Η Υπόθεση του πλοίου “Πηλέας” (1944) υπό τη σκοπιά του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου

της Θεοδώρας Θεοδώρου, Ερευνήτριας της Ομάδας Διεθνούς Δικαίου

Βρισκόμαστε στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η παγκόσμια, και ειδικά η ελληνική ναυτιλία γνώρισε πολλούς κινδύνους. Ένα από τα πολλά ελληνικά φορτηγά πλοία που ήρθαν αντιμέτωπα με τα γερμανικά υποβρύχια τύπου Wolfpack και το οποίο έμεινε στην ιστορία λόγω του βαρύ πλήγματος που υπέστη τόσο το  ίδιο όσο και το πλήρωμά του, ήταν το πλοίο “Πηλεύς” (“Peleus”). Η υπόθεση που εξετάστηκε στο Βρετανικό Στρατιωτικό Δικαστήριο στο Αμβούργο (17-20 Οκτωβρίου 1945), ανέδειξε την απαράδεκτη συμπεριφορά του Κυβερνήτη του γερμανικού υποβρυχίου έναντι πολιτικού πλοίου, και έγινε έκτοτε παράδειγμα προς αποφυγή για τις μετέπειτα ενέργειες των υποβρυχίων έναντι πολιτικών στόχων κατά τη διάρκεια ένοπλων συρράξεων. Πρόκειται για μία υπόθεση που υπογραμμίζει την ανάγκη σεβασμού των αρχών και κανόνων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και θίγει μία από τις σημαντικότερες εθιμικές Αρχές του, αυτή της στρατιωτικής αναγκαιότητας (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2008).

Γεγονότα του 1944

Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Επιτροπή Πολέμου της Βρετανίας, έστελνε εμπορικά πλοία ανοιχτά του Ατλαντικού. Στα μέσα του Μαρτίου του 1944, το πλοίο “Πηλεύς” που είχε ναυλώσει, ήρθε αντιμέτωπο με το γερμανικό υποβρύχιο (Unterseeboot) S/N No U-852. Ο Καπετάνιος του πλοίου ήταν Έλληνας, ενώ τα μέλη του πληρώματος προέρχονταν από διαφορετικές χώρες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Από την άλλη, κυβερνήτης του γερμανικού υποβρυχίου ήταν ο Υποπλοίαρχος (Kapitänleutnant) Heinz Eck. 

Το υποβρύχιο, αφού προσέγγισε προσεκτικά το πλοίο, άνοιξε πυρ εναντίον του και απομακρύνθηκε, σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρησιακή τακτική των υποβρυχίων. Αργότερα, όμως, επέστρεψε με σκοπό να εξακριβώσει το όνομα του πλοίου, την πορεία και τη δραστηριότητά του. Ο κυβερνήτης του υποβρυχίου διαβεβαίωσε το πλήρωμα του “Πηλεύς”, το οποίο είχε ναυαγήσει, ότι θα έρθει κάποιο άλλο πλοίο να τους περισυλλέξει, αντ’ αυτού όμως έδωσε εντολή στον μηχανικό να πυροβολήσει εναντίον τους (ICRC, 1945). Σύμφωνα με την κατάθεσή του, αρχικά, ο Ύπαρχος του γερμανικού υποβρυχίου Kapitänleutnant (Ing) Hans Richard Lenz διαφώνησε λεκτικά στην εντολή του κυβερνήτη («Άκουσα ότι ο Κυβερνήτης είχε αποφασίσει να εξαφανίσει όλα τα ίχνη του ναυαγίου…και είπα ότι διαφωνούσα μ’ αυτή την απόφαση». Όμως, όταν είδε πως την εντολή επρόκειτο να την εκτελέσει ένα χαμηλόβαθμο μέλος του πληρώματος, ο Gefreiter Schwender, θεώρησε ότι δεν έπρεπε να πάρει την ευθύνη για κάτι τέτοιο, και έτσι άρπαξε το όπλο και τελικά εκτέλεσε την διαταγή ο ίδιος. (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2008))

