Συνθήκες που έμειναν στην ιστορία: συγκριτική ανάλυση της Τελικής Πράξης της Βιέννης (1815) και της Συνθήκης των Βερσαλλιών (1919)

του Κώστα Κοντζά, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Η αυγή δύο πολύ διαφορετικών αιώνων

Τον Ιούνιο του 1815, έπειτα από δεκαετίες εξοντωτικών και καταστροφικών πολέμων που διεξήχθησαν στις κοιλάδες της Κεντρικής Ευρώπης με κύριο πρωταγωνιστή τον προελαύνοντα γαλλικό στρατό, η Τελική Πράξη του Συνεδρίου της Βιέννης [1] εμφανίστηκε ως μια προσπάθεια επαναφοράς του status quo ante bellum (σημ. κατάσταση ως είχε πριν τον πόλεμο). Στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα εγκαινίαζαν πέντε, τουλάχιστον, δεκαετίες ειρήνης στην ευρωπαϊκή σκηνή, οι Μεγάλες Δυνάμεις που επικράτησαν στη πανευρωπαϊκή στρατιωτική διένεξη -Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία- έσπευσαν να συμπεριλάβουν την ηττημένη Γαλλία στις συζητήσεις. 

Έναν, σχεδόν, αιώνα αργότερα, το σύστημα της Βιέννης καταλύεται οριστικά. Τις στάχτες του σκορπά η ανεπανάληπτη βιαιότητα και φρικαλεότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που πολύ γρήγορα μετέτρεψαν τον ενθουσιασμό του 1914 [2] σε ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά παράδοξα και το ανάκτορο των Βερσαλλιών σε τόπο γέννησης μιας νέας, μεγαλύτερης καταστροφής. Η ανήλεη ταπείνωση της Γερμανίας από τους Συμμάχους δεν ήταν άλλο από αυτό που σωστά προέβλεψε ο Γάλλος στρατηγός Foch, “μια ανακωχή 20 χρόνων”.  

Τα θεμέλια της μετα-ναπολεωνικής Ευρώπης (1815)

Πάγια επιδίωξη των Δυνάμεων, και ιδίως της Βρετανίας, κατά τις μεταπολεμικές συζητήσεις ήταν η εγκαθίδρυση μιας τάξης πραγμάτων παρόμοιας με αυτή που επικρατούσε πριν το ξέσπασμα των συγκρούσεων. Το μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού άκουγε στο όνομα “ισορροπία δυνάμεων”. Ωστόσο, έγινε εξαρχής σαφές ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο με την ύπαρξη μιας σχετικά δυνατής Γαλλίας ως αντίβαρο στη ρωσική ισχύ, για την οποία ανησυχούσαν αμφότερες Αγγλία και Αυστρία. Οποιαδήποτε απόπειρα για ισορροπία στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν θα τελεσφορούσε αν η Γαλλία ήταν αποφασισμένη να ακολουθήσει τον δρόμο του ρεβανσισμού (πάθος για εκδίκηση), κάτι το οποίο γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Μεγάλες Δυνάμεις όσο και ο κύριος εκπρόσωπος της Γαλλίας στις διαπραγματεύσεις, ο Ταλλεϋράνδος. Το αποτέλεσμα ήταν, λοιπόν, η Γαλλία να μεταχειριστεί από τους Συμμάχους με προσοχή και μετριοπάθεια προκειμένου να μείνει όσο το δυνατόν ικανοποιημένη και να θεωρήσει τη στάση των διαπραγματευτών της “γενναιόδωρη” (Chapman 1998, σελ 16-19 και Kissinger 1995, σελ 93). 

Η ισορροπία δυνάμεων επρόκειτο, στην ουσία, για έναν συμβιβασμό, στη βάση του οποίου βρισκόταν η αμοιβαία αντίληψη ότι είχε επιτευχθεί η διαφύλαξη της ασφάλειας του κάθε κράτους (Chapman 1998, σελ 19).  Χάρη σε αυτή, αλλά και τη σύναψη της Τετραπλής Συμμαχίας μεταξύ Αγγλίας, Αυστρίας, Ρωσίας και Πρωσίας, δεν κατέστη ποτέ δυνατή η αμφισβήτηση της εδαφικής ισορροπίας (Kissinger 2014, σελ 101) και η Γαλλία οδηγήθηκε σε μια πολιτική ρεαλισμού, χωρίς και η ίδια να επιδιώξει αναθεωρήσεις, το πολιτικό και οικονομικό κόστος των οποίων θα ήταν δυσβάσταχτο (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 27-8). Οποιαδήποτε απόπειρα των Γάλλων να αντιστρέψουν την εις βάρος τους κατάσταση αναμφίβολα θα προσέκρουε στην αντίδραση της Τετραπλής Συμμαχίας -σκοπός της τελευταίας, άλλωστε, ήταν να ορθώσει αποτελεσματική αντίσταση σε έναν νέο γαλλικό επεκτατισμό. Βλέποντας την συσσωρευμένη ισχύ των αντιπάλων της, η Γαλλία δύσκολα θα επιχειρούσε να αναμετρηθεί εκ νέου με αυτούς (Kissinger 1995, σελ 94). 

Άξια αναφοράς είναι η μεγάλη συνεισφορά του Ταλλεϋράνδου (του Υπουργού Εξωτερικών του γαλλικού κράτους) στις διαπραγματεύσεις, οι ικανότητες του οποίου επέτρεψαν στην χώρα του, παρά το ότι ήταν ηττημένη και ο λόγος σύγκλησης του Συνεδρίου, να αποφύγει μια συμφωνία με ταπεινωτικούς όρους (Chapman 1998, σελ 37). Η Γαλλία δεν υπέστη κανέναν εδαφικό ακρωτηριασμό και τα σύνορα της ήταν τα σύνορα που είχε προπολεμικά, το 1792, χωρίς τις ξένες κτήσεις. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε, επίσης, και η έντονη απροθυμία της Βρετανίας να εμπλακεί στρατιωτικά στην ηπειρωτική Ευρώπη (Kissinger 1995, σελ. 101, 111).

Ήδη από το 1815 και την υπογραφή μυστικής συνθήκης με τη Βρετανία και την Αυστρία ξεκίνησε η ουσιαστική επανένταξη της Γαλλίας στο σύστημα των Δυνάμεων. Επρόκειτο, βέβαια, για μια προσωρινή συνθήκη, η οποία αντιτασσόταν στις επεκτατικές βλέψεις Ρωσίας και Πρωσίας, ενήργησε όμως καταλυτικά για την άρση της γαλλικής απομόνωσης (Chapman 1998, σελ 38). Το 1818, με το Συνέδριο της Αιξ λα Σαπέλ, η Γαλλία είχε επανεισαχθεί πλήρως στον σύνδεσμο των Μεγάλων Δυνάμεων (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 33). Ο νικημένος εχθρός ήταν πλέον σύμμαχος ενός θεσμού του οποίου στόχος ύπαρξης ήταν η ανάσχεση αυτού. Τώρα συνέπλεαν προς την ίδια κατεύθυνση, την διατήρηση, δηλαδή, της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων (Kissinger 2014, σελ 92). 

Η καταδίκη των Βερσαλλιών (1919)

Στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών, στην Αίθουσα των Κατόπτρων, εκεί όπου 48 χρόνια πριν είχε ανακηρυχθεί η ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, μετά τη συντριβή της Γαλλίας από τον πρωσικό στρατό, υπογράφεται το 1919 η Συνθήκη των Βερσαλλιών. Το πέρας μισού σχεδόν αιώνα δεν ήταν, όμως, αρκετό προκειμένου να ξεθυμάνει η γαλλική δίψα για εκδίκηση -επρόκειτο για έναν παράγοντα που θα σημάδευε ανεξίτηλα τις ειρηνευτικές διαδικασίες και τις προσπάθειες για επιστροφή στη προπολεμική καθεστηκυία τάξη.

Η πορεία του πολέμου δεν δικαίωσε τις αισιόδοξες προβλέψεις για σύντομη λήξη του. Τουναντίον, η μακρά διάρκειά του εξάντλησε τις χώρες και τους λαούς. Η σφόδρα αδιαλλαξία των αντιμαχόμενων δεν βοηθούσε την κατάσταση και κάπως έτσι έγινε φανερό ότι στο τέλος του πολέμου, η μια από τις δύο πλευρές θα έπρεπε να έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά και η άλλη θα έπρεπε να αποδεχτεί το δυσθεώρητο κόστος της νίκης (Kissinger 1995, σελ 246· Χριστοδουλίδης 2004, σελ 547). Ο πόλεμος μέχρι τέλους ήταν μονόδρομος. 

Στο Παρίσι, όπου συγκλήθηκε η Διάσκεψη Ειρήνης -ίσως μια ατυχής επιλογή, ακόμη και κατά τους Βρετανούς- η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εξέφραζε δυναμικά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, κατά την οποία η Γερμανία έπρεπε να τιμωρηθεί σκληρά (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 548). Η αλήθεια είναι πως ένα κράτος που ξεκίνησε έναν πόλεμο έχοντας τόσο μεγαλεπίβολα σχέδια, δύσκολα θα έβρισκε δίκαιη την οποιαδήποτε συνθήκη. Ωστόσο, η Συνθήκη των Βερσαλλιών μπορεί, όχι αδίκως, να θεωρηθεί ένας μονομερής, επαχθής διακανονισμός, γεμάτος εκδικητικότητα, απρονοησία και πολιτική μυωπία -οι δυσχερείς όροι υπαγορεύθηκαν στους ηττημένους, δεν αποτέλεσαν δηλαδή αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ οι τελευταίοι δεν προσκλήθηκαν καν στη Διάσκεψη του Παρισιού, όπως και η μπολσεβίκικη, πλέον, Ρωσία. Οι Σύμμαχοι είχαν αγνοήσει τα δύο μεγαλύτερα και ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης (Χριστοδουλίδης 2004, σελ. 572· Kissinger 1995, σελ 260). 

Η Γερμανία απώλεσε σημαντικό ποσοστό εκτάσεων, υπέστη τεράστιους περιορισμούς στον στρατό και το ναυτικό, παράλληλα με το ότι δεν της επιτράπηκε να διαθέτει αεροπορία [3]. Η επιστροφή της Αλσατίας και της Λωραίνης στη Γαλλία και η αποστρατικοποίηση της περιοχής της Ρηνανίας έμελλε να αποτελέσουν, μεταξύ άλλων, σημαντικά ερείσματα για την εθνικιστική αφύπνιση της γερμανικής κοινωνίας. Οι πολεμικές επανορθώσεις που υποχρεούταν να καταβάλει δεν προσδιορίζονταν με σαφήνεια από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, όμως περιεχόταν σε αυτή μια πρωτοφανής πρόβλεψη, κατά την οποία η Γερμανία έπρεπε να φροντίσει για την αποπληρωμή των συντάξεων των θυμάτων και για αποζημιώσεις υπέρ των οικογενειών τους (Kissinger 1995, σελ 269). Πιο σημαντικό, όμως, ιδίως για τον γερμανικό λαό, ήταν το Άρθρο 231, ή αλλιώς γνωστό ως Άρθρο Πολεμικής Ενοχής, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για όλες τις απώλειες και ζημιές του πολέμου (Kissinger 1995, σελ 274-275). Αυτή ήταν και η βάση για όλες τις ρυθμίσεις σε βάρος της.

Καθ’όλη τη διάρκεια των συζητήσεων, μόνιμος στόχος της Γαλλίας ήταν να αποδυναμώσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη Γερμανία, έτσι ώστε να αποφύγει μια νέα επίθεση αλλά και να εδραιώσει τη δική της πρωτοκαθεδρία στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η Βρετανία από την άλλη, αν και γνώριζε καλά πως η Γερμανία έπρεπε να τιμωρηθεί, δεν ήθελε να πληγεί τόσο δυναμικά ένας σημαντικότατος οικονομικός της εταίρος. Βέβαια, κύριο μέλημά της ήταν και η διατήρηση της ναυτικής της υπεροχής. Οι ΗΠΑ, τέλος, δεν είχαν εδαφικές βλέψεις και επικέντρωσαν την προσοχή τους στην εφαρμογή των Δεκατεσσάρων Σημείων του Προέδρου Γουίλσον, ένα πρόγραμμα ειρήνης εμπνευσμένο από δημοκρατικά ιδεώδη, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, και στην δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 550-558). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα 14 Σημεία του Γ. Γουίλσον υπήρξαν ο ακρογωνιαίος λίθος στην πυραμίδα της τότε φιλελεύθερης θεωρίας διεθνών σχέσεων (Jackson & Sorensen 2006, σελ 67-68).

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ύψωσε έναν ανυπέρβλητο φραγμό στον δρόμο προς μια γαλλο-γερμανική συμφιλίωση. Η ταπείνωση και η κακομεταχείριση της Γερμανίας της έδωσαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογεί με ένα ηθικό κύρος, το οποίο συχνά έβρισκε απήχηση στους βρετανικούς κύκλους (Kissinger 1995, σελ 274). Η Βρετανία μπορεί να είχε εξασφαλίσει την θαλάσσια κυριαρχία της, ωστόσο δεν προέβλεψε, όπως κι οι Σύμμαχοί της, το επερχόμενο κύμα γερμανικού ρεβιζιονισμού και την προοδευτική απήχηση που θα είχε ο εθνικοσοσιαλισμός μεταξύ του της Γερμανίας. Και, όπως θα εξεταστεί και παρακάτω, ήταν έτσι δομημένη η Συνθήκη των Βερσαλλιών που το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να αναχαιτίσει το κύμα αυτό ήταν μια έγκαιρη, βίαιη καταστολή του (Kissinger 2014, σελ 124). Αυτό, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Βιέννη και Βερσαλλίες: μια σύγκριση

Είναι φανερό ότι το 1815 στη Βιέννη, οι ειρηνοποιοί δεν διέπραξαν το ατόπημα στο οποίο θα υπέπιπταν έναν αιώνα αργότερα οι ομόλογοί τους. Η μεν Γαλλία μπορεί να ηττήθηκε, ωστόσο διατήρησε στο ακέραιο τα προπολεμικά της σύνορα και πολύ γρήγορα επανεντάχθηκε στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η δε Γερμανία γνώρισε, μαζί με την ήττα, μια πρωτόγνωρη για το ευρωπαϊκό σύστημα ταπείνωση και έναν πολιτικό εξοστρακισμό που θα εξέτρεφε μόνο εκδικητικότητα (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 21). Ο αποκλεισμός της Γερμανίας, όλων των υπόλοιπων ηττημένων χωρών, αλλά και της Ρωσίας, του προπύργιου του Μπολσεβικισμού, από τη νέα ιθύνουσα τάξη φαινόταν ως κάτι το αυτονόητο το 1919, ως μια απαραίτητη προϋπόθεση για την επανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Η αντίληψη αυτή, άλλωστε, σκιαγραφείται έντονα και σε κείμενα της εποχής (βλ. Hearnshaw 1919, σελ 90-94).

Και στις δύο περιστάσεις ήταν παρόν το αίσθημα του φόβου απέναντι σε μια πολύ ισχυρή επιτιθέμενη δύναμη, όμως σε διαφορετικές εκφάνσεις. Η Γαλλία το 1789 και το 1815 δεν είχε την ισχύ της Γερμανίας του 1914 και του 1919. Ως εκ τούτου, η ταπείνωση και ο διαμελισμός της Γαλλίας δεν κρίθηκε επιτακτικός. Στις Βερσαλλίες, εντούτοις, αυτή πρώτη από όλες θα ζητούσε την στρατιωτική και οικονομική εξουθένωση του μεγάλου αντιπάλου της (Langhorne 1986, σελ 315-6). 

Ο συνασπισμός που υποχρέωσε σε ήττα τον στρατό του Ναπολέοντα παρέμεινε για αρκετό καιρό ενωμένος μετά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Βιέννης. Η Τετραπλή Συμμαχία -αποτελούμενη από Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία- αποτέλεσε έναν ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα στις όποιες αναθεωρητικές βλέψεις μπορεί να είχε η Γαλλία, η οποία γνώριζε ότι θα ερχόταν εκ νέου αντιμέτωπη και με τους τέσσερις (Kissinger 1995, σελ 257).  

Το 1919 η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Η Ρωσία, πλέον Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε συνταχθεί με τους Συμμάχους στον πόλεμο για 4 χρόνια, δεν κλήθηκε καν στη Διάσκεψη του Παρισιού. Οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, από την άλλη, συμφώνησαν να αναλάβουν εγγυήσεις ανάσχεσης της Γερμανίας χωρίς να είναι διατεθειμένες να τις υποστηρίξουν, πρωτίστως επειδή έκριναν πως αυτή δεν θα ήταν σε θέση να διεκδικήσει μια αναθεώρηση του διακανονισμού των Βερσαλλιών. Χαρακτηριστικό είναι πως η Συνθήκη δεν επικυρώθηκε ποτέ από την αμερικανική Γερουσία (Kissinger 1995, σελ 266-7· Χριστοδουλίδης 2004, σελ 575). Ακόμη και η Ιταλία βρέθηκε δυσαρεστημένη στο τέλος της ημέρας. Έχοντας αλλάξει στρατόπεδο στις αρχές του πολέμου, οι υποσχέσεις που πήρε από τους Συμμάχους για σημαντική εδαφική επέκταση πραγματοποιήθηκαν σε πολύ μικρό βαθμό. Ως αποτέλεσμα, ο σπόρος της μνησικακίας και της απογοήτευσης άρχισε να μεγαλώνει στο ιταλικό έδαφος (Χριστοδουλίδης 2004, σελ 574-575). Έτσι, την αυγή της νέας δεκαετίας, ο νικηφόρος συνασπισμός των συμμάχων ήταν πλήρως κατακερματισμένος. 

Μία αξιοσημείωτη αποτυχία της Συνθήκης των Βερσαλλιών έγκειται στην λανθασμένη εκτίμηση του μεταπολεμικού εδαφικού καθεστώτος. Η διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας και η υποχώρηση της Ρωσίας από τα ευρωπαϊκά εδάφη, σε συνδυασμό με την ανάδυση νέων, αδύναμων κρατών (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Αυστρία), άφηναν την Γερμανία πολύ ισχυρότερη γεωπολιτικά σε σχέση με το 1914 και την έναρξη του πολέμου. Πλέον, με δεδομένη την απροθυμία Αμερικής και Βρετανίας να εμπλακούν σε νέα σύγκρουση και την αποδυνάμωση της Γαλλίας μετά τις πολυετείς συγκρούσεις, δεν υπήρχε καμία μεγάλη δύναμη να αναχαιτίσει έγκαιρα μια νέα γερμανική επίθεση (Kissinger 1995, σελ 272). Στην περίπτωση της Γαλλίας το 1815, η ίδια δεν κατακερματίστηκε, ωστόσο τα ανατολικά της σύνορα ήταν σχεδιασμένα έτσι ώστε όχι να αποτρέψουν μια νέα γαλλική εισβολή -το πλήθος των μικρών γερμανόφωνων κρατιδίων και το ανεξάρτητο πλέον Βέλγιο δεν προσφέρονταν για κάτι τέτοιο- αλλά να την καθυστερήσουν, δίνοντας χρόνο στις υπόλοιπες Δυνάμεις να αναδιοργανωθούν και να αντιδράσουν (Chapman 1998, σελ 41-42).

Κατά την εξέταση των δύο αυτών διευθετήσεων της ευρωπαϊκής τάξης, είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί ότι, με απόσταση ενός αιώνα, οι αντιλήψεις γύρω από τον πόλεμο είχαν διαφοροποιηθεί. Στη Βιέννη το 1815 δεν υπήρχε η ανάγκη να αποδοθούν ηθικές ευθύνες για τις αιματηρές συγκρούσεις· ο Μέττερνιχ, ο Ταλλεϋράνδος και οι υπόλοιποι διαπραγματευτές θεωρούσαν τον πόλεμο ως μια αναπόφευκτη εξέλιξη της συνύπαρξης Μεγάλων Δυνάμεων, εκ των οποίων η κάθε μια είχε τα δικά της συμφέροντα. Το 1919, όμως, φαινόταν απαραίτητη η απόδοση ευθυνών στον ηττημένο. Η συντριβή της Γερμανίας και των συμμάχων της έπρεπε να εδραιωθεί σε αδιαπραγμάτευτα ηθικά ερείσματα -εξ ου και το άρθρο της πολεμικής ενοχής (Kissinger 1995, σελ 275).  Θα μπορούσε, ίσως, να γίνει η υπόθεση πως η μεταβολή αυτή οφείλεται εν μέρει στην εκρηκτική πρόοδο της τεχνολογίας κατά τις αρχές του 20ου αιώνα. Η ταχύτατη διάδοση των ειδήσεων και το μέσο της φωτογραφίας θα μπορούσαν πιθανώς να καταστήσουν τη πίεση της κοινής γνώμης για τιμωρία αφόρητη στους ώμους των ειρηνοποιών. 

Αποτίμηση

Τόσο το Συνέδριο της Βιέννης όσο και η Συνθήκη των Βερσαλλιών ήρθαν να “κλείσουν” δύο πολύ άσχημες και δύσκολες εποχές στην Ευρώπη, με στόχο να αποτρέψουν έναν νέο πανευρωπαϊκό πόλεμο. Κάπου εκεί, όμως, σταματούν οι ομοιότητές τους. Μετά τη Βιέννη, ακολούθησε μισός σχεδόν αιώνας ειρήνης, χωρίς κάποια αιματηρή σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Μετά τις Βερσαλλίες, είχε ήδη δρομολογηθεί ένας ακόμη χειρότερος πόλεμος από αυτόν στον οποίο έβαλε τέλος η Συνθήκη. Πρακτικά, πέτυχε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ήθελε, γεγονός που διαγράφεται σε πολλές από τις αποφάσεις των ειρηνοποιών. Η θεμελιώδης αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, για παράδειγμα, ένα εκ των βασικών από τα Δεκατέσσερα Σημεία του Γουίλσον, ουδέποτε εφαρμόστηκε πραγματικά, με αποτέλεσμα εκατομμύρια ανθρώπων να βρεθούν να ζουν υπό ξένη κυριαρχία, στην Γιουγκοσλαβία, στη Τσεχοσλοβακία, στη Πολωνία αλλά και στη Ρουμανία. 

Η ιδανική συνθήκη ειρήνης δεν υπάρχει. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι μια διεθνής τάξη που αντιλαμβάνεται ως άδικη από το πλήθος των υποκειμένων της, πολύ σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με την αναταραχή και τη βία, θα κλονιστεί (Kissinger 1995, σελ 90-92). 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Χριστοδουλίδης, Θ. (2004). Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων (4η ed., Vol. 2ο). Ι. Σιδέρης.

Boemeke, M. F., Feldman, G. D., & Glaser, E. (1998). The Treaty of Versailles: A Reassessment After 75 Years. Cambridge University Press.

Chapman, T. (1998). The Congress of Vienna 1814-1815. Routledge.

Hearnshaw, F. (1919). Vienna and Versailles, 1815 and 1919. Journal of Comparative Legislation and International Law, 1(1), 90-94, Διαθέσιμο εδώ

Jackson, R. & Sorensen G., (2006). Θεωρία και Μεθοδολογία των Διεθνών Σχέσεων: Η Σύγχρονη Συζήτηση, Εκδόσεις Gutenberg

Kissinger, H. (1956). The Congress of Vienna: A Reappraisal. World Politics, 8(2), 264-280, Διαθέσιμο εδώ

Kissinger, H. (1995). Διπλωματία. Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη.

Kissinger, H. (2014). Παγκόσμια Τάξη. Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη.

Langhorne, R. (1986). Reflections on the Significance of the Congress of Vienna. Review of International Studies, 12(4), 313-324, Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση