Η διεθνής και ψυχοκοινωνική διάσταση της χρήσης συμβατικών όπλων: Μια ακόμη απειλή για την ανθρωπότητα

του Κωνσταντίνου Καραλαριώτη, Ερευνητή της Ομάδας Κοινωνικών Ζητημάτων

Εισαγωγή

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης είναι να εξετάσει τη σημασία και τα ζητήματα που ανακύπτουν από την χρήση των εμπρηστικών όπλων (incendiary weapons), τον αντίκτυπο που αυτά φαίνεται να έχουν, όταν χρησιμοποιούνται σε άμαχο πληθυσμό, καθώς και τις αδυναμίες, εν τέλει, του Διεθνούς Δικαίου στον περιορισμό της εφαρμογής τους∙ με το τελευταίο να είναι βασικό αίτιο των όσων θα αναφερθούν στη συνέχεια.

Αφορμή της συγκεκριμένης ανάλυσης η επικείμενη διαβούλευση που πρόκειται να γίνει εντός του 2021 για την αναθεώρηση της Σύμβασης για Ορισμένα Συμβατικά Όπλα (CCW) και συγκεκριμένα του Πρωτοκόλλου III, μια απόδειξη πως τα εμπρηστικά όπλα τέσσερις δεκαετίες μετά την υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου εξακολουθούν να απειλούν την ανθρωπότητα.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί πως στόχος δεν είναι η εξέταση μεμονωμένων περιστατικών ή συγκεκριμένων συρράξεων, αλλά μια ολιστική προσέγγιση του ζητήματος. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, η ύπαρξη διαφοροποιήσεων ανά υπόθεση και περιστατικό.

 -Μια χαρτογράφηση των διεθνών θεσμικών κειμένων

Στις 10 Οκτωβρίου του 1980, στο πλαίσιο του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών υιοθετείται η Σύμβαση για Ορισμένα Συμβατικά Όπλα (Convention on Certain Conventional Weapons – CCW or CCWC), η οποία και τίθεται σε πλήρη ισχύ τον Δεκέμβριο του 1983. Σκοπός της εν λόγω Σύμβασης είναι να προστατεύσει τον άμαχο πληθυσμό από τις επιπτώσεις των όπλων που χρησιμοποιούνται σε μια ένοπλη σύρραξη, αλλά και τους μαχόμενους από βασανιστικούς πόνους, που με τη σειρά τους είναι αποτέλεσμα χρήσης βίας που ξεπερνά την επίτευξη του στρατιωτικού στόχου αυτού καθαυτόν. Η Σύμβαση συνοδεύτηκε εξ αρχής από τρία Πρωτόκολλα, εκ των οποίων το τρίτο (Protocol III – Protocol on Prohibitions or Restrictions on the Use of Incendiary Weapons) συγκεκριμένα αναφέρεται στη χρήση των εμπρηστικών όπλων. Εν τοις πράγμασι, λειτουργεί σαν μια “ομπρέλα” γενικών διατάξεων, η οποία συγκεκριμενοποιείται στο εκάστοτε είδος οπλισμού μέσω των προσαρτημένων Πρωτοκόλλων (ICRC, n.d).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως η εν λόγω Σύμβαση σε πρώτη φάση εφαρμοζόταν σε ένοπλες συρράξεις με διεθνή χαρακτήρα, παράμετρος η οποία τροποποιήθηκε για το Πρωτόκολλο II το 1996 και για τα υπόλοιπα το 2001, κατά το Δεύτερο Αναθεωρητικό Συνέδριο. Έκτοτε, και μέχρι και σήμερα, προσπάθειες εφαρμογής της Σύμβασης και του συνόλου των Πρωτοκόλλων αφορούν σε κάθε είδος ένοπλης διαμάχης, διεθνούς και μη χαρακτήρα (ICRD, 2019).