Απώτερος σκοπός, ήταν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος του πλοίου και ιδιαίτερα να σιγουρευτούν πως δεν θα μείνει κανένας επιζών που θα μπορούσε μεταγενέστερα να τους κατηγορήσει. Άρα, αποδεικνύεται έστω και εμμέσως ότι το γερμανικό πλήρωμα του υποβρυχίου, κατά το χρόνο του συμβάντος, είχε και επίγνωση, αλλά και συνείδηση ότι επρόκειτο για μια πράξη παράνομη, άρα νομικά, αλλά και ηθικά σαφώς κατακριτέα, όχι μόνον από πλευράς κανόνων και ηθών του ναυτικού πολέμου, αλλά ακόμη και ως προς τα ειωθότα της ναυτική παράδοσης. Το υποβρύχιο έμεινε στην περιοχή για περισσότερες από 5 ώρες, μέχρι να επιβεβαιωθεί. Παρόλα αυτά, και παρά τους πολυβολισμούς και τις χειροβομβίδες του πληρώματος του γερμανικού  υποβρυχίου, κατάφεραν να διασωθούν τρεις ναυαγοί, οι οποίοι μάλιστα έμειναν ζωντανοί  για 25 μέρες μέσα σε μία σχεδία . Τελικά, οι επιζώντες ναυαγοί περισυλλέγησαν και διασώθηκαν από το πορτογαλικό εμπορικό «Alexandre Silva», 35 ημέρες αργότερα και μεταφέρθηκαν στο λιμάνι Λομπίτο της Αγκόλας (Μαρκαντωνάτος, 2017). Η επιβίωσή τους κατέστησε εφικτή και την μετέπειτα στοιχειοθέτηση της καταγγελίας εις βάρος του Κυβερνήτη και δευτερευόντως του πληρώματος του γερμανικού υποβρυχίου (ICRC, 1945).

Μέσα από την κατάθεση ενός εκ των επιζώντων, του Αντώνη Λιώση, Αξιωματικού Γέφυρας, επιβεβαιώνονται οι ενέργειες του πληρώματος υποβρυχίου και περιγράφονται οι επώδυνες συνθήκες διαβίωσής των ναυαγών τις μέρες που μεσολάβησαν μέχρι τη διάσωση. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «…Το πλήρωμα του υποβρυχίου έψαχνε με τον προβολέα ελέγχοντας εάν είμαστε νεκροί, αλλά ξάπλωσα ακίνητος και καθώς η πλάτη μου ήταν γεμάτη αίματα, νόμιζαν ότι ήμουν νεκρός…» αναδεικνύοντας τις προθέσεις του γερμανικού υποβρυχίου. Έπειτα, σύμφωνα με τα παρακάτω λόγια του, γίνεται αντιληπτή η ψυχική οδύνη που πέρασαν: «Οι καρχαρίες άρχισαν να μαζεύονται και καθώς δεν θέλαμε να δούμε να επιτίθενται στον νεκρό Κωνσταντινίδη, τον ρίξαμε στην θάλασσα όταν είχε σκοτεινιάσει καλά. Βρήκαμε κάποια φάρμακα, μπισκότα και νερό ενώ φτιάξαμε και μια πρόχειρη τέντα για να μας προστατεύσει…». Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναφερθούν τα λόγια του σχετικά με την περισυλλογή τους, που σήμανε τη λήξη της περιπέτειάς τους. Σύμφωνα με τον Αντώνη Λιώση: «Στις 20 Απριλίου είδαμε ένα Πορτογαλικό ατμόπλοιο το S.S Alexandre Silva που τελικά μας περισυνέλεξε . Εκεί μας περιποιήθηκαν και επτά ημέρες αργότερα φτάσαμε στο λιμάνι του Lobito» (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2008).

Βρετανικό Στρατιωτικό Δικαστήριο του Αμβούργου

Η υπόθεση του πλοίου “Πηλεύς” εξετάστηκε από το Βρετανικό Στρατιωτικό Δικαστήριο του Αμβούργου. Ήταν ένα εκ των οποίων είχαν έδρα  στη βρετανική ζώνη κατοχής της Γερμανίας, εκδικάζοντας κατηγορίες για τελεσθέντα εγκλήματα πολέμου από προσωπικό των γερμανικών ΕΔ κατά τον Β’ ΠΠ. Το Δικαστήριο συγκλήθηκε βάσει του βασιλικού Διατάγματος της 14ης Ιουνίου του 1945 και του Στρατιωτικού Νόμου 81/1945, σύμφωνα με τον οποίο εκδόθηκαν οι Κανονισμοί για την εκδίκαση εγκλημάτων πολέμου από τα βρετανικά Στρατιωτικά Δικαστήρια (United Nations War Crime Commission, 1947). Σκοπός του Δικαστηρίου σύμφωνα με το Βρετανικό Διάταγμα ήταν η εκδίκαση και κατ’ επέκταση η τιμωρία των παραβιάσεων των νόμων και των εθίμων του  πολέμου που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή σε κάποιον που επρόκειτο να λάβουν μετέπειτα. Στο Βασιλικό Διάταγμα περιγράφονται καθαρά οι περιπτώσεις που θα εξέταζαν τα αρμόδια Δικαστήρια, οι κανονισμοί που ακολουθούσαν και παράλληλα δινόταν έμφαση στην ευθύνη όλων να προωθούν την τάξη και την επιμέλεια μέσω της τιμωρίας των παραβατών (Royal Warrant 0160/2498, 1945)

