Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα στην κοινωνία της αβεβαιότητας

του Παύλου Καραγρηγόρη, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Η αυτοματοποίηση και οι νέες τεχνολογίες που πλαισιώνουν την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση οδηγούν σε τεράστια αύξηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, όπως και στην άνοδο νέων μορφών απασχόλησης και παραγωγής. Επιπλέον, δημιουργούν και νέες δυνατότητες για την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ανθρώπου, με καινοτομίες σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής (ιατρική, παραγωγή τροφίμων, μέσα μεταφοράς κ.ά). Μέσω της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης έρχεται ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ανθρώπινης εργασίας, καθώς οι μηχανές γίνονται ικανές να εκτελέσουν όλο και περισσότερες λειτουργίες με διαρκώς αυξανόμενες αποδόσεις (σε ορισμένους τομείς σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από έναν ανθρώπινο εργάτη). Οι αλλαγές που έρχονται στις εργασιακές σχέσεις ίσως είναι κάτι ξένο και πέρα από την κατανόηση μας, ωστόσο είναι φανερό πως πολλοί επαγγελματικοί κλάδοι, ακόμη και ενός ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου, θα σταματήσουν να υφίστανται εξ’ ολοκλήρου είτε θα υποστελεχώνονται.

Η υπάρχουσα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα δεν φαίνεται ικανή να αντιμετωπίσει τις ακραίες συνέπειες που θα προκαλέσουν αυτά τα νέα κύματα ανεργίας, οι οποίες ενδέχεται να απειλήσουν μέχρι και το 50% των θέσεων εργασίας. Αφενός οι μελλοντικές θέσεις εργασίας δεν δύνανται, με βάση τα τωρινά δεδομένα, να καλύψουν τους ανέργους του κοντινού μέλλοντος, ενώ αφετέρου το αποσυντεθειμένο κοινωνικό κράτος δεν μπορεί να αποτελέσει αρωγός όσων θα ανήκουν σε αυτή τη μελλοντική μη-τάξη ανέργων και εργατών υπό συνθήκες επισφάλειας. Σίγουρα η εύρεση νέων απασχολήσεων, όπως και το re-training, είναι σημαντικά θέματα που ενδέχεται να δώσουν λύση στο δημιουργηθέν από την αυτοματοποίηση πολλών επαγγελμάτων πρόβλημα. Ωστόσο, το επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου αφενός έχει επικεντρωθεί στις μελλοντικές θέσεις εργασίας που θα καλύψουν οι μηχανές και όχι στο πως θα εξασφαλιστεί ο βίος όσων χάσουν τις δουλειές τους (πολλές εκ των οποίων θα είναι θέσεις διανοητικής εργασίας με σχετική εξειδίκευση), ενώ αφετέρου οι μελλοντικές θέσεις εργασίας βασίζονται σε μελλοντικές τεχνολογίες και καινοτομίες με αποτέλεσμα η συζήτηση για αυτές να μην αποτελεί τόσο προσπάθεια ανεύρεσης λύσεων όσο έναν ευρύτερο προβληματισμό.

Μία λύση η οποία ανήκει περισσότερο στον χώρο του πραγματικού και έχει αρχίσει διαδίδεται τα τελευταία χρόνια είναι η εφαρμογή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Universal Basic Income) σε κάθε πολίτη. Ο μισθός ενός ανθρώπου ουσιαστικά αποτελεί σε μεγάλο βαθμό την αξία της αναπαραγωγής της εργασίας του, αλλά πολλοί είναι οι ρόλοι σε μία κοινωνία που παρά την μεγάλη τους σημασία δεν αμείβονται (π.χ. μία μητέρα που αναγκάζεται να παραμείνει στο σπίτι έτσι ώστε να φροντίσει ένα παιδί με αναπηρία), ενώ η αυτοματοποίηση απειλεί επαγγέλματα με υψηλό μισθό και εξειδίκευση με αποτέλεσμα εργάτες με χρόνια εμπειρίας και πληθώρα δεξιοτήτων να έχουν μηδενικό εισόδημα (π.χ. οδηγοί φορτηγών). Οι παροχές επιδομάτων και υπηρεσιών πρόνοιας από το κράτος δέχονται μεγάλη κριτική από μερίδα πολιτών εξαιτίας της κακής τους υλοποίησης ενώ στα πλαίσια της γενικευμένης διαφθοράς που κυριαρχεί στον τομέα της δημόσιας διοίκησης και πολιτικής πολλοί είναι αυτοί που δεν εμπιστεύονται το κράτος ως κοινωνικό αρωγό και ως διαχειριστή της αναδιανομής του εθνικού πλούτου. 

Στον πυρήνα του, το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα περιέχει την λύση για πολλά από τα προβλήματα που μαστίζουν το κοινωνικό κράτος. Αρχικά παρέχεται αναγνώριση και υποστήριξη σε πολλές αφανείς λειτουργίες του ατόμου εντός μιας κοινωνίας, όπως όσων φροντίζουν τα ευάλωτα μέλη της οικογένειας τους, αποτελούν οι ίδιοι ευάλωτα μέλη, εργάζονται ως εθελοντές ή δεν μπορούν λόγω αντικειμενικών δυσκολιών να δουλέψουν. Επιπλέον παρέχεται ένας δυνατός ιστός κοινωνικής ασφάλειας σε όσους θα χάσουν την δουλειά τους εξαιτίας του οικονομικού μετασχηματισμού που συντελείται στα πλαίσια της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Έπειτα τα άτομα θα σταματήσουν να αποτελούν πελάτες του κράτους λαμβάνοντας παροχές που το ίδιο το κράτος ορίζει (και όπου μεγάλο κομμάτι της χρηματοδότησής τους δεν πάει στον πολίτη), αλλά αντιθέτως θα επιλέγουν τα ίδια ελεύθερα σε ποιες ανάγκες τους θα αφιερώσουν το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ενισχύοντας σε όρους πραγματικού ανταγωνισμού την οικονομία. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί πως, το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα δεν αποτελεί ούτε πανάκεια, ούτε μπορεί από μόνο του να χρηματοδοτήσει την ζωή ενός ανθρώπου. Από δημοσιονομική άποψη, είναι αδύνατη η εύρεση των απαραίτητων πόρων και από νομισματική άποψη απλώς θα οδηγήσει σε καταστροφικές πληθωριστικές τάσεις, ενώ ταυτόχρονα έτσι δε θα χρειαζόταν κανένας να δουλέψει, πράγμα αδύνατο σε μία κοινωνία που βασίζεται (έστω όλο και λιγότερο) στην ανθρώπινη εργασία. Το εισόδημα πρέπει να έχει στόχο να ανασύρει τους πολίτες από την απόλυτη φτώχεια και εξαθλίωση, να παρέχει μία βασική υποστήριξη στα άτομα που δεν δύνανται να δουλέψουν, να ενισχύσει οικονομικά τις οικογένειες που ανήκουν στην εργατική και στην μικρομεσαία στράτα εισοδημάτων, να παρέχει την απαραίτητη στήριξη σε όλους όσους θα βρεθούν σε επισφαλή κατάσταση εξαιτίας του οικονομικού μετασχηματισμού (φέρνοντας τεράστια κέρδη σε όσους θα ελέγχουν τα νέα μέσα παραγωγής) και να ενισχύσει την εθνική οικονομία μεταφέροντας τον τεράστιο πλούτο της αυτοματοποίησης και της σύγχρονης οικονομίας στις τσέπες των πραγματικών συντελεστών του, των καταναλωτών.

Οι επικριτές αυτής της κίνησης είναι πολλοί και αρκετά από τα επιχειρήματα τους ορθά, αλλά ακόμη και σε αυτό το πεδίο τα υπέρ και τα κατά ανήκουν περισσότερο στο θεωρητικό επίπεδο. Αυτό που έχει αξία την παρούσα στιγμή είναι η παρουσίαση των πρακτικών εφαρμογών του Ελάχιστου Εγγυημένου εισοδήματος.

Αλάσκα: Η Αλάσκα αποτελεί μία ιδιαίτερη πολιτεία, βρίσκεται αποκομμένη από τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ επιπλέον δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόξενο για τον άνθρωπο περιβάλλον. Ωστόσο ο τεράστιος πλούτος της την καθιστά αναπόσπαστο κομμάτων των Η.Π.Α και καταφέρνει να προσελκύσει αρκετούς πολίτες στο να εγκατασταθούν σε αυτή. Η παραγωγή πετρελαίου στην Αλάσκα αποτελεί μία βιομηχανία δισεκατομμυρίων στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η οικονομία της πολιτείας, σύμφωνα με το σύνταγμα της οποίας το 25% των σχετικών εισοδημάτων επενδύονται στο Alaska Permanent Fund. Η αξία αυτού του fund ξεπερνά τα 64.000.000.000$ και μέρος του χρησιμοποιείται για να παρέχει ένα ετήσιο εγγυημένο εισόδημα σε κάθε πολίτη της Αλάσκα, της τάξης των 1.600$ (για το 2019). Το εισόδημα αυτό ωστόσο μετά βίας δύναται να καλύψει τα συνολικά έξοδα διαβίωσης για 2 εβδομάδες στην πολιτεία αλλά σίγουρα αποτελεί μία απαραίτητη επιπλέον στήριξη που βοηθά τους πιο οικονομικά αδύναμους πολίτες να καλύψουν αρκετές δευτερεύοντες ανάγκες τους (λογαριασμούς, επιδιορθώσεις, ρουχισμό κ.λπ.). Για αρκετούς πολίτες ωστόσο αυτά τα χρήματα αποτελούν σε κάθε περίπτωση εντελώς αναγκαία, καθώς σύμφωνα με μία έρευνα του 2019, το 2000 το εισόδημα αυτό ανέσυρε το 12.4% του ιθαγενούς πληθυσμού της Αλάσκα από την απόλυτη φτώχεια, μεταξύ άλλων θετικών επιπτώσεων (υγεία, γεννήσεις, υγεία, κατανάλωση, εγκληματικότητα).

Καναδάς: Ο Καναδάς έχει πρωτοστατήσει στο πεδίο του Ελαχίστου Εγγυημένου εισοδήματος, καθώς ήδη από την δεκαετία του 1970 έχουν γίνει πειράματα σε περιοχές της χώρας με την παροχή εισοδήματος σε πολίτες. Το πιο γνωστό είναι το πείραμα του Mincome (Manitoba Basic Annual Income Experiment) που εφαρμόσθηκε από το 1974 έως το 1979 σε περιοχές της περιφέρειας της Manitoba. Το πείραμα αυτό, στο οποίο συμμετείχαν χιλιάδες πολίτες, συνάντησε πολλές αντιξοότητες στην εφαρμογή και την ανάλυση του, λόγω οικονομικών και γραφειοκρατικών δυσκολιών, με αποκορύφωμα το φιάσκο της μη εκπόνησης τελικής έρευνας των δεδομένων του πειράματος. Ωστόσο, συνεντεύξεις με πολίτες που ήταν δέκτες περιγράφουν κατά κάποιο τρόπο τα αποτελέσματα: «Το πρόγραμμα ήταν αρκετό έτσι ώστε να φέρει τα εισοδήματα μας εκεί που πρέπει να είναι, μας επέτρεπε να βάλουμε λίγη κρέμα στον καφέ μας», «Το πρόγραμμα αυτό μας επέτρεπε να έχουμε αρκετά χρήματα έτσι ώστε να μπορέσουμε να ταΐσουμε τα παιδιά μας, πραγματικά έκανε διαφορά και δεν έπρεπε να το σταματήσουν».

Το 2017, η περιφέρεια του Οντάριο αποφάσισε να εφαρμόσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για 4.000 άτομα που θα λάμβαναν σχεδόν 17.000$ ετησίως, ωστόσο διεκόπη μόλις μετά από 10 μήνες με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξαχθούν ορθά συμπεράσματα για αυτό.

Φινλανδία: Η Φινλανδία διεξήγαγε μία επιστημονική μελέτη από τις αρχές του 2017 μέχρι τα τέλη του 2018 οπού κατά την διάρκεια της οποίας παρείχε σε 2.000 ανέργους πολίτες της ένα Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα 560€ τον μήνα. Στο τέλος της έρευνας οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο τα αποτελέσματα του οποίου συγκρίθηκαν με αυτά ενός control group 173.000 ανθρώπων που λαμβάνει επίδομα ανεργίας. Το 60% των συμμετεχόντων απάντησε πως καταφέρνει να ζήσει μία καλή ζωή σε αντίθεση με το 52% του control group, ενώ το 22% δήλωσαν πως βιώνουν συμπτώματα κατάθλιψης έναντι του 32% για το control group. Επιπλέον ο μέσος όρος ημερών εργασίας ανά έτος για τους συμμετέχοντες ήταν 78 μέρες έναντι 72 για το control group. Τέλος, ο δείκτης συνολικού βιοτικού επιπέδου για τους συμμετέχοντες ήταν 7.3/10 έναντι 6.8/10 για το control group.

81 συμμετέχοντες πήραν μέρος σε συνέντευξη για τις επιδράσεις της έρευνας στη ζωή τους. Πολλοί εξ’ αυτών δήλωσαν πως το εισόδημα τους βοήθησε να προσφέρουν περισσότερα στην κοινότητά τους, είτε μέσω εθελοντικής εργασίας είτε μέσω της παροχής φροντίδας σε ευάλωτα άτομα. Επιπλέον η πλειοψηφία εξέφρασε πως το εισόδημα τους βοήθησε να αυτονομηθούν και να αναζητήσουν κάποια καλύτερη απασχόληση. Η μεγαλύτερη αύξηση απασχόλησης σημειώθηκε στους συμμετέχοντες με παιδιά και σε αυτούς που δεν ομιλούν την φινλανδική ως την πρώτη γλώσσα τους. Συνολικά η παροχή αυτού του εισοδήματος βοήθησε τους ανέργους να διεκδικήσουν ξανά την ζωή τους αποφεύγοντας επισφαλείς θέσεις εργασίας και επιδιώκοντας με μία νέα αυτοπεποίθηση να ζήσουν την ζωή τους έτσι όπως πριν γίνουν άνεργοι.

Αν και η γενική αύξηση του βιοτικού επιπέδου ήταν κάτι το αναμενόμενο για τους συμμετέχοντες της έρευνας αυτό που προκάλεσε τις περισσότερες εντυπώσεις ήταν η αύξηση της απασχόλησης στους συμμετέχοντες σε σχέση με τα μέλη του control group. Το συγκεκριμένο στατιστικό λοιπόν δείχνει σε κάποιο βαθμό πως η παροχή ενός εγγυημένου εισοδήματος δεν ωθεί αυτόματα τα άτομα στην ανεργία και την οκνηρία.

Δυστυχώς δεν έχουν υπάρξει ούτε πολλά πειράματα, ούτε πολλές πρακτικές εφαρμογές πολιτικών ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος, ενώ οι εφαρμογές του έχουν αντιμετωπίσει εμπόδια οικονομικά, πολιτικά, επιστημονικά και αρκετές φορές έχουν γίνει με κριτήρια που εμποδίζουν την εξαγωγή απαραιτήτων συμπερασμάτων. Το ζήτημα της μαζικής εφαρμογής μίας τέτοιας πολιτικής σίγουρα είναι κάτι το αμφιλεγόμενο και πολλές από τις ενστάσεις έναντι αυτής είναι ορθές, ωστόσο ο οικονομικός και τεχνολογικός μετασχηματισμός σε συνδυασμό με την πανδημία φανερώνουν το πόσο ευάλωτες είναι πολλές θέσεις εργασίας και το πως ο πλούτος μπορεί να αναπαράγεται χωρίς αυτές (αξίζει να δει κανείς την εκτίναξη του net worth των πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο την περίοδο της πανδημίας παρά τις οικονομικές δυσκολίες για τους νέους ανέργους και φτωχούς). Πάντως κάθε σωτήρια για την οικονομία και την κοινωνία πολιτική, όταν εφαρμόστηκε, πράγματι ήρθε αντιμέτωπη με μεγάλα ρεύματα αμφισβήτησης και δυσπιστίας.


Απάντηση