Σημαντικό είναι να αναφερθεί πως στο Άρθρο 1 σχετικά με τον σκοπό της Σύμβασης, αναφέρεται ρητά η άμεση σύνδεσή της με τις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 (Κοινό Άρθρο 2) και τα Πρόσθετα Πρωτόκολλά τους (Πρωτόκολλο I, Άρθρο 1, Παράγραφος 4).

Τι προβλέπει το Πρωτόκολλο III;

Καταρχάς, το Πρωτόκολλο δίνει τον ορισμό των εμπρηστικών όπλων, επισημαίνοντας στο Άρθρο 1 (το οποίο περικλείει διάφορους ορισμούς) πως πρόκειται “για οποιαδήποτε όπλο ή πυρομαχικό, το οποίο είναι πρωταρχικώς σχεδιασμένο, ούτως ώστε να πυρπολεί αντικείμενα ή να προκαλεί εγκαύματα σε ανθρώπους μέσω φλογών, θερμότητας ή συνδυασμό αυτών, παραγόμενα από μια χημική αντίδραση της ουσίας που απελευθερώνεται στο στόχο”.

Στο Άρθρο 2 περιλαμβάνεται ρητή αναφορά στην προστασία των πολιτικών-μη στρατιωτικών στόχων, διευκρινίζοντας πως σε καμία Συνθήκη δεν είναι επιτρεπτή η χρήση τέτοιου είδους όπλων σε άμαχο πληθυσμό, αλλά ούτε και σε στρατιωτικούς στόχους, οι οποίοι εντούτοις εντοπίζονται σε σημείο που είναι συγκεντρωμένος μεγάλος αριθμός πολιτών (Παράγραφοι 1-3). Στο ίδιο Άρθρο αναφέρεται και η προστασία δασών και της χλωρίδας, εκτός αν αυτά χρησιμοποιούνται για την κάλυψη στρατιωτικών αντικειμένων (Παράγραφος 4). Πρόκειται για το μόνο διεθνές όργανο που είναι πλήρως αφοσιωμένο στην επίτευξη του περιορισμού των εμπρηστικών όπλων.

Γιατί το Διεθνές Δίκαιο κατηγορείται ως ανεπαρκές κατά την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής;

Ολοκληρώνοντας το αμιγώς θεσμικό τμήμα της παρούσας ανάλυσης, και προτού προχωρήσουμε στις άμεσες συνέπειες των εμπρηστικών όπλων στην ανθρώπινη ύπαρξη, κρίνεται χρήσιμο να αναφερθούν οι δύο βασικές αδυναμίες του υπάρχοντος Πρωτοκόλλου III.

Καταρχάς, και σύμφωνα με τον ορισμό που αποδίδεται βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, από την ισχύουσα νομοθεσία αποκλείονται αμέσως όσα εμπρηστικά όπλα είναι πολυχρηστικά. Κοινώς, η αναφορά σε οπλισμό που είναι εξ αρχής σχεδιασμένος να πυρπολεί αντικείμενα ή να προκαλεί εγκαύματα σε ανθρώπινους στόχους, δεν συμπεριλαμβάνει πυρομαχικά, τα οποία χρησιμοποιούνται ως προπετάσματα καπνού ή σηματοδότες των στρατευμάτων, όπως ο λευκός φωσφόρος. Η φύση, λοιπόν, ή το μέγεθος του αντικτύπου ή του τραύματος δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον ο πρωτεύων σκοπός ανήκει πέραν του πεδίου εφαρμογής του Άρθρου 1 (HRW, 2020).

