ, ύστερα από την ταραχώδη περίοδο του 2011, η Υεμένη βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σήμερα, φαίνεται να εξελίσσεται σε μια διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης και των φυλάρχων. Οι ένοπλες δυνάμεις αδυνατούν να κατευνάσουν τα πλήθη και οι εκδηλώσεις βίας είναι πολύ συχνές. Η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή είναι έντονη, προσπαθώντας να ελέγξουν την κατάσταση και να αποτρέψουν την ανάπτυξη νέων τρομοκρατικών οργανώσεων, τύπου αλ-κάιντα, και να οδηγήσουν την χώρα σε πιο δημοκρατικά μονοπάτια. 

Η ιρακινή πολιτική σκηνή, για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, χαρακτηρίζεται από την φυσιογνωμία του  Σαντάμ Χουσείν. Παρότι κατά τα πρώτα χρόνια έγιναν κάποια βήματα εκδημοκρατισμού της χώρας, με τη θέσπιση αιρετής εθνοσυνέλευσης αλλά και την εξίσωση του κουρδικού στοιχείου της χώρας (50 βουλευτές εκλέγονταν από την κουρδική μειονότητα), οι διαδικασίες σύντομα διακόπηκαν, με την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Εντός αυτής της ταραχώδους δεκαετίας, η πόλωση του ιρακινού λαού ήταν έντονη, ενώ το καθεστώς Χουσείν έδειξε το σκληρό, ισλαμικό του πρόσωπο. Στις αρχές της δεκαετίας, έγινε μια δεύτερη απόπειρα εκδημοκρατισμού της χώρας, η οποία και πάλι διεκόπη, λόγω της εισβολής στο Κουβέιτ.

Το καθεστώς Χουσείν καταρρέει μετά από παρέμβαση των ΗΠΑ και επικρατεί μια κατάσταση πόλωσης και εμφυλίου πολέμων, μεταξύ σουνιτών και σιιτών ανταρτών. Στα πλαίσια της αραβικής άνοιξης, οι διαδηλώσεις και εξεγέρσεις που σημειώθηκαν στην χώρα ήταν μεν έντονες, αλλά όχι τόσο μεγάλης διάρκειας, όπως σε άλλες χώρες της περιοχής. Η κατάσταση αντιμετωπίστηκε σχετικά εύκολα από τον πρόεδρο Μαλίκι, ο οποίος προανήγγειλε μια σειρά μεταρρυθμίσεων και μέτρων οικονομικής ενίσχυσης των πολιτών, χρησιμοποιώντας τα έσοδα από το πετρέλαιο. 

Η Συρία, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου τύπου τα τελευταία χρόνια ταλανίζεται από έναν αιματηρό εμφύλιο. Την διακυβέρνηση της χώρας είχε αναλάβει από τις αρχές της νέας χιλιετίας ο Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Γρήγορα σημειώθηκε στην χώρα ένα κύμα ανάπτυξης και εκδημοκρατισμού, η λεγόμενη άνοιξη της Δαμασκού, που σύντομα, όμως, έχασε την δυναμική του.

Οι εξελίξεις της «αραβικής άνοιξης» δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Συρία. Χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν κατά του μονοκομματικού καθεστώτος, διεκδικώντας περισσότερες ελευθερίες και δικαιώματα. Αρχικά, ο Άσαντ προανήγγειλε μεταρρυθμίσεις, αλλά τελικά ο συριακός στρατός επενέβη για να καταστείλει τις εξεγέρσεις. Αυτές οι εξελίξεις, άνοιξαν τον δρόμο στις δυτικές δυνάμεις ώστε να επεκτείνουν την σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Οι προσπάθειες ειρήνευσης και εκδημοκρατισμού της περιοχής μετατράπηκαν σε παιχνίδι των διεθνών δρώντων. Εν ολίγοις, το καθεστώς Άσαντ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την υποστήριξη των συμμάχων του, Ρωσίας και Κίνας, κερδίζοντας πίστωση χρόνου, προκειμένου να καταπνίξει τους αντάρτες. Ακόμα και σήμερα, δέκα χρόνια μετά του κινήματος της αραβικής άνοιξης και του πλήρους εκτροχιασμού του συριακού πολιτικού συστήματος, η έκρυθμη κατάσταση δεν έχει εξομαλυνθεί, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος παραμένει.

Ένα πολύ ιδιαίτερο πολιτικό σύστημα συναντάται στον Λίβανο. Ως πρώην γαλλική αποικία, ο Λίβανος κερδίζει την ανεξαρτησία του το 1943. Λόγω της ιδιομορφίας της λιβανικής κοινωνίας, με εξίσου υψηλά ποσοστά χριστιανών και μουσουλμάνων πολιτών, το πολιτικό σύστημα το οποίο υιοθετήθηκε ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο. Το πολίτευμα του Λιβάνου είναι δημοκρατία, με ιδιάζων κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο στηρίζεται στην κατανομή των εξουσιών και των αξιωμάτων, μεταξύ των κύριων θρησκευτικών και κοινωνικών ομάδων της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι χριστιανός μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός μουσουλμάνος σουνίτης και ο πρόεδρος του κοινοβουλίου μουσουλμάνος σιίτης. Οι 128 θέσεις του λιβανικού κοινοβουλίου μοιράζονται ισομερώς μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ενώ αντίστοιχος καταμερισμός ισχύει και στο στράτευμα, όπου ο αρχηγός του γενικού επιτελείου πρέπει να είναι Δρούζος μουσουλμάνος.

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας, υπό τον Σαντ Χαρίρι που ανέλαβε την εξουσία μετά την εκλογή του νέου προέδρου το 2016, αλλά και η αμέσως επόμενη του Χασάν Ντιάμπ, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στις ιδιαίτερες συνθήκες της ευρύτερης περιοχής αλλά και να περιορίσουν το κλίμα ανασφάλειας, το οποίο προκαλεί ο συριακός εμφύλιος. Οι εκλογές για νέα κυβέρνηση, αναμένονται μέσα στο έτος, ενώ οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έχουν ενταθεί μετά το πρωτόγνωρο ατύχημα και την έκρηξη της Βηρυτού, του καλοκαιριού του 2020, το οποίο οδήγησε και τη κυβέρνηση Ντιάμπ σε παραίτηση. 

Η Ιορδανία πρόκειται για ένα από τα τυπικότερα μοναρχικά καθεστώτα του αραβικού χώρου. Το Χασεμιτικό βασίλειο της Ιορδανίας, εγκαθιδρύεται στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης, η χώρα περνά υπό την βρετανική σφαίρα επιρροής. Τα έντονα προβλήματα ξεκινούν την δεκαετία του 1950, με την μεγάλη ροή Παλαιστινίων προσφύγων στη χώρα. Κυρίαρχο όργανο του πολιτεύματος, όμως, εξακολουθεί να είναι ο βασιλιάς. Η δικαστική εξουσία αποφασίζει εξ ονόματός του και τα μέλη της γερουσίας διορίζονται απ’ αυτόν, ενώ κατόπιν των συνταγματικών αναθεωρήσεων των 1954, 1955 και 1958 οι βασιλικές εξουσίες ενισχύθηκαν περαιτέρω. Αντίστοιχα μεγάλα προσφυγικά κύματα κλήθηκε να απορροφήσει και μετά τον πόλεμο των 6 ημερών και το Γιον Κι Πουρ. Από το 1967, τίθεται σε ισχύ στρατιωτικός νόμος, ενώ από το 1971 ο βασιλιάς διορίζει τον εαυτό του ως πρόεδρο και τον πρίγκιπα αδερφό του, αντιπρόεδρο.

Κατά την δεκαετία του 1990, μετά τον πόλεμο του κόλπου, τίθενται τα θεμέλια για τον εκδημοκρατισμό της χώρας, με τις πρώτες δειλές παραχωρήσεις του μονάρχη. Τα κεκτημένα όμως αυτής της περιόδου, κλυδωνίστηκαν έντονα μετά τον θάνατο του βασιλιά Χουσείν το 1997 και την διαδοχή του από τον γιό του Αμπντάλα Β’ και την έντονη παρουσία του ισλαμικού στοιχείου στην χώρα. Η νέα απόπειρα εκδημοκρατισμού ξεκίνησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και κορυφώθηκε την περίοδο της αραβικής άνοιξης. Ιδιαίτερα κερδισμένο από τις εντάσεις της εποχής βγήκε το «μουσουλμανικό μέτωπο», ενώ ο μονάρχης κατέστειλε τις εξεγέρσεις με την βοήθεια των ΗΠΑ και των υπόλοιπων μοναρχιών του Κόλπου, δεν αναγνώρισε, όμως, την  μουσουλμανική αδελφότητα του Ισλάμ ως τρομοκράτες. Αυτή βέβαια η εφήμερη καταστολή των εξεγέρσεων, χάρη στην εξωτερική αρωγή, δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε με ασφάλεια το πόσο θα διαρκέσει για τον Ιορδανό μονάρχη.

Είναι σαφές πως κάτι έχει ξεκινήσει να αλλάζει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι λαοί της περιοχής εκφράζουν την αντίθεσή τους στην απολυταρχία που επικρατούσε επί δεκαετίες και διεκδικούν ελευθερίες, ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατικότερο τρόπο διακυβέρνησης. Μια τέτοια μετάβαση δεν μπορεί ποτέ να είναι εύκολο και να συμβεί από την μια μέρα στην άλλη. Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι η αλλαγή έχει αρχίσει…


One comment

Απάντηση