Εμβόλιο: σωτήρας ή μήπως φαινομενική προστασία υγείας;

της Ήλιας Φιλοπούλου, μέλους της Ομάδας Αρθρογραφίας

Η πανδημία της COVID-19, η οποία μαστίζει την ανθρωπότητα τον τελευταίο και πλέον χρόνο μας φέρνει συνεχώς αντιμέτωπους με πολλά σημαντικά πρακτικά, αλλά και ηθικά ερωτήματα επιστημονικής φύσεως. Πρόκειται αναμφίβολα για το πιο επίκαιρο ζήτημα βιοηθικής αυτή τη στιγμή. Τα ερωτήματα αυτά διαφοροποιούνται φυσικά ανάλογα με την κοινωνική ομάδα στην οποία απευθύνονται, με σημαντικό ρόλο να διαδραματίζουν το μορφωτικό επίπεδο, αλλά και η εργασιακή κατάσταση. Το πιο πρόσφατο και πιθανώς σοβαρότερο, και φυσικά πλέον καίριο ερώτημα, είναι αυτό της αναγκαιότητας και -για κάποιους- της αποτελεσματικότητας του εμβολίου. Ο πιο συχνός προβληματισμός αφορά στο μικρό χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο αυτό κατασκευάστηκε και διατέθηκε στην αγορά, καθώς η επιστημονική κοινότητα βρέθηκε υπό μεγάλη πίεση τους τελευταίους μήνες.

Μέσα σε περίπου εννέα μήνες, λίγο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, ανακαλύφθηκε από την επιστημονική κοινότητα το εμβόλιο-ασπίδα. Το σημαντικό αυτό επίτευγμα στηρίχθηκε σε μακροχρόνιες έρευνες και projects, τα οποία αφορούσαν ιούς COVID άλλου τύπου. Παράλληλα, η γενναία χρηματοδότηση εκ μέρους κρατών και ιδιωτών βοήθησε σημαντικά στην επιτάχυνση της διαδικασίας.

Όλη αυτή η προσπάθεια απέφερε βεβαίως “καρπούς”, καθώς σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα δόθηκε η ελπίδα πως μπορούμε όχι μόνο να θωρακιστούμε απέναντι στην πανδημία, αλλά και να επανέλθουμε (επιτέλους) στους φυσιολογικούς ρυθμούς, να επανεκκινηθεί η οικονομία -μετά το σημαντικό κατακερματισμό της- και να βρουν τους ρυθμούς τους ξανά οι κατηγορίες των επαγγελμάτων που επλήγησαν σοβαρά ως παράπλευρη απώλεια του εγκλεισμού λόγω πανδημίας.

Οι δύο μεγάλες εταιρίες Pfizer και Moderna, οι οποίες ήταν οι πρώτες που βρήκαν το εμβόλιο, έχουν ήδη αρχίσει την διανομή του σε πολλές χώρες οι οποίες ξεκίνησαν με τη σειρά τους εμβολιασμούς, αρχικά στις μεγαλύτερες ηλικίες και έπειτα στις ευπαθείς ομάδες. Βέβαια, η ταχύτητα με την οποία ανταποκρίθηκε η επιστημονική κοινότητα στη δημιουργία του εμβολίου δεν ήταν το μόνο ζήτημα. Μεγάλο πρόβλημα υπήρξε στις χώρες της Ευρώπης, αλλά και της Δύσης γενικότερα, στις δόσεις στις οποίες είχε συμφωνηθεί η διανομή, με απλή μετάφραση δηλαδή στην ποσότητα πρώτων υλών και στην έλλειψη γραμμών μαζικής παραγωγής.

Οι κυβερνήσεις, αλλά και οι πολίτες όλων των χωρών αναμένουν με ανυπομονησία το εμβόλιο -το οποίο θα σημάνει την σταδιακή ανάσχεση των περιοριστικών μέτρων και την αντιμετώπιση της πανδημίας και θα δώσει μια “ανάσα” στην οικονομία. Πολλοί πολίτες, ωστόσο, παραμένουν προβληματισμένοι και σκεπτικοί ως προς αυτό.

Χαρακτηριστική είναι η ερώτηση της εποχής μας: “εσύ θα το κάνεις;”. Ερώτημα που αποτελεί κοινό τόπο στις συζητήσεις όλων των ανθρώπων και φανερώνει τόσο την αγωνία τους, όσο και τις προσδοκίες τους. Θα έπρεπε, όμως, να υφίσταται  μια τέτοια απορία, εφόσον χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους και οι εμβολιασμοί έως τώρα στην πλειοψηφία τους δεν έχουν δημιουργήσει κανένα πρόβλημα; Είναι, βεβαίως, αυτονόητο πως τα δικαιώματα μας σταματούν εκεί που αρχίζουν τα δικαιώματα των άλλων. Αυτή η αρχή είναι ιδιαίτερα σημαντική και πρέπει να μας ακολουθεί σε όλες τις πτυχές της ζωής μας, πόσω μάλλον όταν αφορά σε θέματα δημόσιας υγείας. Η αρχή αυτή μας γεννά, επίσης, και μια ακόμη εύλογη, αλλά και ιδιαίτερα περιπλοκή απορία: πώς μπορεί κάποιος, αρνούμενος να κάνει το εμβόλιο, να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο την δική του υγειά, αλλά και την υγειά του κοινωνικού συνόλου; H απάντηση φαίνεται να είναι απλή, καθώς αναμφίβολα σε κάθε δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία κάθε ενέργεια και απόφαση οφείλει να γίνεται με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον και καλό, ιδιαίτερα μάλιστα αν πρόκειται για θέματα που αφορούν στην δημόσια υγεία. Έτσι, καθίσταται επιτακτική ανάγκη όλοι οι πολίτες να ενεργούν με στόχο την ασφάλεια και την προστασία όχι μόνο του εαυτού τους, αλλά και των συνανθρώπων τους. Εξάλλου σύμφωνα και με τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ον το οποίο έχει μάθει συμβιώνει στη κοινωνία αρμονικά για το συνολικό καλό και να δρα προς όφελος της κοινωνίας και όχι προς ζημιά της!

Στον αντίποδα αυτών των θεωρήσεων, βρίσκεται μια άλλη άποψη, αυτή των αρνητών του εμβολίου. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν αρκετοί οι οποίοι αρνούνται να κάνουν το εμβόλιο είτε λόγω ιδεολογίας  είτε λόγω αμφιβολιών ως προς την αποτελεσματικότητά του. Οι αντιρρήσεις τους ίσως να μην είναι και τόσο παράλογες, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι ζούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία -όπως άλλωστε προαναφέρθηκε- στην οποία ο καθένας ορίζει μόνος του τον εαυτό του και συγχρόνως έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του .

Ποιος λοιπόν μπορεί να εξαναγκάσει κάποιον να του χορηγηθεί το εμβόλιο χωρίς την θέληση του; Πρόκειται για ένα ηθικό ερώτημα το οποίο δεν μπορεί εύκολα να απαντηθεί, καθώς θα πρέπει προηγουμένως να προβούμε σε στάθμιση και στην συνέχεια πρακτική εναρμόνιση της ανθρώπινης ζωής και της δημόσιας υγείας, προκειμένου να φτάσουμε σε μια ικανοποιητική  και επαρκή απάντηση. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, κανείς δεν μπορεί να μας εξαναγκάζει να προβούμε σε ενέργειες που δεν θέλουμε ειδικά όσον αφορά στην υγείας μας. Στην συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, ίσως πρέπει να γίνουν κάποιες υποχωρήσεις και αυτό γιατί δεν πρόκειται για έναν αδικαιολόγητο περιορισμό του εγώ μας, αλλά για μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει η κοινωνία την πανδημία. Ακόμη, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι αντιρρήσεις των αρνητών του εμβολίου δεν έγκεινται αποκλειστικά σε ιδεολογικούς λόγους, αλλά βασίζονται και σε εύλογους φόβους. Όπως έχει επισημάνει η ιατρική κοινότητα, τα εμβόλια κατά του ιού θα μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα να αρρωστήσει κάποιος από την COVID-19, με σοβαρά ή ήπια συμπτώματα, αλλά δεν διασφαλίζουν ότι δεν θα μολυνθεί καθόλου. Αρκετοί επιστήμονες ανησυχούν από το γεγονός ότι πολλοί από όσους εμβολιάστηκαν, ενδεχομένως θα είναι ασυμπτωματικοί φορείς του ιού και άρα θα τον μεταδίδουν. Για αυτό, παρά τον εμβολιασμό, συνίσταται να συνεχιστεί η χρήση μάσκας, μέχρι τουλάχιστον να ξεκαθαριστεί σε ποιο βαθμό τα εμβόλια μειώνουν και τον ίδιο τον κίνδυνο μόλυνσης, κάτι που βρίσκεται ακόμα υπό μελέτη. 

Επιπρόσθετα, δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι άνθρωποι με αλλεργίες, καθώς ενδέχεται το εμβόλιο να τους επηρεάζει αρνητικά. Χαρακτηριστική, μάλιστα, περίπτωση αποτελεί μια 32χρονη γιατρός στο Μεξικό που νοσηλεύεται, αφότου έλαβε το εμβόλιο των Pfizer-BioNTech κατά της Covid-19. «Η αρχική διάγνωση είναι εγκεφαλομυελίτιδα», ανέφερε το υπουργείο Υγείας, σε μια ανακοίνωση που εξέδωσε. Η ανακοίνωση του υπουργείου επισημαίνει ακόμα πως η γιατρός έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων και ότι δεν υπάρχουν στοιχεία από τις κλινικές δοκιμές πως οποιοσδήποτε ανέπτυξε φλεγμονή στον εγκέφαλο, μετά τη χορήγηση του εμβολίου.

Κατά την άποψή μου, ο διχασμός ανάμεσα στους αρνητές του εμβολίου και στους υπέρμαχους δεν είναι παρά δικαιολογημένος. Και τούτο, γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να τίθεται η ζωή κάποιου σε κίνδυνο ή/και των συγγενών του και ορισμένοι να αδιαφορούν και να αρνούνται να εμβολιαστούν, γνωρίζοντας ότι ενδεχομένως τα άτομα αυτά που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες θα χάσουν την ζωή τους. Αλλά από την άλλη πλευρά, είναι ομοίως πολύ δύσκολο να εξαναγκάζεται κάνεις να χορηγήσει ουσίες στον οργανισμό του που δεν θέλει ή που μπορούν να προκαλέσουν, αλλά εξίσου σημαντικά θέματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις πάντα πρέπει να επιδιώκεται μια μέση λύση, ώστε να μην επέλθει κοινωνική ανατρεπτική αναστάτωση.

Καταληκτικά, η κρίση της πανδημία της COVID-19 μας έχει φέρει αντιμέτωπους με πολλά ζητήματα -πάσης φύσεως- τα οποία είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν, αφού “αγγίζουν” όλο το φάσμα της καθημερινής μας ζωής. Η λύση έγκειται στις αμοιβαίες υποχωρήσεις, στην αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμό και από τις δύο πλευρές και, φυσικά, στα μεθοδικά βήματα με τα οποία θα καταφέρουμε σιγά σιγά να “βγούμε” από τη δύσκολη αυτή κατάσταση και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα.


Απάντηση