Κατά δεύτερον, διαγράφεται ευκρινώς μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των εμπρηστικών όπλων που εκτοξεύονται από τον αέρα και αυτών που εκτοξεύονται από το έδαφος. Παρόλο που απαγορεύει τα πρώτα, αδυνατεί να περιορίσει επαρκώς τα δεύτερα. Αυτό το δεύτερο νομοθετικό “παραθυράκι” στην ουσία αγνοεί το γεγονός πως το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο καταστρεπτικό και απάνθρωπο ανεξαρτήτως του τρόπου εκτέλεσης. Επιπλέον, οι εκ του εδάφους μηχανισμοί δύνανται να έχουν εξίσου μεγάλη ή και μεγαλύτερη κάλυψη εδάφους -άρα, πιο επικίνδυνοι για τους αμάχους- και παράλληλα έχουν πιο εύκολη πρόσβαση σε αυτούς παρακρατικές ομάδες και οργανώσεις. (HRW, 2020)

 -Η σύσταση του οπλισμού και η φύση των χημικών εγκαυμάτων

Τις περισσότερες φορές που γίνεται αναφορά σε εγκαύματα που έχουν προκληθεί από τη χρήση εμπρηστικών όπλων, πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά, αλλά ακόμη και θανατηφόρα εγκαύματα. Στην παρούσα περίπτωση δεν εξετάζουμε τον βαθμό του προκληθέντος εγκαύματος, αλλά την επιφάνεια που αυτό καλύπτει. Εν γένει, εγκαύματα που καλύπτουν το 5-6% της συνολικής σωματικής επιφάνειας δεν χρήζουν νοσηλείας, ενώ όταν το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 5-15%, παρά την εισαγωγή σε κάποια νοσοκομειακή μονάδα, η χειρουργική επέμβαση δεν κρίνεται απαραίτητη. Σε περιπτώσεις που το έγκαυμα εκτείνεται σε περισσότερο από το 15% του ανθρώπινου δέρματος, απαιτείται εντατική φροντίδα με τον κίνδυνο της νεφρικής ανεπάρκειας να ελλοχεύει (HRW, 2020).  

Ο Λευκός Φωσφόρος, αν και υλικό που συναντάται σε προϊόντα που σχετίζονται με την αγροτικό τομέα ή την κατασκευή πυροτεχνημάτων, συναντάται υπερβολικά συχνά και στις εμπόλεμες ζώνες για στρατιωτικούς λόγους. Η έντονα λαμπερή κίτρινη απόχρωση που παράγει, χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού, εμποδίζοντας κατ’αυτόν τον τρόπο την ομαλή λειτουργία συσκευών ανίχνευσης (Aviv et al, 2017).  Όμως, η χρήση του δεν σταματάει εκεί. Η φλόγα, τα εμπρηστικά, αλλά και τα πυρομαχικά που εμπεριέχουν φωσφόρο είναι όπλα τα οποία χρησιμοποιούν μια καύσιμη ύλη ως βασική πηγή, προκειμένου να εξοβελίσουν τους ανθρώπους από οχυρά ή κρυφές τοποθεσίες αλλά και για να καταστρέψουν οποιοδήποτε υλικό -ακόμη και το μέταλλο. Τα πυρομαχικά που περιλαμβάνουν λευκό φωσφόρο αναφλέγονται αβίαστα και άμεσα σε επαφή με τον αέρα στους μόλις 40°C, παράγοντας φλόγες που φτάνουν τους 800°C. Καθοριστικό, ωστόσο, χαρακτηριστικό είναι πως αυτού του είδους τα πυρομαχικά συνεχίζουν να φλέγονται έως ότου στερηθούν του οξυγόνου ή μέχρι την πλήρη κατανάλωσή του (Atiyeh B & Gunn S., 2007). 

“Αν μπορούν να λιώσουν το μέταλλο, τι ελπίδα έχει η ανθρώπινη σάρκα;”

O λόγος που η πρόσφατη (2020) Έκθεση που συνδημιουργήθηκε από την οργάνωση Human Rights Watch και τη Διεθνή Κλινική Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IHRC) της Νομικής Σχολής του Harvard παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημασία, είναι διότι συμπεριλαμβάνει μαρτυρίες θυμάτων με χημικά εγκαύματα, υπογραμμίζοντας στο μέγιστο την ανθρώπινη διάσταση του υπό εξέταση ζητήματος.