Διαθέσιμη εδώ.

Απόφαση Δικαστηρίου

Όπως προηγουμένως αναφέρθηκε, η υπόθεση εκδικάστηκε στο Αμβούργο. Οι κατηγορούμενοι ήταν πέντε. Αρχικά ο κυβερνήτης του πλοίου Kapitänleutnant Heinz Eck, ο Ύπαρχος που άνοιξε πυρ εναντίον των ναυαγών με το πολυβόλο Kapitänleutnant Hans Richard Lenz, άλλα δύο μέλη του πληρώματος που ακολούθησαν τις εντολές του κυβερνήτη, ο Leutnant zur See August Hoffmann και ο γιατρός Marine Stabsarzt Walter Weisspfennig. Η υπεράσπιση του κυβερνήτη Eck επικαλέστηκε την -προαναφερθείσα- εθιμική Αρχή της Επιτακτικής Στρατιωτικής Αναγκαιότητας, ώστε να δικαιολογήσει τις πράξεις των κατηγορουμένων (ICRC, 1945). Επιπλέον, βασιζόμενη στο γεγονός ότι το Αρχηγείο είχε δώσει την εντολή σε όλα τα γερμανικά πλοία και υποβρύχια να μην περισυλλέξουν ναυαγούς προσπάθησε να ελαφρύνει τις κατηγορίες ενάντια του κυβερνήτη. Ωστόσο, αυτές οι διαταγές δεν περιλάμβαναν καμία ρητή εντολή να σκοτώνουν τους επιζώντες των ναυαγίων, μόνο να μην τους διασώζουν. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν αποδείχθηκε ποτέ. Παρόλα αυτά, ο ίδιος ο Eck στην κατάθεσή του δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «Ποτέ πριν τον απόπλου αλλά και μετά από αυτόν, δεν έλαβε διαταγές να βάλλει εναντίον επιζώντων ναυαγών από πλοίο που θα βύθιζε.» (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2008).

Ο Γενικός Εισαγγελέας και το Δικαστήριο έκριναν ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η πράξη του υποβρυχίου. Όμως, θα έπρεπε να συμβαδίζει με την άμεση απομάκρυνση του πλοίου από τον τόπο του εγκλήματος και όχι να παραμείνει εκεί για πέντε ολόκληρες ώρες. Το τελευταίο άλλωστε δείχνει πως το υποβρύχιο δεν διέτρεχε κάποιον ιδιαίτερο κίνδυνο (Μαρούδα, 2015). Επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο αποτέλεσε και το ημερολόγιο του πλοίου, το οποίο ο κυβερνήτης Eck παρέλειψε να καταστρέψει. Σε εκείνο, υπήρχαν στοιχεία που συνέπιπταν με τα λόγια των επιζώντων του πλοίου και φανέρωναν τις ώρες βύθισης του πλοίου και το στίγμα (Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2008). 

Όσον αφορά το ζήτημα των ανωτέρων εντολών που έλαβαν τα μέλη του πληρώματος, ο Γενικός Εισαγγελέας δήλωσε χαρακτηριστικά ότι “Το καθήκον της υπακοής στις ανώτερες εντολές περιορίζεται στην τήρηση διατάξεων που είναι νόμιμες. Δεν υπάρχει καθήκον να υπακούμε σε εντολές που δεν ανήκουν στην έννομη τάξη. Το γεγονός ότι ένας κανόνας έχει παραβιαστεί λόγω μιας κυβερνητικής πολεμικής εντολής ή εντολής μεμονωμένου διοικητή δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό της εν λόγω πράξης ως έγκλημα πολέμου, ούτε παρέχει στους δράστες την ασυλία από την τιμωρία. 

