Μυανμάρ: στα πρόθυρα της πλήρους κατάρρευσης

του Νέστορα Μάριου Αποστολόπουλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Η κατάσταση στην –ήδη πολιτικά ταλαιπωρημένη– Μυανμάρ, δείχνει πλέον να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Χιλιάδες διαδηλωτές ξεχύνονται καθημερινά στους δρόμους όλης της χώρας, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στο στρατιωτικό καθεστώς, ενώ οι βίαιες προσπάθειες καταστολής και υπόταξής τους όλο και πληθαίνουν, δείχνοντας το σκληρό πρόσωπο των πραξικοπηματιών. 

Την 1η Φεβρουαρίου ο στρατός της Μυανμάρ  κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ανακοίνωσε ότι την εξουσία αναλαμβάνει, ως μεταβατικός πρόεδρος, ο στρατηγός Μιν Αούνγκ Χλάινγκ. Η εξέλιξη αυτή έλαβε χώρα ελάχιστες ώρες προτού συνέρθει σε σώμα και συνεδριάσει το κοινοβούλιο, το οποίο αναδείχθηκε στις εκλογές του Νοεμβρίου του περασμένου έτους. Κύριος στόχος τους ήταν η απομάκρυνση «των διεφθαρμένων πολιτικών δυνάμεων της χώρας» και κυρίως της Αούνγκ Σαν Σου Τσι, σημαντικής πολιτικής προσωπικότητας, η οποία από τις δημοκρατικές εκλογές του 2015 εκτελούσε χρέη «κρατικού συμβούλου» -αξίωμα αντίστοιχο αυτό του πρωθυπουργού.

Μια τέτοια εξέλιξη, δυστυχώς δεν ήταν πρωτόγνωρη για την Μυανμάρ, καθώς επί πολλές δεκαετίες η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου. Από το 1960 οι δικτατορικές κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ για σχεδόν δύο δεκαετίες  επικεφαλής του δικτατορικού καθεστώτος ήταν ο στρατηγός Ταν Σουέ. Η πρώτη πολιτική κυβέρνηση στην χώρα, σχηματίζεται μετά από σχεδόν μισό αιώνα το 2011, κατόπιν εκλογών. Στο παρελθόν είχαν σημειωθεί κι άλλες εκλογικές αναμετρήσεις, με τους στρατιωτικούς, όμως να αρνούνται να παραδώσουν την εξουσία. Οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές διεξήχθησαν μόλις το 2015, με την αντιπολίτευση και την Αούνγκ Σαν Σου Τσι να αναλαμβάνει την διακυβέρνηση της χώρας. Τα πρώτα δείγματα εκδημοκρατισμού έδειχναν να έχουν γίνει, όμως ο στρατός είχε άλλη άποψη και προέβη σε πραξικόπημα και διάλυση της νεοσυσταθείσας Βουλής. 

Αυτές οι εξελίξεις έχουν πυροδοτήσει μια σειρά αντιδράσεων τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Καθημερινά, χιλιάδες Βιρμανοί πολίτες βγαίνουν στους δρόμους διαδηλώνοντας κατά της βίαιης ανατροπής του καθεστώτος. Οι στρατιωτικοί παρ’ όλα αυτά δείχνουν το σκληρότερό τους πρόσωπο και καταστέλλουν βίαια τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες. Οι εικόνες που μεταδίδουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης σοκάρουν, καθώς η απροκάλυπτη, ωμή βία κατά των δημοκρατικών αντιφρονούντων χρησιμοποιείται, πλέον, χωρίς κανέναν δισταγμό. Μέχρι σήμερα περισσότεροι από 700 πολίτες έχουν χάσει την ζωή τους κατόπιν συμπλοκής με τα σώματα ασφαλείας, ενώ περισσότεροι από 3.500 «επικίνδυνοι» αντιφρονούντες έχουν συλληφθεί και μεταφερθεί σε μυστικές τοποθεσίες. 

Υπ’ αυτές τις εξελίξεις, οι διεθνείς κινητοποιήσεις υπήρξαν έντονες, με δεκάδες χώρες να τοποθετούνται ανοικτά κατά του καθεστώτος και να προσδοκούν απελευθέρωση των συλληφθέντων και επαναφορά της δημοκρατίας στη χώρα. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών εξέφρασε την ανησυχία του για την ασφάλεια των Βιρμανών πολιτών, ενώ για το θέμα συνεδρίασε και το Συμβούλιο Ασφαλείας, όμως δεν προχώρησε η πρόταση των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου για επιβολή κυρώσεων, με την Κίνα να μπλοκάρει το ψήφισμα. Στην απόρριψη επιβολής κυρώσεων επιμένει και η Ρωσία, η οποία υποστηρίζει πως μια τέτοια εξέλιξη θα εντείνει την βία και θα οδηγήσει κάθε άλλο παρά στην αποκλιμάκωση της έντασης.

Παράλληλα, όσο οι διεθνείς δυνάμεις μένουν άπραγες και οι στρατιωτικοί προσπαθούν να καταστείλουν με κάθε μέσο τις εξεγέρσεις, η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Εντός της επικράτειας της χώρας ζουν αρκετές μειονοτικές ομάδες, οι οποίες και κατά το παρελθόν, όπως και σήμερα, έχουν προκαλέσει έντονη αναταραχή στο εσωτερικό. Μετά το πραξικόπημα, περίπου 20 ομάδες ανταρτών, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν περιορίσει την δράση τους τα τελευταία χρόνια και βρίσκονταν σε συνεννόηση και διαπραγματεύσεις με την εκλεγμένη κυβέρνηση, άρχισαν ξανά να εξαπολύουν επιθέσεις κατά των δυνάμεων ασφαλείας. Η βία του πραξικοπηματικού καθεστώτος πυροδότησε την οργή των μειονοτικών οργανώσεων, οι οποίες θέτουν ως στόχους δημόσια κτήρια και στρατιωτικές και αστυνομικές βάσεις, προσπαθώντας να πλήξουν τις δικτατορικές δυνάμεις και να επιφέρουν την παλινόρθωση της δημοκρατίας. Μια από τις σημαντικότερες αντάρτικες οργανώσεις, η Ένωση των Κάρεν, έχει αναλάβει έντονη δράση μετά την κήρυξη του πραξικοπήματος καταλαμβάνοντας στρατηγικά σημεία, και δηλώνει ανοικτά υπέρ των λαϊκών εξεγέρσεων. Την συμβολή των κινημάτων αυτών, επιδοκιμάζουν ή και επιδιώκουν οι περισσότεροι δημοκρατικοί αντιπολιτευόμενοι, δυναμιτίζοντας ακόμη περισσότερο την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. 

Οι στρατιωτικοί ιθύνοντες, από την άλλη, διαβεβαιώνουν πως η χώρα θα επανέλθει στην δημοκρατική οδό που είχε πάρει τα τελευταία χρόνια, αφού παρέλθει η μεταβατική «εκκαθαριστική» περίοδος ενός έτους που θα παραμείνουν στην εξουσία. Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμμέτοχή τους στο συμβούλιου της ASEAN που πραγματοποιήθηκε λίγα εικοσιτετράωρα νωρίτερα. Οι χώρες συναποφάσισαν να συμφωνήσουν τερματισμό των βιαιοπραγιών και την έναρξη διαπραγματεύσεων. Αυτό που μένει να φανεί στην συνέχεια, είναι αν όντως οι πραξικοπηματίες είναι διατεθειμένοι να  τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους. 

Πάντως, αυτό που είναι δεδομένο, είναι πως η κατάσταση στην χώρα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη, με δεκάδες ανθρώπους να έχουν χάσει μέχρι στιγμής τη ζωή τους, και χιλιάδες να έχουν φυλακιστεί. Η κατάσταση οξύνεται ακόμα περισσότερο, από την ύπαρξη και δράση των αντάρτικων, μειονοτικών κινημάτων και από την αδιαλλαξία της στρατιωτικής ηγεσίας και των σωμάτων ασφαλείας. Ας ελπίσουμε η επέμβαση της διεθνούς κοινότητας να είναι συντονισμένη και αποφασιστική το επόμενο διάστημα, προκειμένου να λήξει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα αυτή η κρίση που απειλεί όχι μόνο την Μυανμάρ, αλλά ολόκληρη την νοτιοανατολική Ασία και να επιστρέψει η χώρα στην δημοκρατική οδό που είχε ακολουθήσει την τελευταία δεκαετία. 


Απάντηση