Πιο συγκεκριμένα, η Dr. Hallam διερωτάται στην εν λόγω Έκθεση πως “αν μπορούν [τα εμπρηστικά όπλα] να λιώσουν το μέταλλο, τι ελπίδα έχει η ανθρώπινη σάρκα;’. Σημειώνεται, μάλιστα, πως και στην περίπτωση ακόμη, που ένα θύμα καταφέρει να επιβιώσει της επίθεσης, απαιτείται σημαντικό χρονικό διάστημα, ακόμη και μηνών, κατά το οποίο η εντατική ιατρική φροντίδα κρίνεται το λιγότερο απαραίτητη. Μετά την σταθεροποίηση της κατάστασής τους, τα θύματα χρειάζεται να υποβληθούν σε αλλεπάλληλα χειρουργεία αποκατάστασης του δέρματος, με σημαντικότερο και δυσκολότερο στόχο την αποκατάσταση της κινητικότητάς τους. Οι συνέπειες είναι ακόμη πιο μακροπρόθεσμες σε παιδιά και εφήβους, καθώς η διαδικασία της σωματικής ανάπτυξης και διάπλασης καθιστά την διαδικασία πιο σύνθετη, επίπονη και ορισμένες φορές λιγότερο αποτελεσματική, με το δέρμα να αποκτά μια πολύ “σφιχτή” και άκαμπτη μορφή (HRW, 2020). Η απουσία των απαραίτητων υγειονομικών συνθηκών στις εκπαιδευτικές μονάδες εμπόλεμων περιοχών, καθιστά τα νεαρά άτομα ευάλωτα στην επανεμφάνιση μολύνσεων και την πρόσβαση στην εκπαιδευτική διαδικασία σχεδόν ακατόρθωτη.

Μάλιστα, λόγω της σύστασης του λευκού φωσφόρου, η επούλωση των εγκαυμάτων διαρκεί ως επί το πλείστον πολύ περισσότερο από κάθε άλλο παρόμοιο τραύμα (Albarqouni et al., 2012). Για αυτόν ακριβώς το λόγο, εκτενείς φυσικοθεραπευτικοί και εργοθεραπευτικοί κύκλοι αναμένεται να ολοκληρωθούν από τους ασθενείς. Η δυσκολία ολικής αποκατάστασης αποτελεί σημαντικό καταλύτη του κοινωνικού εξοστρακισμού που υφίστανται τα θύματα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια ( Callan M & Henry C, 2015).

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, πως παρόλο που ειδική μνεία γίνεται στις συνέπειες της επαφής του δέρματος με την ουσία, εξίσου επικίνδυνη μπορεί να αποβεί ακόμη και η εισπνοή αυτής, οδηγώντας σε δυσλειτουργία τα ανθρώπινα όργανα ή ακόμη και στο θάνατο (Albarqouni et al., 2012). Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε πως τις περισσότερες φορές οι παροχές περίθαλψης που υφίστανται στις εμπόλεμες ζώνες παραμένουν αυστηρώς περιορισμένες, με την έλλειψη αυτή να δρα ως πολλαπλασιαστής του συνολικού αντικτύπου. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη πως μέρος της επιτυχούς αντιμετώπισης τέτοιου είδους τραυμάτων, βασίζεται στη διαρκή κάλυψή τους με νερό σε συνάρτηση με την συχνή απουσία αυτού από τα πεδία μάχης ( Callan M & Henry C, 2015).

Το ψυχοκοινωνικό τραύμα και το “χάραγμα” της συλλογικής μνήμης

Παρόλο που οι συνέπειες του εν λόγω οπλισμού παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον και χρήζουν εξέτασης και αναγνώρισης, σκοπός της παρούσας ανάλυσης παραμένει η ανάδειξη του ψυχοκοινωνικού τραύματος. Μακροχρόνιοι σωματικοί πόνοι, ανεπανόρθωτη ζημιά στο δέρμα, μόνιμα σημάδια, αλλά και διαφορετικής φύσεως αναπηρίες συνοδεύουν τους πληγέντες. Σε αυτά προστίθενται οι ψυχολογικές και κοινωνικοπολιτικές ζημίες, που επιτείνουν την τραυματική εμπειρία των επιζώντων και των οικογενειών τους.