Ο κυβερνήτης Eck θεωρούσε ότι μπορούσε να στηριχτεί στην Αρχή της Επιτακτικής Στρατιωτικής Αναγκαιότητας όχι λόγω ανωτέρας εντολής αλλά λόγω της επικίνδυνης θέσης που σταμάτησε το υποβρύχιό του. Πρώτον, τα αεροπλάνα εκείνη την εποχή και εν μέσω του Ατλαντικού αποτελούσαν απειλή. Με τον φόβο ότι μπορεί να εντοπιστεί από κάποιο αεροπλάνο λόγω των πλωτών σχεδίων που ήταν ορατές, προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε ίχνος. Δεύτερον, εξέφρασε ότι υπήρχε πιθανότητα οι σχεδίες να εξέπεμπαν κάποιου είδους σήμα με αποτέλεσμα το υποβρύχιό του να εντοπιζόταν. Σε αντιπαράθεση με την άποψη του Eck ότι η απόφασή του ήταν δικαιολογημένη, έρχεται ο εισαγγελέας που υποστηρίζει ότι σε αυτή την υπόθεση δεν τίθεται θέμα αν ήταν ή όχι μαχητής και αν είχε το δικαίωμα να σκοτώσει αμάχους με σκοπό να σώσει τη ζωή του. Σε συνδυασμό με αυτό, ο δικαστής υποστήριξε ότι αν ήθελε να μην εντοπιστεί θα μπορούσε απλά να αναπτύξει ταχύτητα και να ξεφύγει κι όχι να παραμείνει στο σημείο για πέντε ώρες. Επομένως, στην υπόθεση δεν τίθεται το ερώτημα αν η στρατιωτική αναγκαιότητα νομιμοποιεί πράξεις όπως το να σκοτώσεις έναν ανυπεράσπιστο ναυαγό για να σώσεις τον εαυτό σου, καθώς πρώτον δεν ετίθετο τέτοιο ζήτημα εδώ όπως φαίνεται από τα στοιχεία και δεύτερον υπήρχε εναλλακτική ώστε να αποφευχθούν τέτοιες πράξεις σκληρότητας (United Nations War Crime Commission, 1947)

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα το δικαστήριο κατέληξε σε μία απόφαση που έμεινε στην ιστορία. Όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Οι Eck, Hoffmann και Weisspfennig καταδικάστηκαν σε θάνατο με πυροβολισμό, ο Lenz καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ο Schwender καταδικάστηκε σε φυλάκιση για 15 χρόνια. Οι ποινές επιβεβαιώθηκαν από τον Αρχηγό του Βρετανικού Στρατού του Ρήνου, στις 12 Νοεμβρίου 1945, και οι ποινές του θανάτου εκτελέστηκαν στο Αμβούργο λίγες μέρες αργότερα (ICRC, 1945).

Η Αρχή της Επιτακτικής Στρατιωτικής Αναγκαιότητας

Η υπόθεση του πλοίου “Πηλέας” αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλήματος πολέμου και γι’ αυτό οφείλεται να ληφθεί υπόψη το Διεθνές Ανθρωπιστικό (της εποχής) Δίκαιο Ένοπλων Συρράξεων (ΔΔΕΣ). Μέχρι εκείνη την περίοδο, υπήρχαν οι Συμβάσεις της Χάγης του 1899 και του 1907. Η υπερασπιστική γραμμή στηρίχθηκε σε μία εκ των τεσσάρων βασικών αρχών του ΔΔΕΣ, αυτή της Στρατιωτικής Αναγκαιότητας, σε μία προσπάθεια να δικαιολογηθούν οι πράξεις των αξιωματούχων. Η αρχή της Στρατιωτικής Αναγκαιότητας η οποία δικαιολογεί τη λήψη μέτρων που είναι αναγκαία για την προστασία του στρατού απέναντι στον αντίπαλο  ή γενικότερα για την επίτευξη νόμιμων στρατιωτικών στόχων που δεν απαγορεύονται από το ΔΑΔ (Μαγκλιβέρας  και Αντωνόπουλος, 2017).

Η συγκεκριμένη εθιμική αρχή μπορεί εκ πρώτης όψεως να έρχεται αντιμέτωπη  με την Αρχή του Ανθρωπισμού (η απαγόρευση ή ο περιορισμός χρήσης όπλων και μεθόδων που προκαλούν ανώφελο πόνο), -που άλλωστε εμπεριέχεται επίσης και στη Ρήτρα Martens, στο προοίμιο της Σύμβασης της Χάγης του 1899- συγχρόνως όμως συνδέεται άρρηκτα μαζί της (Hague Convention II, 1899). Μεταξύ αυτών των δύο πρέπει να υπάρχει μία εξισορρόπηση. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη χρήση οποιουδήποτε μέσου και οποιασδήποτε μεθόδου πολέμου από τα μέρη της σύρραξης. Και οι δύο αρχές αποδέχονται την ύπαρξη περιορισμών που θεσπίζονται ρητά στο Διεθνές Δίκαιο και αφορούν τις μεθόδους και τα μέσα του πολέμου.  Επίσης, είναι σημαντική η σύνδεση των δύο αρχών μέσα από την άποψη ότι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής αλλά και γενικότερα η πρόκληση φθοράς και καταστροφών, θα πρέπει να συναρτώνται άμεσα με την επίτευξη ενός συγκεκριμένου θεμιτού όμως στρατιωτικού πλεονεκτήματος, καθώς και να μην είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο στρατιωτικό πλεονέκτημα (Μαρούδα, 2017).  Η πρώτη αναφορά στην αρχή της στρατιωτικής αναγκαιότητας γίνεται στον Κώδικα Lieber του 1863 στα άρθρα 14-16 ως: «η αναγκαιότητα μέτρων που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση των σκοπών του πολέμου και τα οποία είναι νόμιμα σύμφωνα με το σύγχρονο Δίκαιο των Ενόπλων Συρράξεων» (Lieber Code,1863). 

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως η  Αρχή αυτή συνδέεται με  τις αρχές του ανθρωπισμού και της μη στοχοποίησης μη στρατιωτικών στόχων/αμάχων. Πρώτον την απαγόρευση περιττών τραυματισμών και την πρόκληση μη απαραίτητου πόνου. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει απεριόριστη επιλογή  στα μέσα χρήσης βίας. Αντίθετα, υπάρχει απαγόρευση ως προς την χρήση τέτοιων όπλων που θα προκαλούσαν περιττά τραύματα και μη αναγκαίο πόνο αλλά και η απαγόρευση χρήσης μεθόδων ή όπλων που επιτυγχάνουν την ευρεία και μακροπρόθεσμη βλάβη στο φυσικό περιβάλλον (Μαρούδα, 2015). Δεύτερον, αναφέρεται σε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους. Σύμφωνα με την Απόφαση της Νυρεμβέργης (Judgment of Military Tribunal III, Krupp,1948), το επιχείρημα ότι οι νόμοι του πολέμου μπορούν να παραμερεισθούν μονομερώς όταν ο διοικητής κρίνει ως κρίσιμη την κατάσταση του στρατεύματος, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο παρά συνολική παράβλεψη των κανόνων και των εθίμων του πολέμου. Κάθε φορά που κάποιος στρατιωτικός Διοικητής επικαλείται την αρχή της Στρατιωτικής Αναγκαιότητας προκειμένου να νομιμοποιήσει διαταγές του ή ενέργειες υφισταμένων του στο πεδίο που κατά τ’ άλλα απαγορεύονται από το ΔΔΕΣ, τότε πρέπει να διευκρινίζεται αν υπάρχει νόμιμος στρατιωτικός λόγος που τεκμηριώνει όντως επιχειρησιακά/στρατηγικά την εν λόγω Αναγκαιότητα, προκειμένου να προχωρήσει στις ενέργειες που επιλέγει.

Βέβαια, το πρόβλημα στον καθορισμό του τι συνιστά στρατιωτική αναγκαιότητα και ποια τα θεμιτά όριά της στο πεδίο μιας ένοπλης σύρραξης δεν είναι νέο, ούτε και ανέκυψε πρωτογενώς κατά τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όπου οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν την τακτική των μαζικών και συνοπτικών εξωδικαστικών εκτελέσεων αμάχων και πυρπόλησης ή καταστροφών ιδιωτικών περιουσιών σε χωριά ή πόλεις, ως στρατιωτικά αντίποινα ή μεθόδους εκφοβισμού αμάχων ή «τυφλής» συλλογικής αντεκδίκησης, και μάλιστα σε μαζική, και ενίοτε ολοκληρωτική κλίμακα. Χαρακτηριστική ήταν η συστηματική συμπεριφορά τους σε ελληνικές κατεκτημένες περιοχές, όπου κατέστρεφαν χωριά και πόλεις τους (βλέπε μετέπειτα χαρακτηριζόμενα ως «Μαρτυρικές πόλεις και χωριά»), χωρίς όμως να δικαιολογείται με κάποιο τρόπο αυτή η αδικαιολόγητη στοχοποίηση αμάχων, καθώς ο στρατός τους δεν απειλήθηκε από αυτά. Στην περίπτωσή μας, μιλάμε για μία υπόθεση που διαδραματίζεται σε έναν ωκεανό εν μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με ναυαγούς από εμπορικό πλοίο. Έτσι θα πρέπει να επισημανθεί ότι η στρατιωτική ανάγκη δεν μπορεί να λογιστεί ότι είναι αποδεκτή πρόφαση για την τέλεση εγκλημάτων πολέμου, αλλά αντιθέτως δύναται να συνδέεται με την ανάγκη μη περαιτέρω στοχοποίησης των ναυαγών του πληρώματος του Πηλέα από τον κυβερνήτη του υποβρυχίου, αν αυτό είναι οπωσδήποτε στρατιωτικώς αναγκαίο την συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, και υπό τις συγκεκριμένες επιχειρησιακές συνθήκες. Κατά αυτή την άποψη, μπορεί να δικαιολογηθεί ίσως  η ανάγκη να μην περισυλλεχθούν οι ναυαγοί από το ίδιο το υποβρύχιο, έτσι ώστε να μην διακινδυνεύσει το πλήρωμά του. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν δικαιολογεί τη δολοφονία των ναυαγών που σύμφωνα με το ΔΔΕΣ, ακόμη και την χρονική εποχή του συμβάντος, επιτάσσει σαφώς να μην στοχοποιηθούν, αλλά να τυγχάνουν σεβασμού και προστασίας (Μαρούδα, 2015).

Επίλογος

Η Υπόθεση του πλοίου “Πηλέας¨ έχει μείνει στην ιστορία. Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν πρωτόγνωρες. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για καταδίκη θανάτου για εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από πληρώματα υποβρυχίων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Παρά την ύπαρξη πολλαπλών περιστατικών βύθισης πλοίων του ελληνικού στόλου από γερμανικά υποβρύχια το συγκεκριμένο συμβάν του πλοίου “Πηλέας” εξελίχθηκε σε μία ελληνική τραγωδία που ταρακούνησε την παγκόσμια κοινωνία. Αμέσως μετά το πέρας του πολέμου, υπεγράφησαν οι επόμενες δύο Συνθήκες της Γενεύης το 1949, εκ των οποίων η δεύτερη αφορά τους ναυαγούς.

Βιβλιογραφία

[1] Μαρούδα, Μ.Ν. (2017). Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο των Ενόπλων Δυνάμεων. Στο Μαγκλιβέρας, Κ. και Αντωνόπουλος Κ. (επιμ.), Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας, Αθήνα: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, σελ. 763-818.

[2] Μαρούδα, Μ.Ν. (2015) Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Αθήνα: Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ.

[3] Μαρκαντωνάτος Δ.Γ. (2017). “Έγκλημα και τιμωρία: Ο τορπιλισμός του ελληνικού φορτηγού «Πηλέας»” Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος Απριλίου, σελ 1-17. 

Διεθνείς Πράξεις

[3] United Nation War Crimes Commission (1947). Law Reports of Trials of War Criminals. London: United Nations War Crimes Commission’s Stationery Office. Available: here.

[4] Royal Warrant 0160/2498 (1945). Regulations for the Trial of War Criminals. London: Command of the Army Council. Available: here.

[5] Hague Convention II (1899). Regulations concerning the Laws and Customs of War on Land. Hague. Available: here.

[6] Lieber Code (1863). Instructions for the Government of Armies of the United States in the Field. United States. Available: here.

Υποστηρικτικό Υλικό

[7] ICRC (1945) British Military Court at Hamburg, The Peleus Trial. ICRC. Accessed at 23/12/2020. Available: here.

[8] Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού (2008) ‘Η βύθιση του φορτηγού «ΠΗΛΕΥΣ» και η δίκη του Αμβούργου’. Ναυτική Επιθεώρηση, 168 (566), σελ. 109-120. Available: here.

[9] Οpinion and Judgment of Military Tribunal III in the matter of the United States of America against Alfried Krupp, et aI., defendants, sitting at Nuernberg, Germany, 31 July 1948. Διαθέσιμη εδώ.


Απάντηση