Το κουρδικο δημοψηφισμα του 2017 και οι αντιδρασεις της διεθνους κοινοτητας

του Γιάννη Τσικαλάκη, Ερευνητής της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής

Πρόλογος 

Το έτος 2017 αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για το κουρδικό έθνος. Συγκεκριμένα στις 25 Σεπτεμβρίου του 2017 διενεργήθηκε εντός της Περιφερειακής Κουρδικής Κυβέρνησης του Ιράκ, καθώς και σε αμφισβητούμενες περιοχές του Ιράκ, δημοψήφισμα με το ερώτημα: “Επιθυμείτε να γίνουν ανεξάρτητο κράτος η περιοχή του Κουρδιστάν και τα κουρδικά εδάφη που δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία της περιφερειακής διοίκησης;” (Palani et al., 2019, σ. 2270). Η κίνηση αυτή δημιούργησε έντονες αντιδράσεις στη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με τελικώς δυσμενή αποτελέσματα για τους Κούρδους. Τα σημαντικότερα, μεταξύ αυτών, υπήρξαν η εδαφική σμίκρυνση του ιρακινού Κουρδιστάν σε σχέση με τη περίοδο 2014 – 2017, καθώς και απίσχναση της διπλωματικής του ισχύος, κάτι που είχε αποκτήσει κατά τις μάχες με το Ισλαμικό Χαλιφάτο. Στόχος της έρευνας αυτής είναι, μετά από μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση, να εξεταστεί το πολιτικό διακύβευμα σε συνάρτηση με την χρονική επιλογή. Ύστερα, θα αναλυθεί το διεθνές περιβάλλον στο οποίο κλήθηκε να λάβει μέρος το εν λόγω δημοψήφισμα, η στάση των γειτονικών, και μη, κρατών και τέλος θα γίνει αποτίμηση των επιδράσεων του στις διμερείς σχέσεις αυτών με τη Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση του Ιράκ.  

Ιστορικό Πλαίσιο

Η σύγχρονη ιστορία ενός αυτόνομου κουρδικού διοικητικού χώρου ξεκινάει το 1991, όταν οι Κούρδοι του Ιράκ εξεγέρθηκαν απέναντι στο καθεστώς του Saddam Hussein. Για να σταματήσει η διαμάχη, η διεθνής κοινότητα, μέσω του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επέβαλε το καθεστώς της βόρειας περιοχής απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την επικράτεια που κατοικούσαν οι Κούρδοι. Ένα χρόνο αργότερα, οι πιέσεις του κουρδικού πληθυσμού έδιωξαν τον ιρακινό στρατό και διοικητικό προσωπικό από τη περιοχή και ανέλαβαν οι ίδιοι την αυτοδιοίκηση της περιοχής. Η “Κουρδική Περιοχή”, όπως και ονομάστηκε, αποτελούσε αυτοανακηρυγμένη ομοσπονδιακή περιοχή, η οποία αναγνωρίστηκε από το ιρακινό κράτος το 2005 ως επίσημο ομοσπονδιακό κρατίδιο (Kirmanj, 2014). Η περιοχή αυτή είναι έκτοτε γνωστή ως Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση του Ιράκ. Το νέο Σύνταγμα του ιρακινού κράτους -άρθρο 140- προέβλεπε επίσης τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων έως και το 2007 σε περιοχές, που διεκδικούνταν τόσο από το κουρδικό κρατίδιο, όσο και από την ιρακινή κυβέρνηση (Charountaki 2019, σ. 390). Ωστόσο, τα δημοψηφίσματα αυτά δεν διενεργήθηκαν ποτέ. 

Με την έπαρση του ISIS, ο ιρακινός στρατός βρέθηκε αντιμέτωπος με μία ασύμμετρη απειλή το 2014 και αναγκάστηκε σε υποχώρηση, θέτοντας έτσι αφύλακτες τις αμφισβητούμενες περιοχές και τη Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση του Ιράκ(Π.Κ.Κ.Ι). Επόμενο ήταν ο ISIS να μην βρει αντίσταση, καθώς εισχώρησε στα ιρακινά εδάφη, τουλάχιστον στις αμφισβητούμενες περιοχές.  Η εμφάνιση του Ισλαμικού Χαλιφάτου (ISIS) στην Μέση Ανατολή έθεσε τους Κούρδους ως βασικούς αντιμαχόμενους στην προσπάθεια του πρώτου να εδραιωθεί στην περιοχή.  Στο σημείο εκείνο ο κουρδικός στρατός του Ιράκ, γνωστός και ως peshmerga, αποτέλεσε τη πρώτη γραμμή άμυνας για τον ιρακινό κράτος, επανακτώντας και τις αμφισβητούμενες περιοχές και τα διυλιστήρια που περιείχαν(Palani et al. 2019, σ. 2273-2275). 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 2014, η ιρακινή κυβέρνηση αποφάσισε να διακόψει τη παροχή των ομοσπονδιακών οικονομικών εσόδων προς τη Π.Κ.Κ.Ι., με τη πρόφαση ότι δεν παρείχε τα συμφωνημένα βαρέλια πετρελαίου στον αρμόδιο κρατικό οργανισμό(Palani et al. 2019, σ. 7). Την ίδια χρονιά, η κουρδική ηγεσία, υπό τον Masoud Barzani, εξήγγειλε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Το δημοψήφισμα ωστόσο αναβλήθηκε λόγω της άμεσης και πιεστικής απειλής, που αποτελούσε το Ισλαμικό Χαλιφάτο, μέχρι και τη φαινομενική ήττα του το 2017, όπου επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα της κουρδικής ανεξαρτησίας. 

Το ιστορικό και πολιτικό διακύβευμα του δημοψηφίσματος

Σημαντικότατη μορφή, στην όλη διαδικασία προετοιμασίας και διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 25ης Σεπτεμβρίου, αποτελούσε ο Masoud Barzani, πρόεδρος της Π.Κ.Κ.Ι. και ηγέτης του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος. Το δημοψήφισμα έλαβε χώρα σε μία περίοδο που το κουρδικό κοινοβούλιο διένυε κρίση, την οποία είχε δημιουργήσει η άρνηση του Barzani να παραχωρήσει την εξουσία το 2015, όταν και έληγε η, ήδη παρατεταμένη, θητεία του (Gurbuz, 2017). Η διακήρυξη του δημοψηφίσματος, μόλις δόθηκε η δυνατότητα, ενείχε επομένως και προσωπικές σκοπιμότητες του προέδρου της Π.Κ.Κ.Ι., να ενισχύσει τη δημοτικότητα και τη νομιμοποίησή του. 

Βεβαίως, τα παραπάνω δεν αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα που ώθησαν τον Masoud Barzani να προχωρήσει με το δημοψήφισμα. Ήδη από το 2014, η κουρδική ηγεσία είχε εκ νέου προσανατολίσει τους στόχους της. Έως και τότε κεντρικός στόχος αποτελούσε η δημιουργία μας ευημερούς δημοκρατικής οντότητας εντός του κράτους του Ιράκ, και κατόπιν η ανάδειξη των αδυναμιών της ιρακινής κυβέρνησης και των δυσκολιών στην συνεργασία της με τη Π.Κ.Κ.Ι. (Palani et al. 2019, σ. 8-9). Οι αδυναμίες και οι δυσκολίες αυτές εντοπίζονται κυρίως στο γεγονός της υποχώρησης του ιρακινού στρατού το 2014 από το μέτωπο με τον ISIS και στη διακοπή παροχής του ομοσπονδιακού εισοδήματος από τον κρατικό προϋπολογισμό. Παράλληλα, προέκυπτε το ζήτημα των αμφισβητούμενων περιοχών  και της μη τήρησης του άρθρου 140 του ιρακινού Συντάγματος. Είναι εμφανές λοιπόν, ότι η πορεία που επέλεξε να ακολουθήσει η Π.Κ.Κ.Ι. οδηγούσε σταδιακά στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, κάτι το οποίο επί της ουσίας είχε ανακοινωθεί από το 2014 (Kaplan, 2018).  

Η επιλογή του έτους 2017 για το δημοψήφισμα σχετιζόταν επίσης και με έναν σημαντικότατο παράγοντα, την επικράτηση επί του ISIS. Η εξαγγελία του δημοψηφίσματος έγινε σε μία περίοδο που η Π.Κ.Κ.Ι. βρισκόταν στο ζενίθ της, μετά την επικράτηση επί του ισλαμικού χαλιφάτου (Palani et al., 2019). Η εξέλιξη αυτή είχε δημιουργήσει την εντύπωση εντός κι εκτός από τη Π.Κ.Κ.Ι., πως οι Κούρδοι είχαν πολεμήσει εκ μέρους του “ελεύθερου κόσμου” και ως εκ τούτου δικαιούνταν αποζημίωση, ανεξαρτησία. Ακριβώς λόγω της παραπάνω πεποίθησης, η  κουρδική ηγεσία ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτή τη δημοτικότητα που είχε αποκτήσει η peshmerga τη συγκεκριμένη εκείνη περίοδο, διότι θεωρούσαν ότι η δυναμική αυτή θα ξεθωριάσει. Με άλλα λόγια, ο Barzani επιθυμούσε να εξαργυρώσει τη “διεθνή εύνοια” που προέκυπτε από τη νίκη του ISIS και τη δημοτικότητα των Κούρδων σε διπλωματική ισχύ (Kaplan 2018, σ. 36).

Στο σημείο αυτό, κρίσιμο είναι να γίνει μια αποσαφήνιση του χαρακτήρα του δημοψηφίσματος του 2017. Ο Masoud Barzani, αναλογιζόμενος το αντίκτυπο της απόφασης να εξαγγείλει το δημοψήφισμα, γνώριζε, ότι η ανεξαρτησία δεν αποτελούσε κάτι το οποίο ένα δημοψήφισμα θα παραχωρούσε, ειδικά σε ένα κράτος (π.χ. Ιράκ), που επι χρόνια διαφορετικοί δρώντες ενεργούν για τη σταθερότητα και εδαφική ακεραιότητά του. Έτσι, από τη πρώτη κιόλας στιγμή ξεκαθάρισε, ότι το εν λόγω δημοψήφισμα είχε ως στόχο να αποτελέσει τη βάση, πάνω στην οποία θα διενεργούντουσαν συζητήσεις μεταξύ των Κούρδων του Ιράκ και της ιρακινής κυβέρνησης (Park et al. 2017, σ. 205-206). Ουσιαστικά, το θετικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν θα οδηγούσε άμεσα στην ανεξαρτησία, αλλά θα λειτουργούσε ως μοχλός πίεσης της Ερμπίλ (πρωτεύουσα του ιρακινού Κουρδιστάν) απέναντι στη Βαγδάτη. Βέβαια, η αποσαφήνιση αυτή δεν μετρίασε τις αντιδράσεις απέναντι στο δημοψήφισμα. 

Εξωτερικές αντιδράσεις πριν τις 25 Σεπτεμβρίου 

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξαγγελία του δημοψηφίσματος αποτέλεσε πηγή αντιπαραθέσεων για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, αλλά πρωτίστως και για το κυρίαρχο κράτος. Το Ιράκ από τη πρώτη κιόλας στιγμή, αντιτάχθηκε στις επιθυμίες της Π.Κ.Κ.Ι., χαρακτηρίζοντας τη κίνηση αυτή ως αντισυνταγματική, προτάσσοντας τους κινδύνους που ενείχε στη ακεραιότητα και σταθερότητα του Ιράκ. Ακόμη, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ιράκ διέταξε την αναστολή του δημοψηφίσματος και συνεπώς, η στάση αυτή του κυρίαρχου κράτους επηρέασε σημαντικά και τη στάση των λοιπών κρατικών και διεθνών δρώντων (Park et al. 2017, σ. 212). Το μόνο κράτος που αναγνώρισε ανοιχτά τη διεξαγωγή του ήταν το Ισραήλ, το οποίο έβλεπε θετικά την ύπαρξη ενός κράτους με το οποίο θα μπορούσε να συμπορευτεί ενάντια στον ακραίο ισλαμισμό (Bengio, 2017). 

Καθώς, λοιπόν, η υποστήριξη του Ισραήλ αποτελεί την εξαίρεση στη προκειμένη περίπτωση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η στάση που ακολούθησαν οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, παρά τη σημαντική οικονομική και υλική υποστήριξη της Π.Κ.Κ.Ι. απέναντι στον ISIS και των Κούρδων γενικότερα τις προηγούμενες δεκαετίες, αντιτάθηκαν στην διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και συμβούλεψαν σθεναρά τον Barzani να μην προχωρήσει με τη διεξαγωγή του. Η στάση αυτή των ΗΠΑ βασιζόταν σε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η απειλή του ISIS ήταν ακόμα σημαντική και δεύτερον, ότι η διεξαγωγή αυτού του δημοψηφίσματος θα αποτελούσε αποσταθεροποιητικό παράγοντα σε μια ασταθή περιοχή. Αυτό αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα, καθώς οι Κούρδοι υπολόγιζαν στην αμερικανική υποστήριξη για την επιτυχία του εγχειρήματός τους, ωστόσο επέλεξαν να αγνοήσουν μερικές πρώιμες ενδείξεις της τελικής τους στάσης. Όπως άλλωστε είχε διακρίνει ο Joost Hiltermann (2017), οι ΗΠΑ ήδη από το 2003, “κατέστησαν σαφές τη πρόθεσή τους να ξαναχτίσουν το ιρακινό κράτος, συμπεριλαμβανομένου του στρατού του, και να διατηρήσουν τα εξωτερικά του σύνορα. Το μόνο που υποσχέθηκαν στους Κούρδους ήταν επιχειρηματικές ευκαιρίες και ασφάλεια” (Kaplan 2018, σ. 38). Αντίστοιχη στάση με αυτή των ΗΠΑ ακολούθησε και η Ε.Ε., καλώντας για μη διεξαγωγή του (Euronews, 2017), ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. προειδοποίησε παράλληλα για τους κινδύνους που μπορεί να ανέκυπταν στη περιοχή (Çağatay, 2017, #). 

Αξιοσημείωτη παρουσιάζεται επίσης η αντίστοιχη στάση της Ρωσίας. Σε μια περιοχή σαν τη Μέση Ανατολή, όπου στο παρελθόν έχει αποτελέσει σημαντικό πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσία, θα περίμενε κανείς ότι η στάση της τελευταίας ίσως να ήταν και καθολικά αντίθετη με αυτή των ΗΠΑ. Αντιθέτως όμως, η Ρωσία φάνηκε διστακτική απέναντι στο δημοψήφισμα, προειδοποιώντας παράλληλα με τη διεθνή κοινότητα για το κίνδυνο αποσταθεροποίησης της περιοχής, χωρίς όμως να ζητά την ακύρωσή του (Fateeva, 2018). Με αυτό το τρόπο, υποστηρίζεται, ότι η Ρωσία ήθελε να παρουσιαστεί στους Κούρδους ως μια εναλλακτική αντί των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα δεν επιθυμούσε να διαταράξει τις σχέσεις της με το συμμαχικό Ιράκ (Fateeva, 2018).

Στο πλευρό της Βαγδάτης τάχθηκαν άμεσα η Άγκυρα και η Τεχεράνη. Τόσο στην Τουρκία, όσο και στο Ιράν αντίστοιχα, διαμένει μια σημαντική κουρδική μειονότητα, πράγμα που τους οδήγησε σε μια αρνητική στάση επί του δημοψηφίσματος, φοβούμενοι την επίδρασή του αφενός και ενός κουρδικού κράτους αφετέρου σε αυτούς του πληθυσμούς. Έτσι κατέστησαν σαφή την αντίρρηση τους απέναντι στο κουρδικό εγχείρημα και προειδοποίησαν για αντίποινα, σε περίπτωση που ο Barzani δεν ανακαλούσε την απόφασή του (Park et al., 2017). Μάλιστα, καθώς πλησίαζε η ημερομηνία του δημοψηφίσματος, την 25η Σεπτεμβρίου του 2017, η Τουρκία με το Ιράν διενήργησαν μαζί στρατιωτικές ασκήσεις στα κοινά τους σύνορα με τη Π.Κ.Κ.Ι., ως αποτρεπτικό παράγοντα στη διεξαγωγή του (Tabatabai, 2017). 

Παρά τη πληθώρα αντιδράσεων που δέχθηκε η απόφαση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, οι Κούρδοι, ο Barzani και γενικότερα η κουρδική ηγεσία, δεν φάνηκε να πτοείται, όπως άλλωστε παρόμοια στάση είχαν δείξει και το 1992, όπου επίσης είχαν αψηφήσει τις διεθνείς υποδείξεις (Abdullah & Bin Yatiban 2019, σ. 313). Τότε ήταν που οι Κούρδοι προκύρηξαν εκλογές εντός της “Κουρδικής Περιοχής”, για να καλύψουν το κενό που δημιούργησε η απομάκρυνση του Saddam Houssein και της ιρακινής διοίκησης και για να κερδίσουν τη διεθνή αναγνώριση και νομιμοποίηση. Η κίνηση αυτή είχε ανάλογες αντιδράσεις, μικρότερης έντασης, αλλά εν τέλει κατέστη αποδεκτή και δημιούργησε την αντίληψη ότι το ίδιο θα συμβεί με το δημοψήφισμα. 

Η επόμενη μέρα: αντιδράσεις, συνέπειες  

Ο Masoud Barzani, πεπεισμένος ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για την κουρδική ανεξαρτησία, δεν υποχώρησε και στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, εκατομμύρια Κούρδοι της Περιφερειακής Κυβέρνησης και των Αμφισβητούμενων Περιοχών έσπευσαν να εκφέρουν την γνώμη τους επι του θέματος. Προφανώς το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικά θετικό, με 92.73% να επιθυμεί την ανεξαρτησία (Park et al. 2017, σ. 204). Προοδευτικά όμως, άρχισαν να αποκτούν υπόσταση και οι αντιδράσεις και απειλές των αντιτιθέμενων. 

Ο Πρωθυπουργός του Ιράκ, Χαϊντέρ Αλ-Αμπάντι, αρνήθηκε να συζητήσει τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος και απαίτησε να ακυρωθεί νομικά. Επιπλέον, η ιρακινή κυβέρνηση απαγόρευσε τις διεθνείς πτήσεις από και προς δύο αεροδρόμια της Π.Κ.Κ.Ι. και ζήτησε πίσω τον έλεγχο αυτών και των συνοριακών φυλακίων (Palani et al., 2019, σ. 2281). Η σημαντική αντίδραση του κράτους του Ιράκ ήρθε στις 16 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, όταν στρατιωτικές δυνάμεις ανακατέλαβαν τις αμφισβητούμενες περιοχές που ήλεγχε η Π.Κ.Κ.Ι μετά τις νίκες επί του ISIS, με σημαντικότερη τη πόλη Kirkuk. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η δυναμική του ιρακινού Κουρδιστάν να περιοριστεί σε αυτή, που είχε πριν το 2014, πριν τη διαμάχη με τον ISIS (Charountaki 2019, σ. 396). 

Η αντίδραση των γειτονικών κρατών υπήρξε πιο συγκροτημένη, με το Ιράν μονάχα να δείχνει έμπρακτα την υποστήριξή του στο κυρίαρχο Ιράκ. Το Ιράν ενισχύοντας τη στάση του, έστειλε επίσης συμπληρωματικές δυνάμεις, παρατηρητές των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (ένοπλο σώμα του Ιράν με σημαντική οικονομική, πολιτική και στρατιωτική  δύναμη) και τον Ιρανικό Στρατό, στο Kirkuk (Charountaki 2019, σ. 392). Η Τουρκία ωστόσο, επέμεινε στην ρητορική του προέδρου Erdogan και σε δηλώσεις υποστήριξης προς το Ιράν και αποδοκιμασίας για το δημοψήφισμα (Park, 2018).

Οι ΗΠΑ, αν και αντίθετες με τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, φάνηκαν να υιοθετούν το ρόλο διαμεσολαβητή ανάμεσα στην “απειλούμενη” Π.Κ.Κ.Ι. και στο Ιράκ. Ως αντίθετες στο δημοψήφισμα, αρχικά υπήρξαν ουδέτερες ως προς αυτό και τις εξελίξεις του Οκτώβρη του 2017, κάτι το οποίο απογοήτευσε την κουρδική ηγεσία (Kaplan 2018, s. 38-39). Η μετέπειτα αντίδραση, μέσω της έκδοσης δύο αποφάσεων, προωθούσε την σταθερότητα της περιοχής, εν ακολουθία των στρατιωτικών εξελίξεων στις αμφισβητούμενες περιοχές από το Ιράκ και το Ιράν. Στην πρώτη απόφαση, οι ΗΠΑ υποστήριξαν, ότι το καθεστώς των αμφισβητούμενων περιοχών παραμένει, έως ότου λυθεί σύμφωνα με το ιρακινό Σύνταγμα – Άρθρο 140 – και καλούσαν σε συνεργασία τη Π.Κ.Κ.Ι. με το Ιράκ. Η δεύτερη απόφαση στόχευε στην εσωτερική σταθερότητα της Π.Κ.Κ.Ι., ζητώντας από τα κουρδικά κόμματα να υποστηρίξουν την εν ισχύ κυβέρνηση, έως ότου επιλυθούν τα ζητήματα που είχαν ανακύψει (Abdullah & Bin Yatiban 2019, σ. 314-315).

Οι εξελίξεις που συνόδευσαν το κουρδικό δημοψήφισμα του 2017, επέφεραν σημαντικότατες αλλαγές για τη Περιφερειακή Κυβέρνηση, τουλάχιστον κατά τους πρώτους μήνες μετά τη διεξαγωγή του. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Π.Κ.Κ.Ι. έχασε τα κέρδη της από το πόλεμο κατά του ISIS, τη διοίκηση των αμφισβητούμενων περιοχών και τα διυλιστήρια που περιείχαν. Επιπλέον, η  διπλωματική ισχύς της Π.Κ.Κ.Ι. δέχθηκε πλήγματα και μειώθηκε η διεθνή της εύνοια, ενώ χάριν της ομαλοποίηση των σχέσεων με το κυρίαρχο Ιράκ, πάγωσαν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος  (Palani et al., 2019) . Υπό το πίεση των εξελίξεων, ο Masoud Barzani οδηγήθηκε σε παραίτηση, στο τέλος του Οκτώβρη του 2017 (Jalabi & Chmaytelli, 2017). 

Μακροπρόθεσμα η συνεργασία της Π.Κ.Κ.Ι. με τρίτα κράτη δεν επηρεάστηκαν σημαντικά. Οι ΗΠΑ για παράδειγμα, διατήρησαν σχεδόν το σύνολο των συμφωνιών με το κουρδικό Ιράκ, όπως έπραξε και η Ρωσία, διατηρώντας τη συμφωνία Rosneft του 2017 για τη χρηματοδότηση αγωγού φυσικού αερίου. Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε κι η Τουρκία, καθώς γεωπολιτικοί παράγοντες δεν της επέτρεψαν να υπάρξει περισσότερο αντιδραστική (Middle East Center 2018, σ. 12). 

Επίλογος 

Οι εξελίξεις που συνόδευσαν το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας των Κούρδων του Ιράκ της 25ης Σεπτεμβρίου του 2017 άφησαν το στίγμα τους, καταρχάς στους ίδιους του Κούρδους και κατα δευτερον στα συνορεύοντα με τη Περιφερειακή Κουρδική Κυβέρνηση του Ιράκ κράτη και στη διεθνή κοινότητα. Οι Κούρδοι, υπό την ηγεσία του Masoud Barzani, πίστεψαν ότι η ανεξαρτησία τους βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής, ενώ τελικά ήρθαν αντιμέτωποι με την απειλή να στερηθούν όλα όσα είχαν διεκδικήσει τα τελευταία χρόνια. Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η κουρδική ηγεσία αποφάσισε να προχωρήσει με τη διεξαγωγή αυτού του εγχειρήματος, αγνοώντας ό,τι υπεδείκνυε το αντίθετο. Με το πέρας του χρόνου αποδείχθηκε, ότι το δημοψήφισμα δεν υπήρξε καίριο πλήγμα στην Π.Κ.Κ.Ι., αλλά επανέφερε τη κατάστασή της, σε αυτή πριν το 2014. Τελικά, όπως συνοψίζει και ο Kaplan (2018, σ. 40), η ουσία των εξελίξεων στην περίπτωση που εξετάστηκε παραμένει στο γεγονός ότι, όσο δίκαιες και αν είναι οι επιθυμίες και τα αιτήματα των μεμονωμένων δρώντων του διεθνούς συστήματος, οι θέσεις και τα οικεία συμφέροντα των ισχυρότερων κατά αυτών δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Βιβλιογραφία

Κούλμαν, Γ., Αλ Σαρκάνι, Ρ., & Παπαδημητρίου, Γ. (2017). Οι Κούρδοι του Ιράκ επιμένουν στο δημοψήφισμα. Deutsche Welle. Retrieved 12 14, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Abdullah, M. A., & Bin Yatiban, A. (2019). The relationship between the U.S. and Kurdistan region-Iraq post referendum. ZANCO Journal of Humanity Sciences. Διαθέσιμο εδώ

BBC News. (2020). Profile: Iran’s Revolutionary Guards. BBC News. Retrieved 1 4, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

Bengio, O. (2017). Has Israel’s Support for Kurdistan’s Independence Helped or Harmed the Kurds? Retrieved 12 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Çağatay, G. (2017). Council expresses concern over ‘potentially destabilizing impact’ of Sept. 25 referendum for independence in northern Iraq. Anadolu Agency. Διαθέσιμο εδώ.

Charountaki, M. (2019). Non-state actors and change in foreign policy: the case of a self-determination referendum in the Kurdistan Region of Iraq. Taylor and Francis online. Διαθέσιμο εδώ

Eppel, M. (2018). A Future for Kurdish Independence? Middle East Forum. Διαθέσιμο εδώ

Euronews. (2017). Kurdish referendum: should the EU fear independence? euronews. Retrieved 11 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Fateeva, E. (2018). THE PROBLEM OF KURDISTAN’S INDEPENDENCE: RELATIONSHIP OF RUSSIA AND THE USA THE ISSUE OF INDEPENDENT KURDISTAN: RUSSIAN AND US ATTITUDE TOWARDS IT. Google Scholar. Retrieved 11 24, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Gurbuz, M. (2017). The Independence Referendum: A Pyrrhic Victory for Barzani. Arab Center Washington DC. Retrieved 12 9, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Jalabi, R., & Chmaytelli, M. (2017). Kurdish leader Barzani resigns after independence vote backfires. Reuters. Retrieved 11 27, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Kaplan, M. L. (2018). Foreign Support, Miscalculation, and Conflict Escalation: Iraqi Kurdish Self-Determination in Perspective. Taylor & Francis Online. Διαθέσιμο εδώ

Kirmanj, S. (2014). Kurdistan Region: A Country Profile. Retrieved 12 17, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Kraia, A. (2017). Τι πρέπει να γνωρίζετε για το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας του Κουρδιστάν. Euronews. Retrieved 12 14, 2020. Διαθέσιμο εδώ.

Middle East Center. (2018). Iraq and its Regions: The Future of the Kurdistan Region of Iraq after the Referendum. Middle East Center. Διαθέσιμο εδώ

Palani, K., Khidir, J., Dechesne, M., & Bakker, E. (2019). Strategies to Gain International Recognition: Iraqi Kurdistan’s September 2017 Referendum for Independence. Taylor and Francis Online. Διαθέσιμο εδώ

Palani, K., Khidir, J., Dechesne, M., & Bakker, E. (2019). The development of Kurdistan’s de facto statehood: Kurdistan’s September 2017 referendum for independence. Taylor and Francis Online. Διαθέσιμο εδώ

Park, B. (2018). Explaining Turkey’s Reaction to the September 2017 Independence Referendum in the KRG: Final Divorce or Relationship Reset? Taylor and Francis Online. Διαθέσιμο εδώ

Park, B., Jongerden, J., Owtram, F., & Yoshioka, A. (2017). On the independence referendum in the Kurdistan Region of Iraq and disputed territories in 2017. Ideas. Retrieved 12 9, 2020. Διαθέσιμο εδώ

Tabatabai, A. M. (2017). Το Ιράν και οι Κούρδοι. Foreign Affairs Hellenic Edition. Retrieved 12 25, 2020. Διαθέσιμο εδώ


Απάντηση