Το τραύμα, άλλωστε, είναι το μεγαλύτερο ρίσκο όσον αφορά τη δημόσια υγεία κατά τη διάρκεια πολέμου. Το ανησυχητικό που παρατηρείται είναι πως στο πέρασμα του χρόνου, ο στόχος μετακινείται ή καλύτερα επεκτείνεται από την καταστροφή του αντίπαλου στρατεύματος, στην αποσταθεροποίηση των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και ψυχολογικών δομών του αντιπάλου (Atiyeh et al, 2007)

Στην προσπάθεια ανεύρεσης σχετικής βιβλιογραφίας παρατηρείται πως η ίδια η επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει την έλλειψη συστηματικής μελέτης των άνωθεν, δημιουργώντας ένα κενό στην παρατήρηση του φαινομένου πολυπλεύρως. Βέβαια, αντίστοιχο “τυφλό σημείο” στον τομέα της Ψυχολογίας παρατηρείται και στην γενικότερη μελέτη των εγκαυμάτων και της φροντίδας των ασθενών (Bazargani et al., 2011). Μάλιστα, σε άρθρο του σχετικά με το λευκό φωσφόρο και το ναπάλμ, ο Degirmencioglu (2010) ξεκινάει λέγοντας πως: “Η mainstream ψυχολογία δεν ενδιαφέρεται για τους πολέμους και τα όπλα μαζικής καταστροφής”. 

Στο προαναφερθέν άρθρο, αναφέρεται η προτίμηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων σε βόμβες ναπάλμ -κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ το 2003- ακριβώς λόγω του σημαντικού ψυχολογικού αντικτύπου. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού -κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ- όπου για μια ακόμη φορά έγινε εκτενής χρήση ναπάλμ από τις αμερικανικές δυνάμεις, οπτικοποιώντας κατ’αυτόν τον τρόπο την φρίκη, την οποία εντούτοις ελάχιστοι ψυχολόγοι επιδίωξαν να κατανοήσουν και ενδεχομένως μετέπειτα να την διαχειριστούν. Αξίζει να τονιστεί, ωστόσο, πως ο αντίκτυπος δεν διαφαίνεται μόνο σε όσους έρθουν σε επαφή με τις χημικές ουσίες, αλλά και σε αυτούς που είναι μάρτυρες των έντονων σκηνών, κάνοντας έτσι λόγο για ένα ευρύτερο και βαθύτερο τραύμα.

Το έγκαυμα, ακόμη και ως συμβάν εκτός πολέμου, μπορεί να θεωρηθεί μια τραυματική εμπειρία με αξιοσημείωτες κοινωνικοψυχολογικές συνέπειες. Με την μετατραυματική αγχώδη διαταραχή (post-traumatic stress disorder – PTSD) να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, η απομόνωση που συνεπάγεται της διαδικασίας αποκατάστασης, καθώς και το ψυχολογικό βάρος της κινητικής δυσκολίας οδηγούν στην δημιουργία ή και την επίταση ήδη υφιστάμενων ψυχικών παθήσεων, όπως η κατάθλιψη και το άγχος. Η δυνάμει έντονη παραμόρφωση, τα αυξημένα ιατρικά έξοδα και η πιθανή απώλεια εργασίας συμπληρώνουν τους παράγοντες που οξύνουν την “παρουσία” των παραπάνω παθήσεων (Bazargani et al., 2011). Στην ειδική κατηγορία εγκαύματος και στις ιδιάζουσες συνθήκες που εξετάζει η συγκεκριμένη ανάλυση, συμπεριλαμβάνονται και οι διανοητικές επιπτώσεις λόγω της μεγάλης απώλειας υγρών και του μειωμένου οξυγόνου, όπως επίσης και το άγχος που προκαλεί η ιδιαίτερα επίπονη αποκατάσταση (HRW, 2020). 

Ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις παρατηρούνται και κατά την προσπάθεια επανένταξης των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο και στη ζωή που είχαν προτού τραυματιστούν. Σοβαρά εγκαύματα που οδηγούν σε σωματικές δυσλειτουργίες, παραμόρφωση της εικόνας και ψυχολογική δυσφορία λειτουργούν ανασταλτικά στην επάνοδο του ατόμου στην κοινωνία. Συναισθήματα, όπως θυμός, ενοχή και απογοήτευση επηρεάζουν την ψυχική τους υγεία αλλά και την ομαλή συμμετοχή τους σε προγράμματα αποκατάστασης. Όλο το παραπάνω, λοιπόν, τραυματικό βίωμα επηρεάζει αρνητικά το “είναι” του ασθενή, κλονίζοντας την ταυτότητα και την αυτοαντίληψη του επιζώντα (Lotfi et al., 2015). Η ορατότητα των εγκαυμάτων, και η ιδιαίτερη -συχνά αποκρουστική- φύση των χημικών εγκαυμάτων οδηγεί σε έναν περαιτέρω κοινωνικό αποκλεισμό, στην αποφυγή της διάδρασης με αγνώστους, που εντείνονται από την “σιγή” που κυριαρχεί και την άγνοια που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στους ανθρώπους (HRW, 2020). Όλα τα παραπάνω λειτουργούν με δραστικό τρόπο στην ποιότητα ζωής των επιζώντων.

Ειδική διάσταση προστίθεται λόγω του φύλου, με τις γυναίκες και τα κορίτσια να επηρεάζονται ακόμη περισσότερο κοινωνικά από τις συνέπειες ενός τέτοιου τραύματος. Δεδομένου ότι ως επί το πλείστον οι πολεμικές διαμάχες και η χρήση τέτοιου οπλισμού παρατηρούνται σε χώρες, όπου ο θεσμός του γάμου κατέχει μια εξέχουσα θέση, επιβαρύνοντας ως επί το πλείστον τις γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια. Τα πρότυπα ομορφιάς και οι έντονες προσδοκίες γύρω από αυτά σε συνάρτηση με τις γυναίκες είναι κάτι που δεν απασχολεί μονάχα το Δυτικό κόσμο∙ ειδικά με την πιο έντονη εμφάνιση των αισθητικών επεμβάσεων στις χώρες της Ανατολής. (Kashmar et al., 2019). Μια άλλη έρευνα αναφέρει πως οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς σε συμπτώματα κατάθλιψης -χωρίς, ωστόσο, να έχει καθοριστεί ευκρινώς ο παράγοντας του φύλου σε ό,τι αφορά τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Η εν λόγω έρευνα, επικαλούμενη και τα αποτελέσματα άλλων ερευνών, παρατηρεί πως τα ποσοστά τραυματισμένων με εγκαύματα γυναικών είναι υψηλότερα, με τα συμπτώματα να συνδέονται άμεσα με την σωματική παραμόρφωση και τη σεξουαλική δυσλειτουργία (Roh et al, 2011).

Συμπέρασμα

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη βίαιη και άδικη φύση του πολέμου, καθώς και τα καταστρεπτικά αποτελέσματα μιας εμπόλεμης σύρραξης στην συνολική ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Το ζήτημα δεν είναι να είμαστε (ή να παραμείνουμε) αιθεροβάμονες και να ελπίσουμε καλή τη πίστει για τη διαμόρφωση μιας πραγματικότητας που δεν θα περιλαμβάνει τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι να διασφαλιστεί ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, να ενταθεί η προσπάθεια εξάλειψης του ανθρώπινου πόνου και να γίνει πλήρως κατακριτέα η χρήση πολεμοφοδίων που αδιάκριτα εφαρμόζονται σε άμαχο πληθυσμό. 

Βιβλιογραφία/Αρθρογραφία/Πηγές

[1] UN (1980), “Convention on Prohibitions or Restrictions on the Use of Certain Conventional Weapons Which May be Deemed to be Excessively Injurious or to Have Indiscriminate Effects (and Protocolos as amended on 2001), Available here

[2] UN (1980), “Protocol on Prohibitions or Restrictions on the Use of Incendiary Weapons”, Available here

[3] ICRC (n.d), “Treaties, States Parties and Commentaries – Convention on Prohibitions or Restrictions on the Use of Certain Conventional Weapons Which May be Deemed to be Excessively Injurious or to Have Indiscriminate Effects”, Available here

[4] ICRC (2019), “1980 Convention on Certain Conventional Weapons – Factsheet”, Available here

[5] ICRC (1949), “The Geneva Conventions of 12 August 1949”, Available here

[6] ICRC (1977), “Protocol Additional to the Geneva Conventions of 12 August of 1949, and relating to the Protection of Victims of International Armed Conflicts (Protocol I)”, Available here 

[7] HRW & IHRC (2020), “They Burn Through Everything – The Human Cost of Incendiary Weapons and the Limits of International Law”, Available here

[8] Aviv U., Kornhaber R., Harats M., & Haik J. (2017), “The burning issue of white phosphorus: a case report and review of the literature”, Disaster and military medicine, 3, 6, Available here

[9] Atiyeh B., Gunn S., & Hayek S. (2007). “Military and Civilian Burn Injuries During Armed Conflicts”, Annals of burns and fire disasters, vol 20, p. 203-15, Available here

[10] Alabarqouni L., Shaaban N., & Elessi K., (2012), “Interventions for treating phosphorus burns (Revie)”, Cochrane database of systematic reviews, The Cochrane Library, Issue 3, Available here

[11] Calan M., & Henry C. (2015). “Baptized by fire: Protocol III’s imperfect ban on incendiary weapons against civilians in times of war”, Boston University Public Interest Lau Journal vol 24, no. 2, p. 175-194, Available here

[12] Sadeghi-Bazargani H., Maghsoudi H., Soudmand-Niri N., Ranjbar F., & Mashadi-Abdollahi H. (2011), “Stress disorder and PTSD after burn injuries: a prospective study of predictors of PTSD at Sina Burn Center, Iran, Neuropsychiatric disease and treatment, 7, p. 425-429, Available here

[13] Lotfi-M., Feridoon S., Zemanzadeh V. & Valizadej L. (2015), “Preserving Self-Concept in the Burn Survivors:A qualitative Study”, Indian Journal of Palliative Care, vol 21, no 2, p 182-191, Available here

[14] Kashmar, Mohamad MD, Alsufyani, Mohammed A. MD, FAACS; Ghalamkarpour, Fariba MD§; Chalouhi, Micheline MD; Alomer, Ghanima MD, FRCPC; Ghannam, Sahar MD,; El Minawi, Hisham MD; Saedi, Babek MD; Hunter, Nahla MD; Alkobaisi, Abeer MD; Rafla, Karim MBBCh, MSc, MRCS; Zari, Shadi MD, FRCPC; Abdel Razzak Elsayed, Mohamed MD, MRCS, MSc; Hamdan, Firas MD; Santangelo, Samantha PhD; Khater, Mohamed MD, MS, MBA; Rogers, John D. MD, MPH (2019), Consensus Opinions on Facial Beauty and Implications for Aesthetic Treatment in Middle Eastern Women, Plastic and Reconstructive Surgery – Global Open: Volume 7 – Issue 4 – p e2220, Available here

[15] Roh Y.S., Chung H.S., Kwon B. & Kim G. (2012), “Association between depression, patient scar assessment and burn-specific health in hospitalized burn patients”, vol 38, no 4, p. 506-512, Available here


Απάντηση