Το Κυπριακο Ζητημα και οι προσπαθειες επιλυσης: μια αποτιμηση

του Αλέξανδρου Φυσέκη, Ερευνητή της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Εισαγωγή

Το “Κυπριακό” ως ζήτημα αφορά επί της ουσίας το μέλλον της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας του νησιού και ζητήματα ως προς τη διακυβέρνηση αυτού, με σημείο αφετηρίας τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963. Ανεδείχθη δε σε μείζον διεθνές πρόβλημα, μετά την εισβολή τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων το 1974, η συνεχιζόμενη παρουσία των οποίων έχει δυσχεράνει τις όποιες προσπάθειες επίλυσης. Αποτελεί, επί μακρόθεν, φλέγον θέμα που απασχολεί τόσο τους διεθνολόγους, όσο και τη διεθνή κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Έχουν περάσει σχεδόν εξήντα χρόνια από την ανεξαρτησία της Κύπρου (1960) και περίπου πενήντα χρόνια από την εισβολή των Τούρκων στη Μεγαλόνησο (1974), με την οποία το ζήτημα εντάθηκε και ακόμη δεν έχει διευθετηθεί οριστικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι, επί του παρόντος, οι οποίες προσπάθειες σύμπλευσης για το μέλλον υποσκελίζονται από τη συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα, ιδιαίτερα δε κατά τους τελευταίους μήνες του 2020 και πρώτους του 2021, η οποία θα αναλυθεί και περαιτέρω. 

Ο πάντα επίκαιρος χαρακτήρας του θέματος υπήρξε η αφορμή που οδήγησε στη συγγραφή της συγκεκριμένης ανάλυσης, η οποία εξετάζει το Κυπριακό Ζήτημα και τις προσπάθειες επίλυσής του και θα χωριστεί σε τρεις ιστορικές περιόδους. Έτσι, αρχικά, θα γίνει αναφορά στην κατάσταση που επικρατούσε κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της Κύπρου, με τις συγκρούσεις που προέκυψαν ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αλλά και τις πρώτες απόπειρες διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, με στόχο την ειρηνευτική διευθέτηση του ζητήματος μέχρι και την τουρκική εισβολή στο νησί (1960-1974). Η δεύτερη περίοδος (1974-2004) προσθέτει στη συζήτηση, για το Κυπριακό, την εισβολή των Τούρκων στη Μεγαλόνησο και τις προσπάθειες απεγκλωβισμού από αυτήν. Η τρίτη και τελευταία περίοδος που εξετάζεται (2004-2020) άρχεται από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία οδήγησε στον εξευρωπαϊσμό του Ζητήματος, καθώς και τις απόπειρες διαπραγματεύσεων, οι οποίες εκτυλίχθηκαν στο μεσοδιάστημα, μέχρι τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα το 2020, απόρροια των ενεργειών της τουρκικής πλευράς και των παραβιάσεων εκ μέρους της στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Εξελίξεις κατά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας (1960-1974)

Η εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16ης Αυγούστου του 1960 (Γιάγκου, 2015), σε συνέχεια των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Ελλάδας και Τουρκίας και με την συμμετοχή των Πρωθυπουργών Κωνσταντίνου Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές και των Υπουργών Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ και Φατίν Ζορλού (Crawshaw, 1964), αν και με την Συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία είχε υπαναχωρήσει από κάθε δικαίωμα στη Κύπρο (Treaty of Lausanne, 1923). Ως πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου αναγνωρίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Κύπρου, Μακάριος Γ΄. Αξίζει να επισημανθεί ότι αμέσως μετά την ανεξαρτησία υπογράφηκε η Συνθήκη Εγγυήσεως μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Τουρκίας και Ελλάδας. Το αξιοσημείωτο με την συγκεκριμένη Συνθήκη είναι ότι η Κύπρος, η οποία αποτελούσε άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος, δεν συμπεριλήφθηκε ως συμβαλλόμενο μέρος (Συρίγος, 2015). Παρόλα αυτά, οι τρεις εμπλεκόμενοι δρώντες εγγυήθηκαν την από κοινού ασφάλεια, εδαφική ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Κύπρου. Σε περίπτωση παραβίασης αυτών είχαν δικαίωμα να επέμβουν είτε συλλογικά, είτε μεμονωμένα. Οι Εγγυήτριες Δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν την προστασία του νησιού χωρίς χρήση βίας, είχαν την δυνατότητα να επικαλεστούν το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ (ΧαρτΗΕ/Αρθ.51). 

