Αφρικανική Ένωση και διαχείριση διενέξεων: η περίπτωση του Μάλι (2012)

του Γιάννη Τσικαλάκη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Πρόλογος 

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις, και καθόρισε εκ νέου τους πρωταγωνιστές σε αυτές. Έτσι, πέραν των κυρίαρχων κρατών κάνουν αισθητή τη παρουσία τους διακυβερνητικοί, υπερεθνικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες με ενεργό και έντονη δράση, αναδιαμορφώνοντας τις ισορροπίες στο διεθνές σύστημα (π.χ. Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών). Με τον όρο “διακυβερνητικός οργανισμός” εννοούνται “οντότητες δημιουργημένες με επαρκή οργανωτική δομή και αυτονομία να παρέχουν επίσημες, διαρκείς, πολυεπίπεδες διαδικασίες λήψης αποφάσεων μεταξύ κρατών, παράλληλα με την ικανότητα να εκτελούν τη συλλογική βούληση των (κρατών) μελών τους (Volgy et al. 2008, σ. 839).

Υπό αυτό το πρίσμα, η παρούσα έρευνα εξετάζει την Αφρικανική Ένωση (εφεξής γνωστή ως ΑΕ/AU), έναν παναφρικανικό, διακυβερνητικό οργανισμό που προωθεί την ενότητα και την αλληλεγγύη ανάμεσα στα αφρικανικά κράτη (The Editors of Encyclopaedia Britannica 2020). Η Αφρικανική Ένωση συστάθηκε το 2002 αποτελούμενη και από τα 55 κράτη της αφρικανικής ηπείρου. Πρόκειται για τη μετεξέλιξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας, που δραστηριοποιήθηκε τη περίοδο 1963 έως 1999(1). Στο κείμενο αυτό, αρχικά παρατίθεται μια σύνοψη των βασικών στόχων της ΑΕ, με έμφαση στην ασφάλεια και τη διαχείριση διενέξεων. Στη συνέχεια, μελετάται η συνεργασία της ΑΕ με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), εστιάζοντας στις περιπτώσεις διατάραξης της ειρήνης. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται και αποτιμάται, ως μελέτη περίπτωσης, η εμπλοκή της Α.Ε. στην κρίση του Μάλι (2012).

Αφρικανική Ένωση: στόχοι, ρόλος και διαχείριση διενέξεων 

Η Αφρικανική Ένωση, ξεχωρίζει για τις καινοτόμες πρακτικές της σε μια ήπειρο που ταλανίζεται από μια πληθώρα ζητημάτων. Η αναβάθμισή της από τον Οργανισμό Αφρικανικής Ενότητας σε Ένωση συνοδεύτηκε και από μία μεταστροφή του βασικού στόχου της, από την απαίτηση για απαλλαγή της αποικιοκρατίας και των συνεπειών της, στη φιλοδοξία για  “μια ενοποιημένη, επιτυχημένη και ειρηνική Αφρική, καθοδηγούμενη από τους πολίτες της και αντιπροσωπευτική μιας ισχυρής δύναμης στην παγκόσμια αρένα”(2). Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ζητήματα ειρήνης και ασφαλείας αποκτούν καίριο ρόλο στη στρατηγική της Ένωσης. 

Οι επιμέρους στόχοι της ΑΕ αφορούν ένα σημαντικό αριθμό πολιτικών, όπως η ασφάλεια, η διαχείριση ενέργειας, η οικονομία και η εκπαίδευση. Από τα παραπάνω και όπως υποδηλώνει το νέο της όραμα , δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην άμυνα, την ασφάλεια και την ειρήνη στην ήπειρο. Έτσι, μεταξύ άλλων, η ΑΕ αποσκοπεί στο α) να υπερασπιστεί την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία των κρατών-μελών της, β) να προωθήσει την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ήπειρο, γ) να προωθήσει δημοκρατικές αρχές και θεσμούς, ευρεία συμμετοχή και χρηστή διακυβέρνηση και δ) να διαμορφώσει και να προωθήσει κοινές πολιτικές στο εμπόριο, την άμυνα και τις εξωτερικές σχέσεις, με στόχο τη διασφάλιση της άμυνας της ηπείρου και την ενδυνάμωση της διπλωματικής της θέσης(3).

Πράγματι, εν έτει 2021 η Αφρικανική Ένωση έχει εξελιχθεί στον πιο σημαντικό πάροχο διακυβερνητικής ασφάλειας της αφρικανικής ηπείρου (Engel 2020, σ.221). Και αυτό, διότι έχει αναπτύξει μια σειρά από όργανα και μηχανισμούς που μεριμνούν για την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε μία ήπειρο που, αναμφίβολα, ταλανίζεται από συγκρούσεις. Το σύνολο των οργάνων αυτών διαμορφώνει την Αφρικανική Αρχιτεκτονική Ειρήνης και Ασφάλειας (African Peace and Security Architecture – APSA) (Kuwali 2018, σ.46). Σε αυτή, κεντρικό ρόλο κατέχει το Συμβούλιο Ειρήνης και Ασφάλειας (Peace and Security Council – PSC), το οποίο ιδρύθηκε με το Πρωτόκολλο του 2002 της Α.Ε και είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την πρόληψη, τη διαχείριση και την επίλυση διενέξεων (Apuuli 2017, σ.193). Στην APSA συγκαταλέγονται επιπλέον (Kuwali 2018, σ.46):

  • η Επιτροπή της ΑΕ (AU Commission), με κύριο ρόλο την επίβλεψη και τον συντονισμό,
  • το “Πάνελ των Σοφών” (Panel of the Wise), που λειτουργεί ως συμβουλευτικό και διαμεσολαβητικό όργανο,
  • το Ηπειρωτικό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης (Continental Early Warning System – CEWS), ως κέντρο συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών, 
  • η African Standby Force (ASF), αποτελούμενη από στρατιωτικά και πολιτικά (civilian) μέρη, καθώς και τμήματα αστυνόμευσης  
  • το Αφρικανικό Ταμείο Ειρήνης (African Peace Fund – APF), υπεύθυνο για τη χρηματοδότηση της APSA.

Καίριο ρόλο στη διαχείριση διενέξεων στην αφρικανική ήπειρο,  αν και δεν αποτελεί επίσημα μέρος της APSA, έχει διεκδικήσει και η Αφρικανική Ικανότητα για Άμεση Ανταπόκριση σε Κρίσεις (African Capacity for Immediate Response to Crisis – ACIRC). Ιδρύθηκε το 2013 ως διάδοχο σχήμα της ανικανότητας της ASF να αντιδράσει στις διενέξεις του Μάλι το 2012-2013 (Cocodia 2020, σ.134), για τις οποίες θα γίνει αναφορά παρακάτω.  Στόχος της ACIRC είναι η άμεση αντίδραση, όπως υποδηλώνει και το όνομα, σε ένοπλες και βίαιες διαμάχες στην Αφρική, ο τερματισμός των οποίων κρίνεται υψίστης σημασίας. Ένα στοιχείο, που τη διαφοροποιεί σημαντικά από τους υπόλοιπους μηχανισμούς της APSA, είναι ότι, κατα κύριο λόγο, τα συμμετέχοντα σε αποστολή της ACIRC κράτη δεν χρηματοδοτούνται από το APF αλλά αναλαμβάνουν το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεμονωμένα (Cocodia 2020, σ.135 -136).   

Μετά τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι η Αφρικανική Ένωση έχει μεν διαμορφώσει μηχανισμούς που καλύπτουν τις ανάγκες της διαχείρισης διενέξεων και κρίσεων, ωστόσο στη πράξη αυτοί τυγχάνουν μειωμένης αποδοτικότητας. Για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι έχουν παραχωρηθεί σημαντικότατες αρμοδιότητες στο Συμβούλιο Ειρήνης και Ασφάλειας (PSC), συχνά οι αποφάσεις του βρίσκονται υπό αίρεση από τη Συνέλευση της ΑΕ. Η τελευταία, ως ανώτατο όργανο, είχε απορρίψει, λόγου χάρη, απόφαση του PSC το 2015 για μία αποστολή στο Μπουρούντι, μετά από τη διαφωνία των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ένωσης (Kuwali 2018, σ.48), θέτοντας έτσι εμπόδια στη λειτουργία των μηχανισμών επίλυσης. Ένα επιπλέον σημαντικό εμπόδιο σε ειρηνευτικές αποστολές της ΑΕ είναι το πρόβλημα της χρηματοδότησης. Οι οικονομίες πλήθους αφρικανικών κρατών δεν επιτρέπουν την επαρκή χρηματοδότηση της Ένωσης, πόσο μάλλον σε τομείς άμυνας και ασφάλειας, σε διενέξεις που πιθανόν να επηρεάζουν άμεσα μεμονωμένα κράτη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ΑΕ να στηρίζεται κατά μεγάλο ποσοστό σε οικονομική αρωγή από οργανισμούς όπως τον ΟΗΕ, την Ε.Ε., την Παγκόσμια Τράπεζα ή και από κράτη όπως οι Η.Π.Α.. Μάλιστα, όπως είχε διατυπώσει και ο αναλυτής Ini Ekott, όσο η ΑΕ βασίζεται σε εξωτερική χρηματοδότηση για τους δικούς της μηχανισμούς επίλυσης διενέξεων, τόσο επιρρεπής είναι σε εξωτερικές πιέσεις (Lobakeng 2017). 

Αφρικανική Ένωση και ΟΗΕ: μια σχέση αλληλοϋποστηριζόμενης νομιμοποίησης 

Η Αφρική, βιώνοντας έντονα τις συνέπειες της απο-αποικιοποίησης και τα συνεπαγόμενα, με την φυγή των πάλαι ποτέ αυτοκρατοριών, κενά εξουσίας, ήταν επόμενο να βρεθεί αντιμέτωπη με πλήθος διεθνοτικών και διαφυλετικών συγκρούσεων. Ο Ο.Η.Ε. φαίνεται ότι υπήρξε αρωγός στην ομαλή πολιτική μετάβαση των χωρών του αφρικανικού υποσυστήματος, δημιουργώντας ένα πολυδιάστατο πλαίσιο, αφορόν τόσο τη διαχείριση διενέξεων όσο και την εγκαθίδρυση της ειρήνης. Ειδικότερα, το 73% των ειρηνευτικών επιχειρήσεων των ΗΕ που διεξήχθησαν σε περιφερειακό επίπεδο έως και το 2017, είχαν λάβει χώρα στην Αφρική  (Williams 2017, σ.126), ενώ το 2018 τα αφρικανικά κράτη συνεισέφεραν το 50% του συνόλου των “κυανόκρανων” του ΟΗΕ  (de Coning 2018, σ.213). 

Η συνεργασία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της ΑΕ θεμελιώθηκε το 2006, με τη μορφή ετήσιων διαβουλεύσεων με το PSC, ενώ τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε και μία επίσημη αντιπροσωπεία της ΑΕ στα Ηνωμένα Έθνη (Engel 2020, σ.229). Έκτοτε, οι μεταξύ τους σχέσεις διακρίνονται από διαρκή ενίσχυση και αλληλεξάρτηση, μιας και η Αφρική βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με ζητήματα που απειλούν την ειρήνη και ασφάλεια (Williams 2017, σ.126), εισπράττοντας τις επιδράσεις του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, της Αραβικής Άνοιξης και των συνεπειών της απο-αποικιοποίησης (de Coning 2017, σ.154-5). Η συνεργασία των δύο οργανισμών βασίζεται στο Κεφ VIII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, οι διατυπώσεις του οποίου σημειώνουν την αξία των τοπικών/περιφερειακών ενώσεων στην διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Συμπληρωματικά, το Άρθρο 53 του Χάρτη επιτρέπει στο Συμβούλιο Ασφαλείας να επιτρέπει τη χρήσης ένοπλης βίας κατά εχθρικών κρατών για τον παραπάνω σκοπό (Sabrow 2016, σ.161-2). Αυτό προκύπτει, άλλωστε, κι από τη γενικότερη τάση του ΟΗΕ να αναθέτει σε περιφερειακούς οργανισμούς την ευθύνη πρώτης δράσης στις περιπτώσεις διατάραξης της ειρήνης, στη βάση σχετικής εξουσιοδότησης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αδυναμία χρηματοδότησης στρατιωτικών αποστολών από την Αφρικανική Ένωση και η συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται ως αναγκαίες, οδηγεί συχνά την Ένωση σε αναζήτηση ξένων κεφαλαίων. Τα Ηνωμένα Έθνη αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή ως επί το πλείστον σε τέτοιες περιπτώσεις, ως κατεξοχήν αρμόδιος Οργανισμός για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας (Engel 2020, σ.229). Ως εκ τούτου, οι δύο οργανισμοί έχουν διαμορφώσει και υλοποιήσει ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η Α.Ε. εξουσιοδοτείται να επέμβει στρατιωτικά σε μία κρίση ή σύγκρουση και, κατόπιν, το Σ.Α. αναλαμβάνει τη σύσταση αποστολής για τη “φάση καθιέρωσης της ειρήνης” (de Coning 2017, σ.146). Στη βάση της παραπάνω διαδικασίας, η ΑΕ αναλαμβάνει να καλύψει το 25% του κόστους των επιχειρήσεων της με ίδια έξοδα (Karlsrud 2018, σ.160).

Η συνεργασία του ΟΗΕ και της Αφρικανικής Ένωσης στον τομέα των στρατιωτικών και ειρηνευτικών αποστολών και της καταπολέμησης κρίσεων δείχνει να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και ευεργετική για τα δύο μέρη. Αφενός, η ΑΕ εξασφαλίζει πόρους και νομιμοποίηση για την πραγμάτωση καίριων αποστολών για την εκπλήρωση των στόχων της, αφετέρου ο Ο.Η.Ε. εκμεταλλεύεται την Ένωση ως το μέσο προώθησης της σταθερότητας σε μια ήπειρο που διακρινεται από εντάσεις και έναν γενικό αρνητισμό στα πρώην αποικιοκρατικά κράτη. Μάλιστα, το 2017 υπογράφηκε μεταξύ των δύο Οργανισμών η Συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας, αναγνωρίζοντας τη σχέση, σύμφωνα με την οποία η Ένωση επιβάλλει και ο ΟΗΕ μεσολαβεί (de Coning 2018, σ.224).

Μελέτη περίπτωσης. Κρίση στο Μάλι (2012): AFISMA και MINUSMA

Το 2012 υπήρξε έτος σημαντικών εξελίξεων για το Μάλι, κράτος της δυτικής Αφρικής. Ένα χρόνο πριν, το 2011, είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται η εμφύλια σύρραξη στη Λιβύη με αποτέλεσμα, σημαντικός πληθυσμός της νομαδικής φυλής Τουαρέγκ να επιστρέψει στο Μάλι μετά την πτώση του Μουαμάρ Καντάφι (Sabrow 2016, σ.171). Η επιστροφή αυτών των πληθυσμών τον Ιανουάριο του 2012 είχε ως αποτέλεσμα μια ένοπλη διεκδίκηση που αποσκοπούσε στην ανακήρυξη του ανεξάρτητου κράτους του Αζαγουάντ, στο βόρειο τμήμα του Μάλι, ενός αγώνα που αρχικά υποστηρίχθηκε και από ισλαμιστικές ομάδες που δραστηριοποιούνταν στη περιοχή. Η απραξία της κυβέρνησης του Μάλι έναντι των αντικαθεστωτικών ενεργειών στο βορρά εξώθησε τον στρατό να προβεί σε πραξικόπημα τον Μάρτιο του ίδιου έτους. Τους επόμενους μήνες ωστόσο, στο βόρειο Μάλι σημειώθηκαν συγκρούσεις ανάμεσα στους Τουαρέγκ και στις ισλαμιστικές αντικαθεστωτικές ομάδες λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων, συντελώντας στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής. Το πραξικόπημα συνέβαλε στην απρόσκοπτη δράση των αντικαθεστωτικών ομάδων στο βορρά, έως και τα τέλη του 2012 όπου άρχισε να διαφαίνεται η δραστηριοποίηση της ΑΕ (Βασιλείου, 2013).  Φυσικά, η βίαιη ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης του Μάλι έβρισκε κάθετα αντίθετη την Αφρικανική Ένωση, η οποία είχε ήδη εκκινήσει διαμεσολαβητικές διαδικασίες με τη νόμιμη κυβέρνηση για επίλυση της κατάστασης στο βόρειο Μάλι. 

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις μιας ένοπλης κρίσης στο πεδίο ενδιαφέροντος της, η ΑΕ ανέλαβε ενεργό δράση στα τέλη του 2012, με μια στρατιωτική επιχείρηση με τον ECOWAS (Δυτικοαφρικανική Οικονομική και Νομισματική Ένωση). Μέσω της εξουσιοδότησης από το ΣΑ/ΟΗΕ η ΑΕ αναμφίβολα στόχευσε στο να καταδείξει τον ρόλο της στην ήπειρο και να επιδιώξει αναγνωρισιμότητα από τη διεθνή κοινότητα, ως υπολογίσιμος εταίρος. Έτσι, με το ψήφισμα 2085 του Σ.Α. εγκρίθηκε το Δεκέμβριο του 2012 η ανάπτυξη της υπό Αφρικανικής Καθοδήγησης Διεθνούς Υποστηρικτικής Αποστολής στο Μάλι (African-Led International Support Mission in Mali/AFISMA), σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Χάρτη των ΗΕ (Buyoya 2015, σ.69). Πράγματι, τον Ιανουάριο του 2013 η Συνέλευση της ΑΕ ενέκρινε τον σχεδιασμό της AFISMA. Αξιοσημείωτο είναι ότι προς επίλυση της κατάστασης στο βόρειο Μάλι επενέβη και η Γαλλία με την επιχείρηση “Serval”, με την οποία και συνεργάστηκε η AFISMA (Maru 2013). Προοδευτικά, και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2013, επήλθε σταθερότητα στο Μάλι και με το ψήφισμα 2100 (Απρίλιος 2013) του ΣΑ/ΟΗΕ, με ισχύ από τη 1η Ιουλίου, η AFISMA αντικαταστάθηκε από ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ με την ονομασία MINUSMA (United Nations Multidimensional Integrated Stabilization Mission in Mali) (African Union 2013). Σημαντική πρόοδος για την επίλυση της Κρίσης  στο Μάλι σημειώθηκε το 2015, όταν υπογράφηκε η Συμφωνία Ειρήνης του Μπαμόκο ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση του Μάλι και στις επαναστατικές ομάδες του βορρά, χωρίς βέβαια να διαφαίνονται προσπάθειες για την υλοποίησή της (Albrecht & Cold-Ravnkilde 2020, σ.212-3). Η δράση της MINUSMA δεν έχει τερματιστεί μέχρι και σήμερα (Φεβρουάριος 2021), υποστηρίζοντας την νόμιμη κυβέρνηση του Μάλι και προωθώντας τη σταθερότητα στην περιοχή.

Οι συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στο Μάλι από το 2012 αποκάλυψαν τις σημαντικές αδυναμίες της APSA. Το γεγονός, ότι παρήλθε σχεδόν ένα έτος από την έναρξη της κρίσης στο Μάλι προτού συσταθεί η επιχείρηση από την Ένωση, σε συνδυασμό με την αναντίρρητη αποδοχή της γαλλικής ανάμειξης, κατέδειξε τη μη ετοιμότητα της African Standby Force (AFS), οργάνου προορισμένου να αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις. Επιπλέον, έγινε φανερό ότι η APSA είναι ιδιαίτερα εξαρτημένη από τις ενέργειες του ΟΗΕ, κυρίως αναφορικά με τη δράση της AFS σε ένοπλες συγκρούσεις (Döring 2018, σ.34-9). Η απάντηση της ΑΕ σε αυτή τη κατάσταση υπήρξε ο σχεδιασμός ACIRC (βλ. πρώτη ενότητα) τον Μάιο του 2013. Ο μηχανισμός αυτός, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, είναι αυτοχρηματοδοτούμενος από τα συμμετέχοντα κράτη στη βάση της ιδιότητας της εθελοντικής συμμετοχής. Την επαύριο των εξελίξεων στο Μάλι, η ACIRC σχεδιάστηκε έτσι, ώστε να μπορεί να ενεργεί άμεσα σε κρίσεις και για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ διατηρεί την ιδιότητα να δίνει τη θέση της σε ειρηνευτικές αποστολές των Ηνωμένων Εθνών (Brosig & Sempijja 2015).

Επίλογος

Η Αφρικανική Ένωση αποτελεί το υπερεθνικό μόρφωμα, που επιβεβαιώνει την επιθυμία των αφρικανικών κρατών να δημιουργήσουν τη δική τους κοινότητα ασφαλείας ακολουθώντας το δόγμα “αφρικανικές λύσεις σε αφρικανικά προβλήματα” (Lobakeng 2017). Στην κατεύθυνση αυτή, η Ένωση μερίμνησε για τη δημιουργία οργάνων και μηχανισμών με σκοπό τη πρόληψη, διαχείριση και επίλυση κρίσεων, που εξυπηρετούν τους στόχους της άμυνας και ασφάλειας των μελών της. Παρόλα αυτά, η σχέση ΑΕ και ΟΗΕ, αν και αποτελεί λογική συνέπεια του συνεργατικού χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, έχει θέσει περιορισμούς στις οικείες δυνατότητες της πρώτης. Τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να εντοπιστούν στους νομιμοποιητικούς μηχανισμούς του ΟΗΕ, οι οποίοι συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με εσωτερικές σκοπιμότητες και βλέψεις των μονίμων μελών του ΣΑ. Επιπρόσθετα, η ίδια η πολιτική επιθυμία για επίλυση των διενέξεων στην αφρικανική ήπειρο βρίσκεται αντιμέτωπη με τους  βραδυκίνητους και αλληλοεπικαλυπτόμενους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, τόσο στο στρατηγικό, όσο και επιχειρησιακό επίπεδο. Πράγματι, οι συγκρούσεις και γενικότερες εξελίξεις που συνέβησαν, και συμβαίνουν μεμονωμένα ακόμα και σήμερα, στο Μάλι, κατέδειξαν αδυναμίες της APSA να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, παρά την όποια πρόθεση της ΑΕ. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι χρειάστηκε να παρέλθει ένα έτος προτού δράσουν από κοινού η Ένωση και ο ΟΗΕ, χωρίς να σημειώνεται κάποια ταχεία ενέργεια της πρώτης σε μια εξελισσόμενη κρίση. Η Αφρικανική Ένωση όμως, παρά τις όποιες αδυναμίες, διακρίνεται για τις καινοτομίες της στο τομέα της διασφάλισης της ειρήνης και της τάξης στην ήπειρο. Αν και όχι πάντοτε αποτελεσματικές, υπήρξαν επαρκείς ωστε να πείσουν τα κράτη-μέλη να ανανεώνουν διαρκως την εμπιστοσύνη τους σε αυτή.

Υποσημειώσεις

1. African Union, About the African Union, https://au.int/en/overview (4/2/2021)   

2. African Union, AU in a Nutshell, https://au.int/en/au-nutshell (4/2/2021)

3. African Union, About the African Union, https://au.int/en/overview (4/2/2021)   

Βιβλιογραφία 

Βασιλείου, Ι. (2013). Η κρίση του Μαλί και η γαλλική στρατιωτική επέμβαση. Historical Quest. Διαθέσιμο εδώ.

African Union (2013). AFISMA Transfers its Authority to MINUSMA. African Union Peace and Security. Διαθέσιμο εδώ.  

Albrecht, P., & Cold-Ravnkilde, S. (2020). National Interests as Friction: Peacekeeping in Somalia and Mali. Journal of Intervention and Statebuilding, 14(2), 204 – 220. Taylor & Francis Online. Διαθέσιμο εδώ.  

Apuuli, K. P. (2017). The African Union’s Mediation Mandate and the Libyan Conflict (2011). African Security, 10(3-4), 192-204. Taylor & Francis Online. Διαθέσιμο εδώ.

Brosig, M., & Sempijja, N. (2015). The African Capacity for Immediate Response to Crisis: Advice for African Policymakers. South African Institute of International Affairs (Policy Insight 22). Διαθέσιμο εδώ.  

Buyoya, P. (2015). The Recurrent Security Crisis in Mali and the Role of the African Union. PRISM, 5(2), 60 – 71. JSTOR. Διαθέσιμο εδώ

Cocodia, J. (2020). What works? The African Union’s ad hoc approach, the African Standby Force or the African Capacity for Immediate Response to Conflict? African Journal on Conflict Resolution, 20(1), 132 – 156. African Journals Online. Διαθέσιμο εδώ

de Coning, C. (2017). Peace enforcement in Africa: Doctrinal distinctions between the African Union and United Nations. Contemporary Security Policy, 58(1), 145 – 160. Διαθέσιμο εδώ

de Coning, C. (2018). Africa and UN Peace Operations: Implications for the Future Role of Regional Organisations. In de Coning, C. and Peter, M. (Eds) United Nations Peace Operations in a Changing Global Order. 1st edn. Palgrave Macmillan, Cham. 213 – 229.  Διαθέσιμο εδώ

Döring, K. P. W. (2018). The changing ASF geography: From the intervention experience in Mali to the African Capacity for Immediate Response to Crises and the Nouakchott Process. African Security, 11(1), 32 – 58. Διαθέσιμο εδώ

The Editors of Encyclopaedia Britannica. (2020). African Union. Britannica. Retrieved 2 13, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Engel, U. (2020). Peace-building Through Space-making: The Spatializing Effects of the African Union’s Peace and Security Policies. Journal of Intervention and Statebuilding, 14(2), 221 – 236. Διαθέσιμο εδώ.  

Karlsrud, J. (2018). UN Peace Operations, Terrorism, and Violent Extremism. In de Coning, C. and Peter, M. (Eds) United Nations Peace Operations in a Changing Global Order. 1st edn. Palgrave Macmillan, Cham. 153-167. Διαθέσιμο εδώ

Kuwali, D. (2018). Squaring the Circle: The Role of the African Peace and Security Architecture. In Karbo, Τ. and Virk, K. (Eds) The Palgrave Handbook of Peacebuilding in Africa. Palgrave Macmillan, Cham. 45-63 Διαθέσιμο εδώ

Lobakeng, R. (2017). African solutions to African problems: a viable solution towards a united, prosperous and peaceful Africa?. Institute for Global Dialogue (Occasional Paper 71). Διαθέσιμο εδώ

Maru, M. T. (2013). African-Led International Support Mission in Mali (AFISMA): Military ahead of Politics. Al Jazeera Center for Studies. Διαθέσιμο εδώ

Sabrow, S. (2016). Local perceptions of the legitimacy of peace operations by the UN, regional organizations and individual states – a case study of the Mali conflict. International Peacekeeping, 24(1), 159 – 186. Διαθέσιμο εδώ

Volgy, T. J., Fausett, E., Grant, K. A., & Rodgers, S. (2008). Identifying Formal Intergovernmental Organizations. Journal of Peace Research, 45(6), 837- 850. SAGE Journals. Διαθέσιμο εδώ.  

Williams, P. D. (2017). Global and Regional Peacekeepers: Trends, Opportunities, Risks and a Way Ahead. Global Policy, 8(1), 124 – 129. Διαθέσιμο εδώ.


Απάντηση