ΜΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ-ΡΩΣΙΑΣ

της Κυριακής Κώστα, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Ύστερα από έξι χρόνια «εκεχειρίας» η εικόνα ενός νέου πολέμου κυριαρχεί στις σχέσεις Ρωσίας-Ουκρανίας. Τον τελευταίο μήνα, τα ρωσικά στρατιωτικά κινήματα και οι αποστολές κοντά στα σύνορα της Ουκρανίας έχουν τραβήξει όλο και περισσότερο την προσοχή της Δύσης. Ως αιτία της ρωσικής κινητικότητας εμφανίζονται οι κυρώσεις που επέβαλε ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βόλοτυρ Ζέλενσκι στον Βίκτορ Μεντβεντσούκ, έναν ισχυρό Ουκρανό ολιγάρχη και φίλο του Προέδρου Πούτιν, αλλά και η διακοπή προβολής των εκπομπών από τρεις φίλο-ρωσικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Έτσι, στα τέλη του Μαρτίου, στρατιωτικές κινήσεις σημειώθηκαν στα ανατολικά, βόρεια και νότια της Ουκρανίας, ενώ λίγο αργότερα το κέντρο βάρους της στρατιωτικής συσσώρευσης της Ρωσίας μετατοπίστηκε προς την κατεχόμενη χερσόνησο της Κριμαίας και το Κρασνοντάρ, περιοχή που συνορεύει με το Ντόνμπας. Παρά το γεγονός ότι παραμένει σε ισχύ η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, το Κίεβο ανακοίνωσε τον θάνατο τεσσάρων ουκρανών στρατιωτών από πυρά φιλορώσων αυτονομιστών στην περιοχή Ντόνετσκ της ανατολικής Ουκρανίας. Οι εχθροπραξίες, συνεπώς, εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ δύο βαριά οπλισμένων στρατοπέδων, ακόμη και όταν οι διεθνείς επιτηρητές και οι διαπραγματευτές συζητούν τις επιπλοκές της διαχείρισης των συγκρούσεων σε έναν φαινομενικά «ατέρμων βρόχο».

Από την κατάρρευση του κομμουνισμού το 1991, τα ρωσικά στρατεύματα παρενέβησαν σε συγκρούσεις σε αρκετές περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ιδίως στην Τσετσενία και σε άλλα μέρη του Καυκάσου. Η σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία έχει μετατραπεί σε αδιέξοδο μετά την πρώτη έκρηξη στις αρχές του 2014. Η κρίση (επανάσταση του Maidan) ξεκίνησε με διαμαρτυρίες στην πρωτεύουσα του Κιέβου ενάντια στην απόφαση του προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς να απορρίψει συμφωνία για μεγαλύτερη οικονομική ολοκλήρωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά από μια βίαιη καταστολή από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας κινητοποιήθηκε και ένας ακόμη μεγαλύτερος αριθμός διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί περαιτέρω η σύγκρουση. Τον Μάρτιο του 2014, ρωσόφωνοι κάτοικοι και μη ταυτοποιημένοι ένοπλοι ανέλαβαν τον έλεγχο της περιοχής της Ουκρανίας στην Κριμαία, που έως τότε αποτελούσε τμήμα της ανεξάρτητης Ουκρανίας μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Οι χαρακτηριζόμενοι «αυτονομιστές», λοιπόν, πραγματοποίησαν ένα αμφισβητούμενο -από το διεθνές δίκαιο- τοπικό δημοψήφισμα, προκειμένου να ενωθούν με τη «Μητέρα Ρωσία». Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δικαιολόγησε το δημοψήφισμα αυτό, ως ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των Ρώσων πολιτών στην Κριμαία και στη νοτιοανατολική Ουκρανία. Η Κριμαία, ωστόσο, θεωρείται επίσημα για τη πλειονότητα των κρατών της Υφηλίου τμήμα της Ουκρανίας, σύμφωνα και με σχετικό ψήφισμα του Ο.Η.Ε., ενώ ανεπίσημα συμπεριλαμβάνεται στην ομοσπονδιακή Ρωσία. 

Η κρίση αύξησε τις εθνικές διαιρέσεις και δύο μήνες αργότερα οι φίλο-Ρώσοι αυτονομιστές στις περιοχές Ντόνετσκ και Λουχάνσκ της ανατολικής Ουκρανίας διεξήγαγαν δημοψήφισμα για την κήρυξη ανεξαρτησίας από την Ουκρανία. Έτσι, το Κρεμλίνο δημιούργησε δύο μη αναγνωρισμένα πληρεξούσια κράτη που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, γεγονός  που οδήγησε σε τεταμένες συγκρούσεις του ουκρανικού στρατού με τους αυτονομιστές, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη ένταση.

Η κατάσταση στην Ουκρανία κλιμακώθηκε σε μια διεθνή κρίση και έθεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Η βία στην ανατολική Ουκρανία μεταξύ ρωσικών αυτονομιστικών δυνάμεων και ουκρανικού στρατού, σύμφωνα με  εκτιμήσεις, σκότωσε περισσότερους από 13.000 ανθρώπους. Από τον Φεβρουάριο του 2015, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία και η Ουκρανία προσπάθησαν να μεσολαβήσουν στη διακοπή της βίας μέσω των συμφωνιών του Μινσκ. Οι συμφωνίες του Μινσκ περιλαμβάνουν διατάξεις για κατάπαυση του πυρός, απόσυρση βαρέων όπλων, μισθοφόρων και πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης της Ουκρανίας σε όλη τη ζώνη των συγκρούσεων. Ωστόσο, οι προσπάθειες επίτευξης μίας διπλωματικής διευθέτησης και ικανοποιητικής επίλυσης, όπως διακρίνουμε από τα τρέχοντα γεγονότα ήταν ανεπιτυχείς.

Αξίζει να σημειωθεί πως το Κρεμλίνο συνεχίζει να οξύνει τη ρητορική του σχετικά με το μέλλον του Ντόνμπας, ανακοινώνοντας ότι η Ρωσία επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προστασία των Ρώσων και του ρωσόφωνου πληθυσμού της περιοχής, καθώς το Ντόνμπας «ήταν πάντα ρωσόφωνο». Από την άλλη πλευρά, αρκετές άλλες περιοχές της Ουκρανίας στα ανατολικά και νότια της χώρας είναι επίσης ρωσόφωνες, ωστόσο το Κρεμλίνο δεν υπερασπίστηκε ποτέ τους κατοίκους τους τόσο ενεργά όσο και στο Ντόνμπας. Δεδομένου ότι η ενέργεια παίζει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική της Ρωσίας, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι  ενδιαφέρεται να διατηρήσει τον de facto έλεγχό της στη λεκάνη της περιοχής αυτής. Το Ντόνμπας θεωρείται από καιρό το πιο «κοσμοπολίτικο» μέρος της Ουκρανίας, αφού ανακαλύφθηκαν τεράστια αποθέματα άνθρακα τον 19ο αιώνα και αποτέλεσε μια εξαιρετική τοποθεσία για εκβιομηχάνιση, αν και η σύγκρουση των δύο χωρών, αλλά και στην παρούσα περίοδο η πανδημία έχουν επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση της περιοχής. 

Σίγουρα η εμβάθυνση της κρίσης των υδάτων στην Κριμαία επιβαρύνει σοβαρά τα οικονομικά της ρωσικής κυβέρνησης. Η κρίση αυτή που χρονολογείται από το 2014, ξεκίνησε όταν η Μόσχα κατέλαβε παράνομα τη χερσόνησο, που ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη ως ουκρανική επικράτεια. Οι αρχές της Ουκρανίας, ως αντίποινα, μπλόκαραν το κανάλι της Βόρειας Κριμαίας που προμήθευε πάνω από το 85% της παροχής νερού της χερσονήσου, καθώς το κλείδωμα του καναλιού ήταν μια από τις λίγες μεθόδους που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να ασκήσει πίεση στη Ρωσία. Ενώ η Ουκρανία έχει αναγνωρίσει τις ανάγκες των πολιτών της στην Κριμαία, υποστηρίζει ότι το άνοιγμα του καναλιού θα βοηθήσει τις ρωσικές στρατιωτικές προσπάθειες στη χερσόνησο, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα επιλύσει το μακροπρόθεσμο ζήτημα της Κριμαίας. Αντιθέτως, οι δυσκολίες που προκαλούνται μπορεί να επιδεινώσουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών στη χερσόνησο, άρα και να παρεμποδίσουν κάθε προοπτική επανένωσης.

Η συνεχιζόμενη ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων της Ρωσίας στα σύνορά της με την Ουκρανία αλλά και στη χερσόνησο της Κριμαίας, ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα, συνεχίζει να τροφοδοτεί φόβους ότι ενδέχεται να υπάρξει ξανά μία πιθανή σύγκρουση. Το Κρεμλίνο απαιτεί από το Κίεβο να εκπληρώσει τη Συμφωνία του Μινσκ με τους δικούς του όρους, κάνοντας ξεκάθαρο πως δε θα δεχτεί συμβιβασμούς και απορρίπτοντας ταυτόχρονα τις κινήσεις των στρατευμάτων του ως «προπονητικές ασκήσεις». Πολλοί ερευνητές θεωρούν απίθανο ότι η Ρωσία θα εισβάλει ανοιχτά στην Ουκρανία και ότι δεν βλέπουν ενδείξεις επικείμενης επίθεσης μεταξύ των συγκεντρωμένων ρωσικών δυνάμεων. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι κερδοσκοπεί σε άλλες ευκαιρίες, όπως την πιθανής αναγνώριση ή προσάρτηση των αυτονομιστικών περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας από τη Ρωσία, αλλά και ότι χρησιμοποιεί τη συγκέντρωση στρατευμάτων για να στείλει ένα μήνυμα στο Κίεβο, στις Βρυξέλλες και, ιδιαίτερα, στην Ουάσιγκτον ότι η Ρωσία είναι μια δύναμη που πρέπει να υπολογίζεται.

Η Ουκρανία, από την πλευρά της και κάτω από αυτές τις συνθήκες, αναζητά στρατιωτική υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παράλληλα επιδιώκει την άμεση ένταξη της στο ΝΑΤΟ. Η ενέργεια αυτή θα προκαλέσει εντάσεις και ήδη η Μόσχα εξαπολύει απειλές, λόγω της στρατιωτικής βοήθειας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας προς την Ουκρανία. Συγκεκριμένα, οι Η.Π.Α έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, αλλά και η Τουρκία που πολλές φορές προσεταιρίζεται τη ρωσική πολιτική στρατηγική, δείχνει αυτή τη φορά να υποστηρίζει το Κίεβο τόσο σε διπλωματικό επίπεδο, όσο και σε στρατιωτικό και μαζί καλούν τη Ρωσία να σταματήσει την αποσταθεροποιητική της συμπεριφορά. Η Ε.Ε, από την πλευρά της, ενώ καταδικάζει τις ενέργειες της Ρωσίας, παραμένει πιο μετριοπαθής, καθώς φοβάται μην να σταματήσει ο Nord Stream, ο αγωγός που θα φέρει αέριο απευθείας από τη Ρωσία στη Γερμανία μέσω της Θάλασσας της Βαλτικής. Δυτικοί αξιωματούχοι, πάντως, εκτιμούν ότι η Ρωσία έχει στείλει περίπου 100.000 στρατεύματα κοντά στα σύνορα της Ουκρανίας, μεγαλύτερη από τη δύναμη που χρησιμοποίησαν οι Ρώσοι όταν κατέλαβαν την Κριμαία.

Ύστερα από εβδομάδες μεγάλης έντασης, το υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας διέταξε μερικά από τα στρατεύματά του να αρχίσουν να αποσύρονται από τα σύνορα της Ουκρανίας. Ωστόσο, ειδικοί στα θέματα ασφάλειας της περιοχής προειδοποίησαν ότι η έκταση της απόσυρσης της Ρωσίας και οι ακριβείς περιοχές που επηρεάζονται παραμένουν ασαφείς. Συνεπώς, η μείωση της έντασης δεν σημαίνει το τέλος της έντασης, καθώς παράνομες ενέργειες συνεχίζονται εκ μέρους της Ρωσίας, όπως το σχέδιο της Μόσχας να αποκλείσει περιοχές της Μαύρης Θάλασσας για όλα τα ξένα πολεμικά πλοία που συμμετέχουν σε στρατιωτικές ασκήσεις για έξι μήνες. Σίγουρα η δήλωση αυτή αποτελεί μία θετική εξέλιξη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το ζήτημα έχει λυθεί.

Η επιθετική εξωτερική πολιτική της Ρωσίας δεν ασκείται μόνο στην Ουκρανία. Η Ρωσία, όπως γνωρίζουμε, έχει παραβιάσει την εδαφική ακεραιότητα της Μολδαβίας και της Γεωργίας, ανακοινώνοντας τους εδαφικούς της ισχυρισμούς και την προθυμία της να «προστατεύσει» ρωσόφωνους πληθυσμούς στις Βαλτικές χώρες. Επιπλέον, έχει καταγραφεί ότι ρωσικές ειδικές υπηρεσίες παρενέβησαν στην εκλογική εκστρατεία κατά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016, πραγματοποίησαν επιθέσεις στον κυβερνοχώρο εναντίον του ΟΑΣΕ, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Τέλος, η στρατιωτική συμμετοχή της Ρωσίας στη Συρία είχε ως αποτέλεσμα αυξημένο κύμα προσφύγων στην Ευρώπη. Με τη στάση αυτή, η Ρωσία δημιουργεί όλο και περισσότερο μία συγκρουσιακή σχέση με τη Δύση και επιδιώκει τη δημιουργία εναλλακτικών συνασπισμών ως προς την τελευταία και τις ΗΠΑ. Όσο ο Πούτιν εξακολουθεί να προμηθεύει όπλα, πυρομαχικά και καύσιμα στις κατεχόμενες περιοχές μέσω του ανεξέλεγκτου τμήματος των κρατικών συνόρων Ουκρανίας-Ρωσίας, και ταυτόχρονα συνεχίζει να παραβιάζει τις συμφωνίες του Μινσκ, τόσο οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης θα οξύνονται.

Καταλήγοντας, η Ουκρανία αποτελεί πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ Δύσης και Ρωσίας. Για την τελευταία, όμως, η Ουκρανία αποτελεί  θέμα ύψιστης στρατιωτικής και εθνικής ασφάλειας και για τον λόγο αυτό είναι διατεθειμένη να «ρισκάρει» προκειμένου να επιτύχει τους στρατηγικούς της στόχους και συμφέροντα. Πάντα η έκβαση κάθε διαμάχης είναι απρόβλεπτη, καθώς η διεθνής γεωπολιτική σκακιέρα μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή. Η διεθνής πολιτική κυριαρχείται από το δόγμα των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων, γι’ αυτό και κάθε κράτος ασκεί αναλόγως την εξωτερική του πολιτική. Στην περίπτωση της γεωπολιτικής αυτής διαμάχης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, οι εντάσεις υφίστανται ήδη από τη διάλυση της ΕΣΣΔ (1991). Η θέση της Ουκρανίας αποτελεί σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ασία και ξεκινά να βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, σε μία δύσκολη περίοδο που η ίδια προσπαθεί να «πατήσει» στα πόδια της και να βρει τη θέση της στη διεθνή πολιτική σκηνή, ακριβώς όπως βλέπουμε να συμβαίνει και σήμερα.


Απάντηση