Το προκύπτον Σύνταγμα απέρρεε από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και προέβλεπε την συνύπαρξη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στο νησί. Προέβλεπε Έλληνα Πρόεδρο και Τούρκο Αντιπρόεδρο, οι οποίοι εκλέγονταν αντίστοιχα από την ελληνική και τουρκική κοινότητα της Κύπρου [1]. Επιπλέον, προνοούσε εκτεταμένη θρησκευτική και πολιτιστική αυτονομία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Στη δημόσια υπηρεσία οι Τουρκοκύπριοι, που αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού, καταλάμβαναν το 30% των θέσεων και ήλεγχαν το 40% του στρατού και της αστυνομικής δύναμης [2]. Μάλιστα, ο Αντιπρόεδρος είχε δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) επί όλων των σημαντικών θεμάτων (Ιακωβίδης, 2013). Έτσι, οι ανισοβαρείς διατάξεις του Συντάγματος, έθεταν αναμφίβολα εμπόδια στην ομαλή διακυβέρνηση της χώρας, γεγονός που δεν ικανοποιούσε τον Μακάριο και την ελληνοκυπριακή πλευρά. 

Το 1963, προτάθηκαν βασικές τροποποιήσεις στο Σύνταγμα, που έμειναν γνωστές ως τα “13 σημεία” του Μακαρίου, τα οποία απορρίφθηκαν σχεδόν αμέσως τόσο από την Τουρκία, όσο και από τους Τουρκοκύπριους (Πολυκάρπου, 2017). Μάλιστα, η Τουρκοκυπριακή ηγεσία ζήτησε ανοιχτά πλέον τη διχοτόμηση και η Άγκυρα απείλησε να εισβάλει στο νησί. Μεγάλος αριθμός Τουρκοκυπρίων εγκαταστάθηκαν σε θύλακες, ως αποτέλεσμα της πολυετούς προσπάθειας της εθνικιστικής τουρκικής κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές και του πραξικοπηματικού καθεστώτος του Ισμέτ Ινονού να επιβάλει μία de facto διχοτόμηση στο νησί [3]. Τα γεγονότα αυτά σηματοδότησαν την έναρξη των διακοινοτικών διαφορών. Αποτέλεσμα ήταν ο Μακάριος να αναγκαστεί να παραπέμψει το ζήτημα στον ΟΗΕ, όπου το Συμβούλιο Ασφαλείας με την Απόφαση UNSC Res. 186 ζήτησε την εμπλοκή  καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ (S/RES/186/1964), για να διευθετηθεί το ζήτημα, όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης (ΧαρτΗΕ/Άρθ. 33). Επιπλέον, κάλεσε για ανάπτυξη ειρηνευτικών δυνάμεων (UNFICYP) και  τον ορισμό διαμεσολαβητή. 

Η Τουρκία, δυσαρεστημένη από την παρέμβαση του ΟΗΕ, ενέτεινε τις απειλές για εισβολή με τις πιθανότητες να πραγματοποιηθεί θερμό επεισόδιο να αυξάνονται. Ωστόσο, ένας πόλεμος Ελλάδας και Τουρκίας, ως μερών της Συνθήκης Εγγυήσεως, θα έβλαπτε το ΝΑΤΟ και για αυτό το λόγο εντάθηκαν οι προσπάθειες να αποφευχθεί ένα τέτοιο σενάριο (Mallinson, 2008). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σοβιετική Ένωση προειδοποίησε ότι θα υπερασπιστεί την Κύπρο σε περίπτωση εμπλοκής, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαμάχη παγκόσμιας κλίμακας (Mallinson, 2008).

Το 1964, οι ΗΠΑ πρότειναν το σχέδιο Άτσεσον, το οποίο θα οδηγούσε σε διχοτόμηση του νησιού και διπλή ένωση (Mallinson, 2008). Ωστόσο, απορρίφθηκε από τον Μακάριο, γεγονός που προβλημάτισε τις Εγγυήτριες Δυνάμεις (Mallinson, 2008). Η επανεκλογή του Μακαρίου το 1968 και η επιμονή του στην ανεξαρτησία δίχως δεσμεύσεις, τις δυσαρέστησε. Παρά ταύτα, η Κυπριακή Κυβέρνηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει διακοινοτικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες διακόπηκαν εξαιτίας της Τουρκικής εισβολής το 1974, που, τελικά, δεν απετράπη παρά τις απέλπιδες προσπάθειες τόσο του ΟΗΕ, όσο και των Εγγυητριών Δυνάμεων.

Η τουρκική εισβολή και οι άκαρπες προσπάθειες απεγκλωβισμού (1974-2004)

Στις 15 Ιουλίου του 1974, πραγματοποιήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στρατιωτικό πραξικόπημα που οργανώθηκε και υλοποιήθηκε από την Εθνική Φρουρά και την ΕΟΚΑ Β΄, με εντολή της Δικτατορίας των Αθηνών και στόχο την ανατροπή του Προέδρου της Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπου Μακάριου. Ήταν το αποκορύφωμα των προσπαθειών της Δικτατορίας, που είχαν ξεκινήσει από το 1967, με σκοπό να τερματιστεί η κυριαρχία του Αρχιεπισκόπου (Παπαπολυβίου, 2019). Ωστόσο, ο Μακάριος αυτοεξορίστηκε για πέντε μήνες στις Μαλδίβες, με στόχο την εξομάλυνση της κατάστασης

Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την ταραγμένη κατάσταση και μέσω του αφηγήματος περί προστασίας των τουρκοκυπρίων, βρήκε την ευκαιρία να εισβάλει στο νησί. Παρόλα αυτά τονίζεται ότι δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι Τ/Κ υπέστησαν βιαιοπραγίες από την Ε/Κ κοινότητα. Περίπου 100 άνθρωποι πέθαναν σε χωριά, ενώ άλλοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν σε καμένα σπίτια ή σκηνές (Yuruk, 2014). Πράγματι, στις 20 Ιουλίου, 40.000 Τούρκοι στρατιώτες εισέβαλαν στην Βόρεια Κύπρο, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, καταλαμβάνοντας πέραν του 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας [4] και εκδιώκοντας τους Ελληνοκύπριους, νόμιμους ιδιοκτήτες από τις πατρογονικές τους εστίες [5]. Μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν σε περιοχές ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, είχαν επίσης μετακινηθεί στις υπό τουρκική κατοχή περιοχές, ως αποτέλεσμα της εκβιαστικής πολιτικής της Τουρκίας. Η Άγκυρα υλοποίησε έτσι τα διαχρονικά σχέδια της για τον εθνοτικό διαχωρισμό των κοινοτήτων και την τελική διχοτόμηση της Κύπρου [6]. 

Ο Μακάριος, έχοντας επιστρέψει από τις Μαλδίβες και διατηρώντας την ιδιότητά του ως μονίμου Προέδρου, κατέφυγε άμεσα στον ΟΗΕ, ο οποίος αντέδρασε ταχύτατα. Την επόμενη μέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε την Απόφαση UNSC Res. 353, η οποία καταδίκασε την επίθεση και ζητούσε τον άμεσο τερματισμό των στρατιωτικών επεμβάσεων στο νησί (S/RES/353/1974).

Αργότερα, το 1983, η Τουρκία υποκίνησε «μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας» στην κατεχόμενη Κύπρο. Στις 15 Νοεμβρίου 1983, η “Τουρκική Ομοσπονδιακή Συνέλευση” στην Κύπρο, η οποία ενεργούσε παράνομα με άδεια της τουρκικής πλευράς, ενέκρινε ομόφωνα την ίδρυση  και ανεξαρτησία της “ΤΔΒΚ” (“Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου”) [7]. Ο τότε Πρόεδρος Κυπριανού παρέπεμψε το ζήτημα στον ΟΗΕ. Με την Απόφαση UNSC Res. 541 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ  κάλεσε όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν (S/RES/541/1983). Η Απόφαση UNSC Res. 550 ουσιαστικά επαναβεβαίωσε την προηγούμενη (S/RES 550/1984). Παρόλα αυτά, η τουρκική κατοχή συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, παρά τις συνεχιζόμενες αντιρρήσεις του ΟΗΕ (Mallinson, 2008). Μετά την εισβολή του 1974, η Τουρκία κατέχει το 36% του νησιού. Από ανθρωπιστικής άποψης, η πιο τραγική συνέπεια των γεγονότων στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 ήταν οι αγνοούμενοι [8]. Σημειώνεται ότι έκτοτε -και μέχρι το 1993- δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική προσπάθεια για επίλυση του ζητήματος. Σύμφωνα με τις Εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, το ζήτημα των αγνοουμένων παραμένει ανοικτό. Άλλωστε, το καλοκαίρι του 2020, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έκλεισε μόνο το περιουσιακό σκέλος της τέταρτης διακρατικής προσφυγής Κύπρου κατά Τουρκίας, αφήνοντας ανοικτό το σκέλος των αγνοουμένων προσώπων.

Κατά το έτος 1993, υπογράφεται το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Αποτελούσε μια σημαντική πολιτική επιλογή, με την οποία η Ελλάδα εξέφραζε την αποφασιστικότητά της για υποστήριξη στην Κύπρο, σε ενδεχόμενη νέα επίθεση από την Τουρκία (Θεοχάρους, 2012). Ο ΕΑΧ δέσμευε τις ηγεσίες των δύο χωρών να το υλοποιήσουν, ενώ πιθανή αποχώρηση εκ μέρους της μιας πλευράς από το Δόγμα θα κλόνιζε την διμερή αξιοπιστία. Βέβαια, το ίδιο το Δόγμα εφαρμόστηκε για λόγους -μάλλον- επικοινωνιακούς και όχι υψηλής στρατηγικής ενάντια στην τουρκική πλευρά. Περιελάμβανε την αγορά του ρωσικής προελεύσεως αεροπορικού συστήματος πυραύλων S-300 και την εγκατάστασή του στη Κύπρο, με στόχο την υποχώρηση της Τουρκικής πλευράς (Ντόκος, Τσάκωνας, 2020) στη βάση μιας πολιτικής εξαναγκασμού. Η Τουρκία, αντιλαμβανόμενη την σοβαρότητα της κατάστασης, ήταν ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις με την Κύπρο, οι οποίες ξεκίνησαν το 1999 (Ντόκος, Τσάκωνας, 2020).

Τον Δεκέμβριο του 1999, με αφορμή το Συμβούλιο του Ελσίνκι, στο οποίο τονίστηκε η ανάγκη να ενταχθεί η Κύπρος στην ΕΕ, ώστε να επιλυθεί το ζήτημα, ξεκίνησαν ξανά ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ηγέτης των τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντενκτας και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Αναν, με ειδικό Σύμβουλο για τον Κυπριακό τον Άλβαρο ντε Σότο. Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε τότε ομώνυμο Σχέδιο για συνολική επίλυση του Κυπριακού και η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σήμερα Σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002, ενώ το δεύτερο αναθεωρημένο στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Ανάν ΙΙ). Στις 26 Φεβρουαρίου 2003 υποβλήθηκε άλλη μία τροποποίηση, που έμεινε γνωστή ως Σχέδιο Ανάν ΙΙΙ (Ahtisaari, Evans, 2004). Επισημαίνεται ότι, στις εκλογές που ακολούθησαν το 2003 στην Κύπρο, αναδείχθηκε Πρόεδρος ο Τάσος Παπαδόπουλος, μια εμβληματική μορφή στη διακυβέρνηση της χώρας. Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, το 65% των τουρκοκυπρίων αποδέχθηκε το Σχέδιο του ΓΓ/ΟΗΕ για επίλυση του Κυπριακού, ενώ το 76% των ελληνοκυπρίων το απέρριψε για πολλούς έτερους λόγους. Η Κύπρος δεν θα ήταν ένα πλήρως ανεξάρτητο κράτος, γεγονός που δυσαρέστησε τους ελληνοκύπριους και αποτέλεσε την κύρια αιτία απόρριψης του Σχεδίου. Το αποτέλεσμα -κατά ορισμένους- έδειξε, επίσης, και την αδυναμία του ΟΗΕ προς την διευθέτηση διαφορών σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου (Ahtisaari, Evans, 2004).

Ο εξευρωπαϊσμός του Κυπριακού Ζητήματος και οι τελευταίες εξελίξεις (2004-2020)

Το Σχέδιο Ανάν ήταν η πρώτη απόπειρα να δοθεί λύση στο Κυπριακό Ζήτημα με ειρηνικό τρόπο. Στόχος αυτής της ενέργειας ήταν να αντιμετωπιστεί οριστικά το κατ’ εξοχήν πρόβλημα που ταλανίζει την Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι προενταξιακές διαδικασίες για την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ ξεκίνησαν το 1998. Ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης υπέβαλε αίτηση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έχοντας την πλήρη συμπαράσταση της Ελλάδας, με στόχο την ένταξη στην ΕΕ και κάλεσε τους Τουρκοκύπριους να την αποδεχτούν. Η πρόσκληση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τους Τουρκοκύπριους και η Κυπριακή Δημοκρατία εκκίνησε τον Απρίλιο του 1998 (με επικεφαλής τον Γιώργο Βασιλείου) και ολοκλήρωσε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις χωρίς τη συμμετοχή τους (omegalive, 2018). Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι η επίλυση του Κυπριακού δεν αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για την ένταξη στην ΕΕ. Αυτό κατέστη σαφές από τους αρχηγούς των κρατών-μελών της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, το 1999 [9].

Σημειώνεται, βέβαια, εδώ ότι η επίσημη αίτηση της Κύπρου για ένταξη στην ΕΕ είχε υποβληθεί στις 4 Ιουλίου του 1990, ενώ τρία χρόνια αργότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε θετικά σε γνωμοδότησή της, στις 30 Ιουνίου 1993, την αίτηση της Κύπρου. Το 2003, η Κύπρος υπογράφει στην Αθήνα την Συνθήκη Προσχώρησης στην ΕΕ [10]. Την 1η Μαΐου του 2004, η Κυπριακή Δημοκρατία γίνεται και επίσημα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [11]. Τέλος, την 1η Ιανουαρίου του 2008, εισέρχεται στη Ζώνη του Ευρώ και από 01/07/2012 μέχρι 31/12/2012 η Κύπρος ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ [12].  

Η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δυσαρέστησε την τουρκική πλευρά, η οποία αντιλήφθηκε ότι σε περίπτωση  θερμού επεισοδίου, η Κύπρος θα έχει την υποστήριξη της ΕΕ σε όλα τα επίπεδα. Επομένως, έκρινε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, για να μεταβάλει τη στάση της και να συμφωνήσει στην εκκίνηση διαπραγματεύσεων. Το αποκορύφωμα των προσπαθειών αυτών ήταν η συνάντηση στη Λευκωσία του Προέδρου Παπαδόπουλου με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, στις 8 Ιουλίου 2006, παρουσία του Βοηθού Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις Ibrahim Gambari. Ωστόσο, οι συνεχείς προσπάθειες της τουρκικής πλευράς για πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους δεν συνέβαλαν στις προσπάθειες υλοποίησης της Συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, ούτε στην υλοποίηση της επιδίωξης μιας κοινώς αποδεκτής λύσης [13].

Τον Φεβρουάριο του 2008, ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, αμέσως μετά την εκλογή του, επιδίωξε συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Κατά τη συνάντηση τους στις 21 Μαρτίου 2008, αποφασίστηκε να προχωρήσει η σύσταση ομάδων εργασίας (6 στον αριθμό) και τεχνικών επιτροπών (7 στον αριθμό) [14]. Την 1η Ιουλίου 2008, οι δύο ηγέτες προέβησαν στην πρώτη ανασκόπηση του έργου αυτών. Στις 18 Απριλίου 2010, τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ διαδέχεται στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ο Ντερβίς Έρογλου. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης είχαν πολλές συναντήσεις μεταξύ τους χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι την 1η Ιουλίου 2012, οπότε η Κύπρος ανέλαβε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την διάρκεια της Προεδρίας η Τουρκία αρνήθηκε να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις [15].

Στις 11 Φεβρουαρίου του 2014, τα ΗΕ ανέλαβαν πρωτοβουλίες για συνάντηση του νέου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη και του Ντερβίς Έρογλου. Ακολούθησαν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων που οδήγησαν σε σημαντική πρόοδο με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2017 ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, να συγκαλέσει τη Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, με συμμετοχή της Κύπρου, της τουρκοκυπριακής πλευράς με τον νέο ηγέτη της (από το 2015) Μουσταφά Ακιντζί, της ΕΕ ως παρατηρητή και των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου (UN Secretary General, 2017). Η Διάσκεψη δεν στέφθηκε με επιτυχία λόγω της επιμονής της Τουρκίας για μόνιμη παρουσία στρατευμάτων στην Κύπρο. Έκτοτε οι διαπραγματεύσεις δεν σημείωσαν πρόοδο, μέχρι τα γεγονότα του 2020.

Από το 2019, έχουν ξεκινήσει γεωτρήσεις εντος της κυπριακή ΑΟΖ από την Άγκυρα, η οποία απέστειλε και ανάλογα ερευνητικά σκάφη (Barbaros). Η κορύφωση των προκλήσεων συνεχίστηκε και το 2020, αφού από τις πρώτες μέρες του χρόνου η Τουρκία έστειλε το Barbaros για σεισμογραφικούς ελέγχους σε περιοχές της κυπριακής ΑΟΖ (capital, 2020). Οι προκλήσεις αυτές υποδαύλισαν την αντίδραση τόσο της Κύπρου, όσο και της διεθνούς κοινότητας, ενώ η συνεχής κορύφωση τους προκάλεσε και την επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ (Καθημερινή, 2020). Παρά το γεγονός ότι οι κυρώσεις επιβλήθηκαν σε ορισμένα πρόσωπα της τουρκικής πλευράς και όχι στην ίδια τη χώρα, αποτέλεσαν μια αυστηρή προειδοποίηση από πλευράς της ΕΕ. Ωστόσο, για μία ακόμη φορά κατεδείχθη η αδυναμία της ΕΕ να αντιδράσει άμεσα σε ένα σοβαρότατο πρόβλημα ενός κράτους-μέλους. Μάλιστα, χρειάστηκε να αυξηθούν σε μεγάλο βαθμό οι τουρκικές παραβιάσεις εις βάρος της Κύπρου, για να επιβληθούν ουσιαστικές κυρώσεις εναντίον της. Η τουρκική προκλητικότητα, πάντως, συνεχίζει αμείωτη και κατά το 2021, με την Τουρκία να προτείνει την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, αγνοώντας πλήρως το Διεθνές Δίκαιο και όσα εγγυάται στα ελληνικά νησιά, πολλώ μάλλον αγνοώντας ένα ολόκληρο νησιωτικό κράτος, την Κύπρο, την οποία και δεν αναγνωρίζει διεθνώς.

Επίλογος

Συνοψίζοντας, γίνεται αντιληπτό ότι το Κυπριακό Ζήτημα ταλαιπωρεί την Κυπριακή Δημοκρατία από την ίδρυσή της. Η αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς και οι απόπειρες παρεμπόδισης των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων από πλευράς της έχουν ως αποτέλεσμα, πενήντα περίπου χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, να μην έχει επέλθει ακόμη οριστική λύση, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της Κύπρου για ειρηνευτική διευθέτηση του ζητήματος, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών [16]. Το Κυπριακό Ζήτημα παραμένει στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος και αναμένεται να συνεχίσει να απασχολεί την διεθνή πολιτική και στο άμεσο μέλλον, μιας και η επίλυση του δείχνει να απέχει πολύ από την πραγμάτωσή της. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αλλάξει μια παγιωμένη κατάσταση. Η παρούσα ανάλυση δείχνει ότι η αδιαλλαξία εκ μέρους της μίας πλευράς δυσκολεύει τα πράγματα. Μάλιστα, ως προς τον σκοπό αυτό συγκλήθηκε συνάντηση από τον ΟΗΕ, στις 27 Απριλίου του 2021, με την συμμετοχή του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ερσίν Τατάρ και του Ελληνοκύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, καθώς και τις εγγυήτριες δυνάμεις. Σκοπός της συνάντησης είναι να καθοριστεί αν υπάρχει κοινό έδαφος για διαπραγματεύσεις, προκειμένου να δοθεί λύση στο ζήτημα εντός ενός προβλεπόμενου διαστήματος. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά, μέχρι που η τουρκική πλευρά ζήτησε ανοιχτά τη διχοτόμηση του νησιού (UN News, 2021). Η Κύπρος ελπίζει σε μεταστροφή της στάσης της Τουρκίας και σε ειρηνευτική επίλυση του ζητήματος, με την πλήρη αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων, την κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος εγγυήσεων και την διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών όλων των Κυπρίων [17]. 

Υποσημειώσεις

[1] Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας.  “Άρθρο 1, Μέρος 1 του Συντάγματος”

[2] Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας. “Άρθρο 123, Μέρος 7 του Συντάγματος”

[3] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. “Ιστορική αναδρομή του Κυπριακού προβλήματος”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[4] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. “Τουρκική εισβολή και κατοχή”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[5] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. “Ιστορική αναδρομή του Κυπριακού προβλήματος”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[6] το ίδιο

[7] Υπουργείο Εθνικής άμυνας Τουρκίας. “37η επέτειος ίδρυσης ΤΔΒΚ”, 15 Νοεμβρίου 2020

[8] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. “ Τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[9]European Parliament, Cyprus and the Enlargement of the European Union, European Parliament, 08 Αυγούστου 2008

[10] European Parliament, Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [AA-AFNS 1-6 — C5-0117/2003 — 2003/0901B(AVC)], European Parliament

[11] European Union, Κύπρος, the official website of the European Union

[12] Πρεσβεία της Κύπρου στο Βερολίνο, Κύπρος και ΕΕ

[13] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. “Προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[14] το ίδιο

[15] το ίδιο

[16] Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου, “Το όραμα μας για μια επανενωμένη Κύπρο”. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών

[17] το ίδιο

Βιβλιογραφία/Αρθρογραφία/Πηγές

Πρεσβεία της Κύπρου στο Βερολίνο. (n.d.). Κύπρος και ΕΕ. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

Ελληνική Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. (n.d.). Κυπριακό. Δεκεμβρίου 26, 2020. Διαθέσιμο εδώ.  

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΑΝΕΝΩΜΕΝΗ ΚΥΠΡΟ. Republic of Cyprus Ministry of Foreign Affairs. Δεκεμβρίου 27, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). Η Κύπρος στην ΕΕ. Republic of Cyprus Ministry of Foreign Affairs. Δεκεμβρίου 27, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). Ιστορική Αναδρομή του Κυπριακού προβλήματος. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. Ιανουαρίου 14, 2021. Διαθέσιμο εδώ.

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). Τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. Ιανουαρίου 14, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). Προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. Ιανουαρίου 15, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (n.d.). Το όραμα μας για μια επανενωμένη Κύπρο. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. Ιανουαρίου 15, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας. (n.d.). Άρθρο 1 Συντάγματος. Ιανουαρίου 16, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας. (1960). Άρθρο 123. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1960. Απριλίου 18, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Υπουργείο Εξωτερικών Κύπρου. (2020, Δεκεμβρίου 08). Δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Νίκου Χριστοδουλίδη, στο πλαίσιο της τριμερούς συνάντησης των Υπουργών Εξωτερικών Κύπρου, Ελλάδας και Ιορδανίας Αμμάν, 8 Δεκεμβρίου 2020. Κυπριακή Δημοκρατία Υπουργείο Εξωτερικών. Δεκεμβρίου 28, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Υπουργείο Εθνικής Άμυνας Τουρκίας. (2020, Νοεμβρίου 15). 37η επέτειος ίδρυσης ΤΔΒΚ. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Κοιλιάρης, Β. (2011). Ο ρόλος των διεθνών περιφερειακών οργανισμών στην επίλυση συγκρούσεων. Ιανουαρίου 18, 2021. Διαθέσιμο εδώ.

Θεοχάρους, Ε. (2012, Ιανουαρίου 21). ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΑΜΥΝΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΞΟΝΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΚΥΠΡΟΥ-ΙΣΡΑΗΛ”. Greek American News Agency. Διαθέσιμο εδώ.

Ιακωβίδης, Ι. (2013, Οκτωβρίου 01). 1η Οκτωβρίου 1960: Ίδρυση Κυπριακής Δημοκρατίας. Κέντρο Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία. Ιανουαρίου 16, 2021. Διαθέσιμο εδώ

Γιάγκου, Α. (2015, Μαρτίου 15). Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Καθημερινή. Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Συρίγος, Ά. (2016, Δεκεμβρίου 04). Επτά ερωτήσεις για τις Συνθήκες Εγγυήσεως και την Κύπρο. Καθημερινή. Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Πολυκάρπου, Α. (2017, Οκτωβρίου 01). Από την ανεξαρτησία στα 13 σημεία του Μακαρίου. Digital.

Παπαπολυβίου, Π. (2019, Δεκεμβρίου 30). Από το πραξικόπημα στην εισβολή. Καθημερινή. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

capital. (2020, Οκτωβρίου 04). Η πειρατική στρατηγική της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ. capital. Δεκεμβρίου 27, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Crawshaw, N. (1964). Cyprus: Collapse of the Zurich Agreement. The World Today. Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

European Parliament. (n.d.). Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης [AA-AFNS 1-6 — C5-0117/2003 — 2003/0901B(AVC)]. European Parliament. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

European Parliament. (2008, Αυγούστου 08). Cyprus and the Enlargement of the European Union. European Parliament. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ

European Union. (n.d.). Κύπρος. The official website of the European Union. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ

European Union. (n.d.). EU member countries in brief. The official website of the European Union. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Greek City Times. (2018, Ιουλίου 19). 20 Ιουλίου 1974. Μαύρη Μέρα για την Κύπρο, καθώς η Τουρκία εισβάλλει. Greek City Times. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

iefhmerida. (2018, Αυγούστου 18). Τι προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού. iefhmerida. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Mallinson a,b,c, W. (2008). Cyprus: A historical overview (1st ed.). Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

News 24/7. (2018, Αυγούστου 18). Τι προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν που οδήγησε στο κυπριακό Όχι. News 24/7. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Newsroom. (2019, Ιουλίου 12). Η Κύπρος μέλος του ΟΗΕ. Καθημερινή. Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Newsroom. (2020, Δεκεμβρίου 10). Προσχέδιο ΕΕ για κυρώσεις μόνο σε Τούρκους και όχι συνολικά στην Τουρκία. Καθημερινή. Δεκεμβρίου 27, 2020. Διαθέσιμο εδώ

omegalive. (2018, Μαΐου 01). 1 Μαΐου 2004 – Η Κύπρος γίνεται πλήρες μέλος της ΕΕ. omegalive. Δεκεμβρίου 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Treaties of Peace. (1923, Ιουλίου 24). Treaty of Lausanne. Απριλίου 18, 2021. Διαθέσιμο εδώ

United Nations. (n.d.). Καταστατικός Χάρτης Ηνωμένων Εθνών. Απριλίου 16, 2021. Διαθέσιμο εδώ

UN Secretary General. (2017, Ιουνίου 30). Secretary-General’s remarks at Press Conference on Cyprus. United Nations. Ιανουαρίου 15, 2021. Διαθέσιμο εδώ

UN Security Council. (1964, Μαρτίου 04). Resolution 186. Δεκεμβρίου 22, 2020. Διαθέσιμο εδώ

UN Security Council. (1983, Νοεμβρίου 18). Τhe situation in Cyprus, Resolution 541. Ιανουαρίου 14, 2021. Διαθέσιμο εδώ

UN Security Council. (1984, Μαΐου 11). The situation in Cyprus, Resolution 550. Ιανουαρίου 14, 2021. Διαθέσιμο εδώ

UN Security Council. (1974, Ιουλίου 20). Resolution 353. Cyprus. Δεκεμβρίου 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Yuruk, B. (2014, Μαΐου 13). AA photos reveal atrocities against Turkish Cypriots. AA 100 years. Ιανουαρίου 16, 2021. Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση